Select Page

Το Παράθυρο της Νεφέλης του Σπύρου Πετρουλάκη, Εκδόσεις Μίνωας

Ο Σπύρος Πετρουλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε στο Ρέθυμνο και στα Χανιά από όπου και κατάγεται. Είναι συνθέτης και στιχουργός και έχει συμμετάσχει σε μουσικές παραστάσεις και συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Έχει διατελέσει διευθυντής στο διαφημιστικό τμήμα και ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δίκτυο fm 91,5 στα Χανιά. Ασχολείται επαγγελματικά με τη φωτογραφία, είναι αφηγητής παραμυθιών, προπονητής και Πανελληνιονίκης στο άθλημα TAEKwondo και έχει χόμπι την αναρρίχηση και τις καταδύσεις. Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορεί το βιβλίο του για παιδιά «Στα χνάρια Μπαρμπαρόσα»

Το παράθυρο της Νεφέλης, ένα κοινωνικό μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, απόλυτα ανθρώπινο στο οποίο ο Σπύρος Πετρουλάκης περιγράφει με μαεστρία δύσκολες καταστάσεις με μια μοναδική ευαισθησία και συγγραφική ευελιξία.

Η ιστορία αρχίζει την Παρασκευή 2 Αυγούστου του 1996 στην όμορφη Λευκάδα όταν μέσα σε έναν παραλογισμό ένα ζευγάρι, ο Γιάννης Λογοθέτης και η δαιμόνια γυναίκα του Ματίνα, που φλέγεται από επιθυμία για τεκνοποιία φτάνει στην απονενοημένη πράξη αρπαγής από την παραλία ενός δίχρονου κοριτσιού, της Ιωάννας Ιωάννου μπρος στα μάτια της μητέρας της Ελένης και της αδερφής της.

«Βούτηξε στην αγκαλιά της την τρίχρονη κόρη της και περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της κοιτάζοντας παντού, Δεν την έβλεπε, δεν τη διέκρινε πουθενά.
Ιωάννααααα… Η φωνή της ακούστηκε σαν κραυγή, σαν θρήνος. Όλες οι άλλες φωνές σβήστηκαν στα αυτιά της… Έτρεχε ανάμεσα στο πλήθος κλαίγοντας, φωνάζοντας, ικετεύοντας. Η κόρη της στην αγκαλιά της έκλαιγε κι εκείνη γοερά μην μπορώντας σαν εξηγήσει με το παιδικό της μυαλό τη συμπεριφορά της μητέρας της»

Το ζευγάρι μετακομίζει την ίδια μέρα στην Αθήνα

Τέσσερα λεπτά χρειάστηκε η Ματίνα να κλέψει το κορίτσι, για τέσσερα χρόνια έδωσε αγάπη και στοργή στην μικρή Ιωάννα που πια ονομάστηκε Νεφέλη. Αλλά η αρπαγή σημάδεψε τη ζωή του Γιάννη ο οποίος το ‘ριξε στο ποτό φέρνοντας μια δυνατή ρήξη στην οικογένεια Λογοθέτη, γκρίνια, και φωνές…
΄Ετσι η Ματίνα πέφτει στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα, και σε λίγο καιρό μια νέα ζωή σκιρτά στα σπλάχνα της.

Η Ματίνα παλεύοντας με τα φαντάσματα που γέννησαν οι πράξεις της περιορίζει ασφυκτικά τη μικρή Νεφέλη, την εγκλωβίζει και την απομονώνει, κι έτσι η μικρούλα δεν έχει άλλο πλάσμα να μιλήσει, να εκφραστεί, να κλάψει παρά τη Λίλα, την πάνινη κούκλα της.

Η Ματίνα λατρεύει παθολογικά το έμβρυο που κρατά μέσα της, παραγκωνίζοντας την Νεφέλη για την οποία κρατάει μπόλικη κακία, σκληρότητα και για τιμωρία την κλείνει συχνά πυκνά σε μια αποθήκη.

Η Νεφέλη αδύναμη να εξηγήσει την αλλαγή της μαμάς της δυο τρόπους βρίσκει με το μυαλουδάκι της για να γλιτώσει. Πρώτα πρώτα καλεί κοντά της τη νεράιδα της, η οποία δεν της χαλάει ποτέ χατίρι κι εμφανίζεται μπροστά της πάντα με μια συγκεκριμένη γυναικεία μορφή. Σ’ αυτήν καταφεύγει για να ξεφύγει από τη μαμά Ματίνα που δε ζει παρά για το μωρό που θα φέρει στον κόσμο και τον μπαμπά Γιάννη που το ποτό θολώνει το μυαλό του και την απειλεί με ξυλοδαρμό.
Καταφυγή το όνειρο λοιπόν αλλά κι η εξομολόγηση μπρος στην πάνινη κούκλα της.

Όταν γεννιέται ο μικρός Αναστάσης τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο άσχημα για το μικρό κορίτσι:

Η μικρή Νεφέλη έπρεπε να αποδράσει, να βρει μια διέξοδο παρά το μικρό της ηλικίας της:

«Την τελευταία μέρα στο σχολείο, οι συμμαθητές της τής χάρισαν ένα κουτί με πολύχρωμες κιμωλίες. Τις είχε χωμένες κάπου μέσα στη σάκα της. Άνοιξε το κουτί, έπιασε μία στα κοντυλένια δαχτυλάκια της και ζωγράφισε στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι της, ένα παράθυρο. ΄Ένα ανοιχτό παράθυρο, έξω από το οποίο υπήρχαν όλα αυτά που η παιδική ψυχή της είχε στερηθεί, δέντρα, παιδιά που έπαιζαν, μια λίμνη με πάπιες, μια θάλασσα που έπλεε μια βάρκα, με γλάρους να πετάνε από πάνω. ΄Όλα χωρούσαν μέσα στο παράθυρο της Νεφέλης. Και όσα δε χωρούσαν σήμερα, η μικρή τα έβαζε την άλλη μέρα. Έτσι, καθημερινά έσβηνε και ζωγράφιζε, έσβηνε και ζωγράφιζε…»

Το πιο παράξενο είναι ότι ενώ η Ματίνα απαγορεύει στη μικρή Νεφέλη ακόμα και να δει, να χαρεί τον μικρό αδερφό της, εκείνος αρχίζει να νιώθει μια φοβερή έλξη για τη μεγάλη του αδερφή, κάτι που εξεγείρει την οργή της Ματίνας οδηγώντας σε ακραίες πράξεις.

Η μικρή Νεφέλη κλαίει ασταμάτητα τα βράδια και συνομιλεί με τη Λίλα της βομβαρδίζοντας με αθωότητα παιδική με ένα βουνό «θέλω»:

«Λίλα, εσύ έχεις εμένα, που σε παίρνω αγκαλιά, σε χαϊδεύω και σου μιλάω. Εγώ είμαι μόνη μου, Λίλα. Θέλω τη μαμά. Θέλω να έρθει εδώ και να είμαστε όπως παλιά… «Θέλω να με να με πάρει αγκαλιά όπως παλιά… Εγώ κλαίω, Λίλα, το βράδυ κι η μαμά δεν το ξέρει. Μια φορά μόνο με άκουσε και ήρθε. Μου έκλεισε όμως την πόρτα και έφυγε πάλι. Δε με ρώτησε… Μόνο να πάψω μου είπε. Πρέπει να της έχω κάνει κάτι πολύ κακό της μαμάς. Πρέπει να την έχω στενοχωρήσει, Γι αυτό κι είναι κλεισμένη στο δωμάτιο με τον μπέμπη μας».

Μα η ζωή γράφει παράξενα σενάρια κι ο μπέμπης εκδηλώνει σημάδια σοβαρής ασθένειας. Η Ματίνα τα χάνει, εγκαταλείπει τα πάντα κι αφοσιώνεται στο μόνο πλάσμα που την ενδιαφέρει στη ζωή. Τα σημάδια της εγκατάλειψης γίνονται διακριτά πια στο σχολείο της Νεφέλης, μια δασκάλα, η Αντιγόνη Αραμπατζή παρατηρεί, και συνειδητοποιεί την οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνει η Νεφέλη. Προσπαθεί να συνετίσει την οικογένεια , να αντιδράσει να βοηθήσει μα προσκρούει μπρος στην άρνηση και την αδιαφορία δυο συζύγων που ο καθένας από διαφορετικό μονοπάτι βαδίζουν σε ένα μονοπάτι που με μαθηματική ακρίβεια δεν μπορεί παρά να τους οδηγήσει στο γκρεμνό. Η Αντιγόνη όμως δεν παραιτείται απ’ την προσπάθεια να βοηθήσει τούτο το αδικημένο κορίτσι όταν μάλιστα αντιλαμβάνεται ότι η Νεφέλη κακοποιείται συστηματικά στο σπίτι της, παρόλο που δε γνωρίζει το μέγεθος της δυστυχίας της.

«Πες μου, σε παρακαλώ … επέμεινε η Αντιγόνη… σε χτύπησε ο μπαμπάς;
Άσεμε, φώναξε η μικρή κι έτρεξε προς τις αίθουσες του σχολείου με κλάματα. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να μπει στην τάξη. Ήθελε μόνο να αντικρίσει τους πίνακες με τα χρώματα και να οσφρανθεί τις μυρωδιές της τέμπερας και της κιμωλίας. Ένιωθε τόσο μόνη, τόσο προδομένη. Μπαίνοντας στην αίθουσα βρέθηκε μπροστά στους συμμαθητές της. Ενώ κάποια παιδιά έτρεξαν να την καλωσορίσουν, σάστισαν από το τραύμα που είδαν στο κεφάλι της»

Μα η Νεφέλη έχει ένα τρόπο να ξεσπάει, να αντιδρά…

«Η Νεφέλη δεν καλημέρισε, δεν μίλησε. Με δάκρυα στα μάτια. Πέταξε κάτω την τσάντα της, βούτηξε όσες κιμωλίες μπόρεσε από τον πίνακα και βγήκε έξω πάλι τρέχοντας. Πήγε στην πίσω αυλή και δίχως καθυστέρηση έσφιξε μια κιμωλία στα λεπτά της δάχτυλα. Τι γκρίζο τσιμέντο του σχολικού προαυλίου απορροφούσε τώρα την ένταση του παιδιού… Κι όσο το χέρι έτρεχε κι έδινε ζωή και χρώμα στο τσιμέντο, τόσο η Νεφέλη χανόταν μέσα στο παράθυρο τούτο, που χωρούσε μέσα του όλα εκείνα που η παιδική της καρδιά έβλεπε σαν λύτρωση»

Κι αυτή είναι μόνο η αρχή κι ένα μικρό δείγμα της δυστυχίας της Νεφέλης. Ακολουθεί η προσπάθεια βιασμού από τον ίδιο της τον πατέρα, η εκούσια φυγή της από το σπίτι, μετά το θάνατο του πατέρα της κι η μικρή Νεφέλη καταφεύγει κοντά στη δασκάλα της που αναλαμβάνει να της χαρίσει τη στοργή και την αγάπη που στερήθηκε από αυτούς που πιστεύει ως γονιούς της αν και η αμφιβολία ότι μπορεί να μην είναι γνήσιο παιδί της οικογένειας αρχίζει να υποσκάπτει τα μέσα της.

Κι ενώ η Νεφέλη προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή και να συνεχίσει μακριά από το παρελθόν της, ο συγγραφέας φροντίζει εμβόλιμα με την ιστορία της να μας δίνει σκηνές-εικόνες από τη ζωή της μεγαλοαστικής οικογένειας που έχασε τόσο ξαφνικά ένα καλοκαίρι το μικρό της κοριτσάκι. Η οικογένεια Ιωάννου ζει και θυμάται εκείνη την αποφράδα μέρα που έβαζε με μελανό χρώμα όλη τη μετέπειτα ζωή τους.

Στο μεταξύ η νεφέλη μεγαλώνει, περνάει την εφηβεία, ερωτεύεται οι δρόμοι της την φέρνουν κοντά στην βιολογική της οικογένεια χωρίς καν να το υποψιάζεται.

Φίλες και φίλοι είναι πραγματικά συγκλονιστική η στιγμή όταν η Νεφέλη συγχρωτιζόμενη με την πραγματική της οικογένεια και βυθισμένη στην άγνοιά της παίρνει να ξεφυλλίζει κομμάτια της ζωής της. Φωτογραφίες των δικών της, φωτογραφίες της βάφτισής της, της βιολογικής της μητέρας.

Είναι επίσης συγκλονιστικό πως κι από τις δυο πλευρές αναπτύσσεται μια αμοιβαία έλξη σαν το αίμα πραγματικά να ενώνει τους ανθρώπους χωρίς να υποψιάζονται τα τερτίπια της Μοίρας που παίζονται πίσω από την πλάτη τους.
Έτσιδένονται οι ζωές τους, η Νεφέλη γίνεται πια γυναίκα, γνωρίζει τον έρωτα, την προδοσία, το ψέμα αλλά και την αγάπη και τη συντροφικότητα, ώσπου ξανά η μοίρα της παίζει ένα σκληρό παιχνίδι , όταν νοσεί από μια σοβαρή ασθένεια.
Δε θα πω άλλα για την υπόθεση δε θα ‘θελα σε καμιά περίπτωση να χάσετε την ευκαιρία της απόλαυσης ενός καλογραμμένου μυθιστορήματος που κινείται σε δυο επίπεδα μεταξύ Ελλάδας και χωρών του εξωτερικού, σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα συναρμόζοντας τους αρμούς που φαινομενικά δε θα μπορούσαν να κολλήσουν ποτέ.
Η Νεφέλη αντιμετωπίζεται στο μυθιστόρημα άλλοτε σαν νεφέλη, μια σκιά κι άλλοτε ως άνθρωπος με ψυχή και συναισθήματα. Δέχεται μια ανεξήγητη εχθρότητα εκ των έσω και μια απρόβλεπτη θερμότητα από τον κοινωνικό της περίγυρο. Η καλή της νεράιδα δεν την αφήνει αβοήθητη. Κάποια στιγμή προσωποποιείται κι η αποκάλυψη είναι συγκλονιστική. Η μικρή Νεφέλη-Ιωάννα δίνει αγώνα ζωής και μικρή αλλά και μεγάλη μαθαίνοντας να αντιδρά, να κερδίζει και να ζωγραφίζει τη ζωή της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ηρωίδα που στήνει ο Σπύρος Πετρουλάκης είναι ανεξίκακη, δέχεται τα πυρά και αντιδρά με καλοσύνη, δε μισεί μόνο απορεί και ζητά εξηγήσεις. Αγαπά και ίσως γι’ αυτό αγαπιέται αποτελώντας ένα παράδειγμα ανθρώπου δοκιμαζόμενου από τα γεννοφάσκια του ίσως, που ακόμα και στα πιο δύσκολα, όταν έφτασε κοντά στο μοιραίο, κατάφερε να αδράξει την κλωστή από ένα αόρατο χέρι, μια κλωστή που έγινε σκοινί να γαντζωθεί, να σκαρφαλώσει προς τη σωτηρία.
Το παράθυρο της Νεφέλης, ανοίγει ένα παράθυρο ζωής που ενώ μπορεί μέσα από αυτό να ατενίζεις δύσκολες καταστάσεις, ακραίες συμπεριφορές τη βία, το έγκλημα, την απόρριψη πιο κει ίσως να ξεκρίνουμε την ίδια τη ζωή που ενώ είναι ρακένδυτη μας περιμένει να την ανακαλύψουμε, να την κερδίσουμε, να την κάνουμε δική μας.
Στο μυθιστόρημα αυτό ο συγγραφέας ακολουθώντας τη δοκιμασμένη και επιτυχημένη ομηρική τεχνοτροπία της προοικονομίας πληροφορούμαστε για το τα μέλει γενέσθαι, χωρίς αυτό να αποτελεί αποθαρρυντικό παράγοντα, απεναντίας μας προετοιμάζει να δώσουμε τον δικό μας αγώνα, γιατί τη ζωή και την ευτυχία μας την κερδίζουμε και την ανακτούμε καθημερινά με τις επιλογές μας και τις αποφάσεις μας, τέτοιες που να συνάδουν με την ανθρώπινη φύση μας και την ηθική μας.
Θα τελειώσω με μια παρατήρηση της γραφής του Σπύρου Πετρουλάκη. Ο συγγραφέας καταφέρνει να περιγράψει σκληρές καταστάσεις και εικόνες, άκρως ρεαλιστικές, ωμές θα ‘λεγα καταγράφοντας σκηνές της πραγματικής ζωής απέναντι στις οποίες οφείλουμε να μην κλείνουμε τα μάτια. Από την άλλη κι αυτό θαρρώ είναι μεγάλη επιτυχία, ενδεικτική της γραφής και της ψυχολογίας του αγαπητού Σπύρου, καταφέρνει όλα αυτά να τα κλείσει στα πλαίσια ενός παραμυθιού όπου δρουν αυθαίρετα, δράκοι, θεριά, μάγισσες και στοιχειά αλλά παράλληλα εμφανίζονται νεράιδες, καλά πνεύματα και ξωτικά έτοιμα αν τα ανακαλύψουμε να ανατρέψουν την ίδια τη ζωή. Πνεύματα, νεράιδες και ξωτικά αλλά και άγγελοι που εκδιώκουν τους διαβόλους:
«Προχώρησαν προς τη σάλα. ΄Αγγελοι περιδιάβαζαν στον ουρανό του σπιτιού και χερουβίμ έψελναν ύμνους αγάπης και ευφροσύνης. Τα χρόνια, οι μήνες, οι μέρες που είχαν διαβεί, τώρα ολοκλήρωναν τον κύκλο τους. Η παρένθεση είχε αρχίσει να κλείνει. Κάπου στη γη ένα λουλούδι έβγαζε το πρώτο του άνθος»
Η ιστορία κλείνει στην Αθήνα, στην περιοχή του Χαϊδαρίου 15 Ιουλίου του 2013… την ίδια ακριβώς στιγμή ίσως ξεκινάει μια άλλη ιστορία, μια ιστορία ζωής που αργότερα θα μεταπλάσει η λογοτεχνία… δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα προς τέρψη και περισυλλογή…

Διονύσης Λεϊμονής

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!