Select Page

Το παράπονο της Λιβελούλας, της Δέσποινας Γκουτζολίκα

Το παράπονο της Λιβελούλας, της Δέσποινας Γκουτζολίκα

 

 

Η Λιβελούλα ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωσε στο Μεσολόγγι. Το ξύλινο σπίτι ήταν χτισμένο μέσα στην λιμνοθάλασσα. Τα βράδια καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού ακουμπώντας τους αγκώνες στα ξεθωριασμένα ξύλα της κουπαστής, ψάχνοντας να βρει την ηρεμία της και να ταξιδέψει με τα όνειρα της.

Πόσο την ηρεμούσε αυτή η λιμνοθάλασσα.

Με αυτά τα τεράστια μάτια που την χαρακτήριζαν παρατηρούσε οτιδήποτε κινούνταν και χάζευε τα κύματα που χόρευαν στο ρυθμό του ανέμου. Ήθελε να γεμίσει με εικόνες από αυτόν τον αγαπημένο τόπο που σύντομα θα άφηνε.

Όταν ήταν μικρή έπαιζε με τις ώρες στα νερά δίπλα από το καΐκι του πατέρα της, μέχρι που έφτανε το σούρουπο και γύριζε με τα μουσκεμένα ρούχα στο σπίτι. «Ασύχαστο παιδί», έλεγαν στη γειτονιά «αν δεν ήταν κορίτσι, θα ήταν λιβελούλα. Και έτσι της έμεινε το παρατσούκλι». Γι’ αυτό και της χάρισαν αυτό το όνομα ήταν το μόνο που της ταίριαζε.

Η Λιβελούλα, γεννημένη σε μια παραδοσιακή φτωχή οικογένεια, σαν πρότυπο είχε τη μητέρα της. Η μητέρα της φρόντιζε τους έξι άντρες . Από το πρωί που σηκωνόταν δεν σταματούσε λεπτό μέχρι να δύσει ο ήλιος., Ήταν μεγάλη η φαμίλια. Πότε να μαγειρέψει; Πότε να πλύνει; Πότε να καθαρίσει. Με την σειρά της μετά όταν έκλεισε τα δεκαπέντε της χρόνια ανέλαβε αυτήν. Η μάνα πήγε στα καΐκια βοηθήσει τους άντρες και πίσω έμεινε η κόρη να μάθει τις δουλειές για να είναι έτοιμη με τον ερχομό του γαμπρού.

Το ήξερε και η ίδια ότι αργά η γρήγορα θα την έδιωχναν από το σπίτι, ήταν θέμα χρόνου. Ήταν σκληρό για αυτήν να νιώθει ότι η οικογένεια της τη βλέπει σαν γραμμάτιο που περιμένει να εξοφληθεί. Αλλά από την άλλη δεν ήθελε να ζει μια ζωή μέσα στην φτώχεια και στην μιζέρια. Ένα καλό προξενιό ίσως την άνοιγε την πόρτα για μια καλύτερη ζωή αλλά όχι αλλού μόνο εκεί μόνο στην λιμνοθάλασσα!

Γνωριμία θέλησε να το ονομάσει εκείνη, της έπεφτε πιο μαλακά στην αντίληψη των συναισθημάτων της. Το προξενιό στην επαρχία ήταν ένα σχέδιο σωτηρίας για τις πιο πολλές. Οι περισσότερες έλεγαν το «ναι» με την πρώτη γνωριμία. Ήθελαν να φύγουν από αυτόν τον τόπο που ήθελε τις γυναίκες δούλες και υπόδουλες τον αντρών. Άλλες ήταν τυχερές και άλλες όχι, έτσι ήταν η ζωή ένα μακρινό ταξίδι, παίρνεις το πλοίο και σε όποιο λιμάνι είσαι τυχερός κατεβαίνεις.

Όλοι έλεγαν ότι είναι το πιο σεμνό κορίτσι στο Μεσολόγγι, όταν την έβλεπες να πηγαίνει στο παντοπωλείο της γειτονίας, δεν σήκωνε τα ματιά για κανέναν και για τίποτα. Έκανε τα ψώνια της και ξαναγύριζε σεμνή με τα μάτια καρφωμένα κάτω, να μετράνε ένα- ένα τα βήματα μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Τις φοβόταν αυτές τις ματιές. Πάντα διάβαζε στα παραμύθια τον πρίγκιπα που ερωτεύτηκε την πριγκίπισσα μετά από ένα φλογερό βλέμμα. Και αν έβλεπε κάποιον και της άρεσε… αν το μάθαινε ο πατέρας της θα την «σκότωνε».

Η διαταγή ήταν σαφής, την κρυφάκουσε ένα βράδυ όταν πήγαινε για ύπνο.

«Το κορίτσι θα φύγει από δω, έχω κάποιες προτάσεις γαμπρών από Αθήνα», είπε με αυστηρό ύφος ο πατέρας της.

«Μα! Μανώλη, γιατί να μην την παντρέψουμε εδώ; Τόσα καλά παιδιά έχει στο Μεσολόγγι, έτσι θα την έχουμε και εμείς δίπλα μας στα γεράματα», απάντησε η μάνα με παράπονο.

«Δε θα ξανακούσω κουβέντα το κορίτσι θα φύγει από δω μόλις βρεθεί ο κατάλληλος».

«Ο κατάλληλος για σένα όχι για αυτήν», απάντησε διστακτικά.

«Φύγε από δω που μου έβγαλες και γλώσσα! Ό,τι λέω εγώ θα γίνει, τέλος». Και ο τόνος της φωνής του έκανε τα σανίδια να τρίζουν.

Κατέβασε το κεφάλι η κυρά-Λένω και έφυγε…

Και μαζί με αυτήν και η Λιβελούλα.

Μετά από αυτή τη συζήτηση το είχε πάρει απόφαση η μικρή, δεν θα σήκωνε το κεφάλι της πότε ξανά για να αντικρίσει τον πατέρα της, δεν την άξιζε τέτοια συμπεριφορά ούτε η μάνα… ούτε αυτήν.

Ανέβηκε στο δωμάτιο της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, και τα δάκρυα έγιναν κλάμα και το κλάμα βουβοί σπαραγμοί. Για τον τόπο που τόσο αγαπούσε και θα άφηνε πίσω, για την νέα ζωή που θα ξεκινούσε…

Και όλα αυτά μακριά από την λιμνοθάλασσα της…

Πως θα ζούσε μακριά από το νερό… αυτό ήταν το παράπονο της.

Το παράπονο της Λιβελούλας…

 

_

γράφει η Δέσποινα Γκουτζολίκα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ελένη Ιωαννάτου

    Μου άρεσε η ιστορία της μικρής λιβελούλας!

    Θίγετε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, που αφορά
    κυρίως τις παλαιότερες γενιές.
    Πολλές ήταν οι γυναίκες που παντρεύονταν με προξενιό.
    Εκείνες δεν είχαν καμιά άποψη. Φυσικά αποφάσιζε
    ο πατέρας ποιος ήταν ο κατάλληλος γαμπρός.
    Κάποιες κοπέλες, επειδή ήθελαν να φύγουν απ’ την
    οικογένειά, τις βόλευε κάτι τέτοιο.
    Στις περισσότερες περιπτώσεις απλά δεν μπορούσαν
    να κάνουν διαφορετικά.

    Απάντηση
    • Δέσποινα

      Όντως είναι μια αλήθεια… Το πρώτο λόγο είχε ο πατέρας… Ευχαριστώ για το σχόλιο. Καλό βράδυ!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!