Select Page

Το σπίτι που μικραίνει, του Χρήστου Τσαγκάρη

Το σπίτι που μικραίνει, του Χρήστου Τσαγκάρη

 

 

Επίλογος κάποιου βιβλίου που συνεχίζει να γράφεται…    

«Σ’ ένα βιβλίο παληό»

Κ.Π. Καβάφης

Η γειτονιά μας όσο πάει και μικραίνει.

Δεν ξέρω σε τι μονάδες να μετρήσω το βάρος ή το μέγεθος της γειτονιάς. Από παντού όμως χάνει. Θες από τα παλιά σπίτια που γκρεμίζονται, θες από τα καινούρια που μένουν ατέλειωτα, θες από τους ανθρώπους που όσο πάει λιγοστεύουν… Όσο και αν μετρώ τα ίδια και τα ίδια, κάθε φορά δείχνουν πιο λειψά. Δεν μπορώ να ξέρω αν και πότε, πού και πώς θα τελειώσει αυτή η ιστορία - που δεν είναι ακριβώς ιστορία. Γιατί οι ιστορίες δεν γράφονται στο πόδι και δεν λέγονται ψιθυριστά αλλά χαράζονται σε λευκές, σε χρυσές, σε κόκκινες ή μελανές σελίδες. Γιατί οι ιστορίες γράφονται από κάποιον επώνυμο με διακρίσεις και φωτογραφία στο εσώφυλλο, γιατί η Ιστορία δεν μικραίνει άλλα όσο περισσότερο γράφεις τόσο μεγαλώνει.

Δεν μπορώ να δώσω ένα τέλος σε αυτή την ιστορία.

Και όσο περνούν τα χρόνια ακόμα και αυτό το σπίτι μικραίνει. Δεν είναι ότι μετατοπίζονται οι τοίχοι, τα παράθυρα και η πόρτα. Είναι που είμαστε πια πολλοί.

Πιάσε από τη βιβλιοθήκη. Νόμιζες ότι ήταν εύκολο να χωρέσουν μαζί οι τραγικοί με τον Αριστοφάνη. Και αν ακόμα το πίστευες αυτό, τι λες για τη Νέα Κωμωδία, τους Κυνικούς και το Λουκιανό; Και πες ότι δεν είναι πρόβλημα να τους βάλεις μαζί όλους αυτούς και να χωρέσεις και κανέναν Άμλετ και Μάκβεθ έτσι για να μην πουν ότι είμαστε ελληνοκεντρικοί... Και πώς θες να αντέξουν στο ίδιο σπίτι ο Μακρυγιάννης με τον Κοραή; Και δεν σου μιλάω βέβαια για τον Καβάφη και τον Παλαμά ή τον Σεφέρη και τον άλλο, τον ναυτικό, τον Καββαδία… Πώς να κρατήσεις το Αιγαίο που ορμά από τα ράφια της βιβλιοθήκης και πλημμυρίζει το σαλόνι; Και θες και από μεταπολεμικούς; Όποτε ανοίγεις το εξώφυλλο σε κυνηγά το βλέμμα του Σαχτούρη που είναι πια γέρος και τρελός ανήμπορος να γράψει έστω και λίγες αράδες. Και όμως μέσα από την σιωπηλή του τρέλα, λες πως σε ρωτάει επίμονα: «Πως θα σκαρφαλώσω στα αστέρια εδώ πέρα που με έκλεισες; Τι είναι αυτό το ταβάνι στο κεφάλι μου; Που είναι ο σκληρός κατοχικός χειμώνας και ο τοίχος που έκανε να ανθίζουν τα πράγματα; Που τον πήγες τον ουρανό με τα αερόπλοια, τα σύννεφα, τα φάσματα και τους ματοβαμμένους μπαξέδες του;»  

Και πάλι πόσο χώρο πιάνουν όλοι αυτοί οι έπαινοι και τα χαρτιά; Οι δημοσιεύσεις, τα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά; Τα γράμματα που σου στέλνουν ή αυτά που σκορπίζεις προς διάφορες κατευθύνσεις με τη βέβαιη γνώση πως τίποτα από όσα γράφεις, τίποτα από όσα σκέφτεσαι δεν φεύγει αλλά μένει εδώ και τριγυρίζει σε αυτούς τους τοίχους.

Και το σπίτι γίνεται ακόμα πιο μικρό όποτε τολμάω να προχωρήσω έστω και μια σελίδα. Δεν μπορώ να χωρέσω όλους αυτούς σε ένα βιβλίο. Και το βιβλίο όσο πάει και παλιώνει και όσο μεγαλώνει μικραίνει το σπίτι και η γειτονιά.

Γράφω αυτό το βιβλίο, που προσπαθεί να μιλήσει για μια ούτως ή άλλως μικρή γειτονιά που δεν είναι ούτε η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη ούτε η Αλεξάνδρεια του Καβάφη, που δεν είναι ούτε ακριβώς κέντρο ούτε όμως και περιφέρεια αλλά είναι κάτι που δεν προσδιορίζεται χωρικά γιατί όσο περνά ο καιρός οι άνθρωποι και οι φωνές της αλλάζουν. Γιατί δεν μπορείς να λες ότι γράφεις λογοτεχνία και να μιλάς μονάχα για κτήρια και τόπους χωρίς να καταλαβαίνεις ότι και ο πιο μικρός τόπος έχει τα πρόσωπα και τις φωνές και τους δείκτες του μυστικού ρολογιού του που κάποτε πηγαίνουν μπρος και άλλοτε γυρίζουν πίσω. Και στο τέλος μονάχα καταλαβαίνεις πως για χρόνια εσύ είσαι αυτός που φορά μέρα – νύχτα αυτό το ρολόι και πως δείκτες του γίνονται τα δάχτυλά σου όταν ακουμπάς το στυλό, τα μάτια σου όταν κοιτάς πίσω από το παράθυρο και τα πόδια σου όταν περιφέρεσαι στο δρόμο.

Ξεκίνησα να γράφω με το σκεπτικό ότι θα μπορούσα να κλείσω τα πάντα σε ένα βιβλίο. Και η λογική υπαγορεύει πως καμιά συνάφεια δεν υπάρχει μεταξύ αυτού που γράφεις και αυτού που ζεις.

Και όμως όσο γράφεις μικραίνει ο χώρος που ζεις. Ό, τι γράφεις χάνεται από μπροστά σου και ενθρονίζεται στη μέση της σελίδας.

Δεν ξέρω αν ο κόσμος μεγαλώνει ή αν αυτό το μεγάλωμα δεν είναι ακόμα μια σκέψη που θα πέσει από τα σύννεφα. Βλέπω όμως ότι όσο γράφω το σπίτι, η γειτονιά, ο κόσμος μου όσο πάει και μικραίνει…

Λες πως όταν γράφεις σε παραστέκουν όλοι οι γραφιάδες που σε ανέθρεψαν. Γυρνάνε στις γειτονιές που ξεδιπλώνεις και μιλούν μπροστά σου με τους ήρωες που πλάθεις. Κάποτε συμμαχούν με αυτό το αμετανόητο ρολόι που φοράς ως συγγραφέας. Ίσως και οι ίδιοι είναι αυτοί που τόσο χρόνια κατεργάζονταν κρίκο – κρίκο την αλυσίδα του και στο φόρεσαν.

Πώς όμως θα χωρέσουν τόσοι και τόσοι γραφιάδες μέσα σε ένα σπίτι, μέσα σε μια γειτονιά. Καθένας ζητάει το χώρο του σε αυτό το έργο, αλλά η σκηνή είναι πολύ μικρή. Στο τέλος η συντεχνία των κλειδαράδων των λέξεων θα σταθεί δίπλα στους αρρώστους, στους τρελούς, στον καθένα. Και με όλο αυτό τον κόσμο, είναι βέβαιο πως όσο γράφω, ο κόσμος, η γειτονιά, το σπίτι μικραίνει…

 

_

γράφει ο Χρήστος Τσαγκάρης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    […]… Και στο τέλος μονάχα καταλαβαίνεις πως για χρόνια εσύ είσαι αυτός που φορά μέρα – νύχτα αυτό το ρολόι και πως δείκτες του γίνονται τα δάχτυλά σου όταν ακουμπάς το στυλό, τα μάτια σου όταν κοιτάς πίσω από το παράθυρο και τα πόδια σου όταν περιφέρεσαι στο δρόμο…[…]

    στο μικρό σας κείμενο χωρέσατε όλους τους παραπάνω που αναφέρατε…οπότε πατώντας σε αισιόδοξο σχοινί σας λέω οτι όσο πιο πολύ γεμίζει η βιβλιοθήκη..το μυαλό…το γραμματοκιβώτιο…τόσο πιο ελαστικό θα γίνεται το σπιτικό σας για να τα χωράει όλα…και τόσο πιο μεγάλα συναισθήματα θα δίνει στο κοινό που θα φιλοξενείτε…

    Απάντηση
    • Χρήστος Τσαγκάρης

      Ευχαριστώ για την ανάγνωση και την επισήμανσή σας!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!