Κάποτε, στο λυκόφως, μια γραμμή σιδηροδρόμου στην ομίχλη
ξεπρόβαλε ανάμικτη με τη μυρωδιά του κάρβουνου
τα συρίγματα των μηχανών, τη σάλπιγγα του σταθμάρχη.
Και οι πινακίδες, μέσα από τα θαμπωμένα τζάμια
οφθαλμολάγνες οθόνες υψηλής ευκρίνειας,
"Το τέλος του κόσμου έρχεται"
σε φωσφορίζον νέον στις πλευρές τους.

Κάποτε, μια φοβισμένη και απερίσκεπτη νεαρή γυναίκα
ερωτεύτηκε, και στη συνέχεια
αναπόφευκτα απογοητεύτηκε, και αισθάνθηκε
πως θα 'πρεπε να ζήσει έντονα τη ζωή, να νιώθει
σαν να έρχεται το τέλος του κόσμου ξανά και ξανά
για να υπάρχει κάποιο νόημα.

Χρόνια αργότερα,
λοξές σκιές σε γκρίζες παρακαμπτήριες
τα αυτοκίνητα σφυρίζουν στους βρεγμένους δρόμους
μετά από μια πρόωρη φθινοπωρινή βροχή.
Μαργαριταρένια δάκρυα προσκολλημένα
σε τριανταφυλλένιους μίσχους και κλαδάκια από κρανιά
που δεν κυλούν, και είναι αθόρυβα σαν χιόνι.

Κι όταν ο ήλιος λευκαίνει τις γωνίες ενός τσαγιερού
σε ένα ράφι στο παράθυρο της κουζίνας,
το τέλος του κόσμου δεν ήρθε ακόμη
και τα δέντρα έξω είναι γυμνά και στενά…

 

_

γρέφει η Βασιλική Δραγούνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!