Εδώ και καιρό είχε χάσει το βήμα της, μέχρι που σκόνταψε στη γωνία της καρώ βαλίτσας, που έχασκε κάτω από το κρεβάτι παρατημένη από καιρούς μακρινούς. Την έσυρε προς τα έξω μαζί μ’ ένα σύννεφο σκόνης. Είχε άσχημη όψη, φθαρμένη στις γωνίες, με σπασμένα γαζιά και σκουριασμένους μεντεσέδες. Αν και παλιομοδίτικη της φάνηκε γεμάτη προσόντα. Μια βιάση την κυρίεψε να την εμπιστευτεί. Έβαλε τα απαραίτητα της μέσα και με διάθεση να γνωρίσει το καινούριο, πήγαν παρέα στον παλιό σταθμό.

Ο σταθμάρχης σήκωσε το σήμα εκκίνησης και σφύριξε. Τρέχοντας ανάμεσα στους ατμούς της μηχανής, πρόλαβε να επιβιβαστεί χωρίς να γνωρίζει τον προορισμό της. Σημασία είχε για αυτήν πως δεν έχασε το τρένο. Δεν έβαλε την βαλίτσα της ψηλά με τις άλλες αποσκευές, μα δίπλα της. Παρέα να την κρατά στο φευγάτο τρένο, ίσαμε να βρει τις δικές της επιθυμίες, που πρώτη φορά τις έψαχνε χωρίς θυμό, γεμάτες θύμησες από το παρελθόν το εμβρυακό, το σχεδόν άγραφο. Ήθελε ταξίδι με προορισμό. Δεν τον γνώριζε.

Τσαφ! Τσουφ! Έβλεπε από το παράθυρο να περνούν οι εικόνες της ζωής της, να φεύγουν τόσο γρήγορα, που να μην προλαβαίνει να τις γνωρίζει. Είχαν μεγάλη ανηφόρα μπροστά τους. Καταϊδρωμένο, αγκομαχώντας, ξεφυσούσε το τρένο: Ουφφφ θα σκάσω!... Ουφφφ θα σκάσω! Κουβαλούσε τόσο βάρος προσπαθώντας να φτάσει στην κορυφή. Μα σαν έφτασε, δεν το κρατούσε τίποτε. Ξαμολήθηκε στην κατηφόρα φωνάζοντας πανηγυρικά: αφφφήστε με!... αφφφήστε με!... αφφφήστε με! Ήταν η μόνη άραγε που το άκουγε; Μήπως την άκουγε κι αυτό;

Άφησε τις παλιές θύμισες και πρόσεξε τα χωράφια, που ξετυλίγονταν κίτρινα μπροστά της, έτοιμα για θερισμό. Είδε πράσινα αγέρωχα δέντρα, κολώνες ηλεκτρισμού, καθαρό ουρανό πάνω από ψηλά βουνά, κόκκινες στέγες, αυλές, μεγάλες μικρές, με λουλούδια, με άσπρες μπουγάδες σε τεντωμένα σχοινιά.

Στάση στον εποχιακό σταθμό. Νιώθει πως δεν τελειώνει εδώ το ταξίδι της. Συνεχίζει. Εναρμονίζεται με την ανάσα του κουβαλητή της. Τσαφφφ! Κάτι ανάβει μέσα της. Τσουφφφ! Κάτι σβήνει πάνω στις ράγες της ψυχής της, τις δυνατές, τις σιδερένιες, που δεν μπορούν να ανταμώσουν. Κυλούν πάνω τους τα δάκρυα της και σβήνουν το φως που θέλει να ανάψει.

Στάση. Στην αναμονή για διασταύρωση, περιμένοντας το τρένο που ταξιδεύει με αντίθετη φορά. Δεν υπάρχει διπλή γραμμή. Μόνο ένα ταξιδεύει ανάμεσα σε δυο σταθμούς. Επανεκκίνηση με καθυστέρηση. Πεισμωμένοι αυξάνουν συνεχώς ταχύτητα για να μειώσουν τον χρόνο που έχασαν. Θέλουν να φτάσουν στο τέρμα εγκαίρως.

Σ’ ένα φιδίσιο ελιγμό φαίνεται το μακρινό τούνελ. Δεν αργούν να το φτάσουν. Μπαίνουν μέσα και μετά, σκοτάδι παντού. Φφφοβάμαι!... Φφφοβάμαι!... Φφφοβάμαι! Χτυπούν πάνω στο σκληρό μπετό οι κραυγές τους και γυρίζουν παραμορφωμένες στ’ αυτιά τους. Είθε να περάσει γρήγορα το σκοτάδι που θρέφει το φόβο. Πρέπει να διαβούν το τούνελ αν θέλουν να φτάσουν στο τέρμα. Περιμένουν καρτερικά να σιγάσουν οι φωνές για να ανάψουν τα φώτα της ψυχής τους. Με μυστική συμφωνία σμίγουν τον παλμό του βηματισμού τους. Χουφτώνουν τις ράγες για να μην εκτροχιαστούν και με ατσάλινη ορμή οδεύουν για την έξοδο.

Φως δειλό ξεπροβάλλει. Μεγαλώνει, μεγαλώνει και τους τραβά κοντά του. Αφήνει πίσω τις σκιές. Από την σιωπή του φόβου γεννιέται ένας γλυκός ρυθμός. Είναι τόσο οικείος που θυμίζει τους ήχους και τις δονήσεις της ενδομήτριας ζωής . Γίνεται τραγούδι χαράς σε δυο τόνους.

Είδα το φφφως μου!

Είδα το φφφως μου!

Είδα το φφφως μου!

 

_

γράφει η Κατερίνα Λαζίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!