Φωτογραφία: Φοίβος Σταμπολιάδης

Σιδηροδρομικός σταθμός Βουδαπέστης. Βγήκε από την υπόγεια στάση του μετρό και τον είδε ακριβώς μπροστά της. Κοίταξε το ρολόι της. Καμία βιασύνη. Μιάμιση ολόκληρη ώρα νωρίτερα. Ενενήντα ολόκληρα λεπτά να σκοτώσει. Η ηλεκτρονική ταμπέλα του φαρμακείου έδειχνε δώδεκα βαθμούς Κελσίου. Έκανε αρκετό κρύο για να περιμένει στα παγκάκια του σταθμού. Το τραίνο της θα ερχόταν στην πλατφόρμα νούμερο επτά, δέκα λεπτά πριν την αναχώρησή του. Ήθελε επειγόντως ένα ζεστό καφέ. Στην απέναντι γωνία, που έβλεπε απευθείας στο σταθμό, είχε ανοίξει σχετικά πρόσφατα μια καφετέρια. Κάθε μέρα ετοίμαζαν φρεσκότατα σάντουιτς με ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου. Και γλυκίσματα, πολλά γλυκίσματα, συνοδευτικά του καφέ κυρίως. Με σοκολάτα, σταφίδες, φρούτα του δάσους και κρουασάν με μυρωδάτο βούτυρο. Οι υπάλληλοι τα ετοίμαζαν και τα έψηναν επιτόπου. Η μυρωδιά που αναδυόταν κάθε φορά που άνοιγαν τον φούρνο, σε έπιανε από τη μύτη. Αδύνατο να αντισταθεί ακόμα και ο πιο πειθαρχημένος πελάτης. Καμία δίαιτα, καμία υπόσχεση στον εαυτό δεν ήταν ικανές να αγνοήσουν το γλάσο ζάχαρης, που έτρεχε στα ζεστά κεκάκια κανέλας.

Παρήγγειλε ένα διπλό λάτε, κέικ σοκολάτας με γλάσο ζάχαρης και κάθισε στο σκαμπό που κοίταζε έξω. Όση ώρα μασουλούσε το κέικ, παρατηρούσε τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της πρόσοψης του σταθμού. Έριχνε και ματιές στους περαστικού που περνούσαν από μπροστά της. Τους έλειπε η ζεστασιά στο βλέμμα. Άνθρωποι σκληροί και απόμακροι. Οι ατέλειωτοι παγωμένοι χειμώνες έχουν κάνει την καρδιά τους δύσκαμπτη.

 Ήταν η ώρα να φύγει. Πέρασε με προσοχή το δρόμο και μπήκε στο σταθμό. Ο κόσμος ακόμα ήταν λίγος. Τουρίστες και κυρίως επαγγελματίες με κακόγουστα κουστούμια και καταστηματάρχες που στεγάζονταν εκεί. Τριγύρω πετούσαν πουλιά. Στην οροφή, ανάμεσα στις σιδερένιες τραβέρσες, έφτιαχναν τις φωλιές τους για περισσότερη ασφάλεια από τα στοιχεία της φύσης και τα άλλα αρπακτικά, που λυμαίνονταν την πόλη. Κάθε άνοιξη τα πουλιά ερωτοτροπούσαν στα φανερά πάνω από τα κεφάλια των επιβατών. Λες και περιγελούσαν τους ανθρώπους που ζούσαν κατά τα άλλα μια ζωή γεμάτη απολαύσεις. Στάθηκε μπροστά στο βαγόνι μέχρι να ανοίξουν οι θύρες αυτόματα. Όταν επιτέλους άνοιξαν, ανέβασε με δυσκολία τις βαριές της αποσκευές.

Κάθισε αναπαυτικά στο κάθισμα της πρώτης θέσης. Τέσσερις μέρες στην Πράγα δεν ήταν άσχημα. Η Πράγα δεν διέφερε και ιδιαίτερα από τη Βουδαπέστη, αλλά λίγες στιγμές χαλάρωσης από την απαιτητική και πολύωρη εργασία στο γραφείο ήταν κάτι. Το πρόγραμμα του συνεδρίου σίγουρα θα επέτρεπε μια βόλτα στην παλιά συνοικία ή στις όχθες του ποταμού. Δεν θα ήξερε κανένα σύνεδρο, αλλά αυτό το είχε συνηθίσει. Ήθελε να είναι και ο Τζον μαζί. Η νέα θέση του όμως δεν του επέτρεπε προς το παρόν να παίρνει άδεια.

Ο σερβιτόρος τη ρώτησε πολύ ευγενικά αν ήθελε κάτι. Παρήγγειλε έναν ακόμα καφέ. Τον είχε σφιχτά στις παλάμες της. Ήπιε μια δυο γουλιές. Το τραίνο θα διέσχιζε μια ατελείωτη πεδιάδα για περίπου δυο ώρες. Μόνο χωράφια σκαμμένα και κανένα φουγάρο της ηλεκτρικής εταιρίας. Τίποτα δεν θύμιζε τα χειμωνιάτικα ταξίδια στο χωριό, όταν ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά. 

Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφυγε για τη Βουδαπέστη αναγκαστικά, λόγω μετάθεσης. Η απόφαση ήταν μονόδρομος. Δούλευε στα κεντρικά γραφεία μιας εταιρίας στην Αθήνα μέχρι τότε. Η οικονομική κρίση είχε έρθει ήταν σαρωτική. Άλλαξαν πολύ τα πράγματα για όλους. Η εμπιστοσύνη της αγοράς κλονίστηκε και πολλές μεγάλες εταιρίες εγκατέλειψαν την Ελλάδα για χώρες με πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον. Της ήρθε νύστα στα μάτια. Είχε ξυπνήσει από τα χαράματα. Μόλις το τραίνο ξεκίνησε, έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ήταν ήδη οκτώ το πρωί. Τέτοια ώρα ο Τζον θα είχε μόλις ξυπνήσει και θα ετοίμαζαν το πρωινό τους, αν δεν είχε φύγει.

Δεν έτρωγαν αυγά με μπέικον, πατατάκια, κόκα κόλα, βιομηχανοποιημένο ψωμί και ξεχασμένο χάμπουργκερ από το προηγούμενο βράδυ, όπως κάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τζον είχε βαρεθεί γενικά τις αμερικανικές συνήθειες και για αυτό άλλωστε αποφάσισε να κυνηγήσει την τύχη του στην Ευρώπη. Κάπως έτσι τον γνώρισε. Τον χειμώνα έπιναν ζεστό καφέ ή τσάι με μέλι και ένα ημίγλυκο ψωμί, που αγόραζαν από το φούρνο της γειτονιάς. Το καλοκαίρι φραπέ φυσικά. Τα παγωμένα αυτά πρωινά το χιόνι συνήθως κάλυπτε την πόλη. Μήνες ολόκληρους οι νιφάδες αθόρυβα ξάπλωναν στο παγωμένο έδαφος, στις στέγες, στην άσφαλτο. Αθώα και ανυποψίαστα κορμιά πάνω σε σκληρό στρώμα, κάλυπταν κάθε ασχήμια. Όταν είχε χιονοθύελλα, απολάμβαναν τη σπιτική θαλπωρή χαζεύοντας από το παράθυρο το μανιασμένο αέρα. Στις μεγάλες αυτές κακοκαιρίες, που δεν σπάνιζαν εδώ, ένιωθαν πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Με τέτοιο καιρό τους έπιανε η μανία να κάνουν έρωτα με τις ώρες. Οι καυτές ανάσες και τα κορμιά, που έτρεμαν από τον πόθο και την ηδονή, σφράγιζαν το δικό τους κόσμο από τις εισβολές της παγωμένης ατμόσφαιρας, διέλυαν κάθε ανησυχία, καταλάγιαζαν τις όποιες αμφιβολίες και αγωνίες για το αύριο. Ο Ντίνος, ο γάτος που είχαν μαζέψει από το δρόμο πριν καιρό, όταν καταλάβαινε τι συμβαίνει, πηδούσε στο κρεβάτι. Κούρνιαζε σε μια γωνία, έβαζε μόνο το κεφάλι κάτω από το ζεστό πουπουλένιο πάπλωμα και γουργούριζε ευτυχισμένος. Όταν τα σώματά τους σταματούσαν να λικνίζονται στου πάθους το άγριο κύμα, σαν βαρκούλες δεμένες μεταξύ τους στο απάνεμο λιμάνι, απολάμβαναν την ηρεμία και την ανάμνηση της μάχης στην ανοιχτή θάλασσα. Ένιωθαν περισσότερο από ποτέ ζωντανοί και ασφαλείς. 

Εκείνη σηκωνόταν μόνο για να φτιάξει αχνιστό καφέ και από μια φρυγανιά με μέλι τρυγημένο από τα ελατοδάση του Παρνασσού. Ύστερα, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, μιλούσαν για την Ελλάδα. Ήταν το μόνιμα αγαπημένο τους θέμα μετά την ερωτική πράξη. Την άκουγε αχόρταγα να διηγείται ιστορίες από τις χειμερινές διακοπές που κάνανε παιδιά στο βουνό: «Τα Καστέλλια, το χωριό του παππού και της γιαγιάς, λίγα χιλιόμετρα από τον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στη Λαμία, φώλιαζαν στις δασοσκεπείς υπώρειες της Γκιώνας και της Οίτης. Προπύργιο των ανταρτών στον εμφύλιο, όπως και όλα τα απομονωμένα χωριά της περιοχής. Το διέσχιζε ο Βοιωτικός Κηφισός, που στις βαριές βροχές του φθινοπώρου έτρεχε αφρισμένος γεμάτος φερτά υλικά και λάσπη από το λατομείο. Την άνοιξη μοσχοβολούσαν τα θεόρατα πλατάνια παραταγμένα στις όχθες του. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά περνούσαμε τις διακοπές αλωνίζοντας εδώ και εκεί, πότε στο φαράγγι που οδηγεί στις Λογγιές, και πότε στα γραφικά ξωκλήσια για να ανάψουμε τα καντήλια του αγίου και το θυμιατήρι. Οι πολύ κρύες μέρες μας έβρισκαν στη μεγάλη κατάλευκη φλοκάτη, μπροστά από το πυρωμένο τζάκι». 

«Κάτω στον κεντρικό δρόμο, ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός του Μπράλου, ο άλλοτε ονομαζόμενος και σταθμός της Γραβιάς. Μόλις έκλειναν τα σχολεία, την επόμενη κιόλας μέρα, ο πατέρας μας πήγαινε με το αυτοκίνητο στο σταθμό Λαρίσης για να πάρουμε το πρώτο τραίνο για Θεσσαλονίκη, που έκανε στάση και στον πέτρινο διώροφο σταθμό. Ανελλιπώς μας αγόραζε τυρί και κουλούρι που μοσχοβολούσε. Το μπόλικο σουσάμι άφηνε στο στόμα μια έντονη γεύση φρεσκοσκαμμένης γης. Τέτοια ώρα ο σταθμός ήταν γεμάτος φαντάρους με φύλλα πορείας στο χέρι και τις ασήκωτες παραμάνες στους ώμους. Οι περισσότεροι θα κατέβαιναν στην Κατερίνη. Καμιόνια του στρατού θα τους έπαιρναν από εκεί για να τους μεταφέρουν στο Λιτόχωρο. Ακοίμητοι φρουροί στις πύλες του Ολύμπου με το βλέμμα στραμμένο κατά το μέρος της θάλασσας, που έλουζε τα καλοκαίρια τα σταρένια κορμιά ημίγυμνων κοριτσιών. Με τα στρατιωτικά κιάλια μεγάλης εμβέλειας οι πιο τυχεροί θα απολάμβαναν το θέαμα γεμάτοι εφηβική λαγνεία. 

Στην κεντρική είσοδο του σταθμού αχθοφόροι μεροκαματιάρηδες διπλάρωναν τίποτα γριές, που έβγαιναν από τα ταξί, μήπως και τσιμπήσουν κανένα γενναίο ποσό για τη μεταφορά των αποσκευών μέχρι την αποβάθρα. Απολάμβανα τους μικροπωλητές, σαλέπι το χειμώνα, κουλούρια και λουκουμάδες όλο το χρόνο, φέτες καρπούζι το καλοκαίρι, σύκα και σταφύλι το φθινόπωρο. Περισσότερη εντύπωση μου έκαναν οι πωλητές λαχείων. Στην πλειοψηφία τους μεγάλοι στην ηλικία. Με βλέμμα συνήθως κουρασμένο από το ολοήμερο σεργιάνι προς αναζήτηση πελατών, υπόσχονταν χαμογελαστοί ένα γύρισμα της τύχης, πλούτη και ευτυχία. Αναρωτιόμουν αφελώς γιατί δεν κρατούσαν την τύχη για τον εαυτό τους, αφού την είχαν κρεμασμένη στα μανταλάκια της απλώστρας που έσερναν εδώ και εκεί.

Ο πατέρας μας χαλάλιζε και έκλεινε πάντα αριθμημένες θέσεις για να είμαστε όλες μαζί, εγώ και οι δυο μου αδελφές. Στον πηγαιμό καθόμασταν στην αριστερή μεριά του βαγονιού και πάντα δίπλα παράθυρο, γιατί η θέα μάς φαινόταν πιο συναρπαστική. Όταν το μεγάλο ρολόι του σταθμού σήμαινε την ώρα της αναχώρησης, ο σταθμάρχης σφύριζε παρατεταμένα μέχρι να του τελειώσει ο αέρας στα πνευμόνια. Κοκκίνιζε το πρόσωπό του και τα μελίγγια του πρήζοντας. Θαρρείς θα έσπαγαν και το αίμα θα άρχιζε να τρέχει στην καλοσιδερωμένη του στολή. Ο πατέρας μάς κοιτούσε από την αποβάθρα γνέφοντας, αλλά εμείς «πέρα βρέχει». 

«Η πρώτη μισή ώρα της διαδρομής αδιάφορη. Σπίτια, σπίτια και πάλι σπίτια. Συνοικίες με τσαντίρια και πολύ σκουπιδομάνι πιο κάτω, μικρές βιοτεχνίες ύστερα κάθε λογής, ρούχα, χρώματα, μέταλλα, υλικά ανακύκλωσης, φάρμακα. Όσο αύξανε η ταχύτητα του τραίνου, θόλωναν όλα. Φαίνονταν σαν μια λευκή προς γκρι γραμμή. Παλιότερα νόμιζα ότι οι δραμαμίνες, που έπαιρνα, μου δημιουργούσαν παραισθήσεις. Τώρα γνωρίζω ότι το οπτικό νεύρο και ο εγκέφαλός μου δεν προλάβαιναν να επεξεργαστούν τις εικόνες. 

Για να σπάσουμε τη βαρεμάρα, αρχίζαμε τα πειράγματα και τα νευρικά γέλια. Οι κυρίες τριγύρω γούρλωναν τα μάτια για να μας κάνουν νόημα να σταματήσουμε. Πάντα κάποιος από το μπροστινό κάθισμα θα γυρνούσε απότομα το κεφάλι, τάχα ενοχλημένος. Ρίχναμε κλεφτές ματιές μεταξύ μας γελώντας συνωμοτικά. Το τραίνο συνέχιζε στις παρυφές της Πάρνηθας παράλληλα με την εθνική οδό για κάμποση ώρα. Το συμπαγές δάσος πεύκης μας συντρόφευε μέχρι να βγούμε στην πεδιάδα. Πότε πότε μας ερχόταν η βαριά μυρωδιά από τα ορνιθοτροφεία των Οινοφύτων και τα εργοστάσια χρωμάτων. Δεξιά μας δέσποζε χιονοσκέπαστη η Δίρφυς σε σχήμα ηφαιστειακού κώνου. Ο πατέρας έλεγε ότι στην Ιαπωνία υπάρχει ένα παρόμοιο βουνό σύμβολο της χώρας. «Ε..σιγά έχουμε και εμείς ένα τέτοιο βουνό και μάλιστα πιο ωραίο. Δεν χρειάζεται να πας στην Ιαπωνία..» απαντούσε η μεγάλη μου αδερφή. Το τραίνο έτρεχε πια στην ανοιχτή πεδιάδα με εκατό πενήντα χιλιόμετρα. Δεν έμενε παρά μιάμιση ώρα δρόμος για τον προορισμό μας. Με αυτή την ταχύτητα τα αυτοκίνητα έδιναν την εντύπωση ότι ήταν σταματημένα. 

Πρώτη στάση η Θήβα. Η πατρίδα του Οιδίποδα. Την είχαμε μάθει απέξω την ιστορία. Ο γιος, που έλυσε το γρίφο της σφίγγας, σκότωσε τον πατέρα του, παντρεύτηκε την μάνα του και στο τέλος έβγαλε τα μάτια του. Πέθανε από ντροπή στην αφάνεια. Δεν είχα ιδέα τότε τι ήθελε να πει ο τραγικός ποιητής. Ή τρελός ήταν ή διάνοια». 

«Ο Φρόυντ πρώτος μίλησε για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα» μου είπε ο Τζον ξυπνώντας με από την ονειροπόλησή μου. 

«Η Αλίαρτος, η αποξηραμένη λίμνη της Κωπαΐδας, ο ποταμός Κηφισός, ο Ορχομενός με το αρχαίο θέατρο, τα τρεχούμενα νερά γεμάτα με λαχταριστές πέστροφες, ο βυζαντινός ναός της Παναγίας Σκριπού, που σύμφωνα με μαρτυρίες, σταμάτησε το φθινόπωρο του σαράντα τρία με θαυματουργικό τρόπο την επίθεση των κατακτητών στην περιοχή. Κοιτούσαμε έξω με τις μύτες μας κολλημένες στην τζαμαρία. Με το χνώτο μας θολώναμε το γυαλί και σχηματίζαμε με το δάκτυλο ανθρωπάκια, καρδιές και βρισιές, όταν ήμασταν σίγουρες πως δεν μας έβλεπε κανείς. Εφήμερες γραφές στις πρώτες σελίδες του βιβλίου της ζωής μας. 

Λίγο έξω από τη Λιβαδειά το τραίνο έκανε στάση. Πρωτεύουσα του Νομού, κομβικό σημείο για όσους τραβούσαν κατά την Αράχωβα, τον Όσιο Λουκά για προσκύνημα, και για τους ξένους, κυρίως τουρίστες, που αναζητούσαν στο μαντείο των Δελφών το δικό τους χρησμό για τα μέλλοντα. Ο Παρνασσός ήταν πλέον μπροστά μας. Τι αντρικό βουνό, σκεπτόμουν! Τον χαζεύαμε γεμάτες έκσταση. Ξέραμε ότι πλησιάζαμε στο χωριό. Αρχίζαμε πάλι τα γέλια και τις χαζομάρες. Με την ανυπομονησία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας, ψάχναμε με το βλέμμα να δούμε τον παππού και τη γιαγιά στην αποβάθρα να μας περιμένουν. Δεν δίναμε δεκάρα για τα βλέμματα που μας κοιτούσαν με δυσφορία. Η ντροπή δική τους. Σε λίγα λεπτά θα πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας».

 

_

γράφει ο Φοίβος Σταμπολιάδης