γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

To ποίημα ”Το Τραγούδι Αγάπης του J. Alfred Prufrock”, του Thomas Eliot, γραμμένο το 1915 και με εισαγωγή από την ”Θεία Κωμωδία” του Δάντη, επανακαλύπτει τις πλαισιώσεις μίας ποίησης που προβάλλει τον ‘εαυτό’ της στο χρόνο, φέρει τα χαρακτηριστικά κατάθεσης στην επωνυμία αλλά και στην ανωνυμία που ευρίσκεται μεταξύ σιωπής & πρόθεσης, ορίζοντας μία τελετουργία που περιλαμβάνει μείζονες και ελάσσονες στιγμές του βίου..

Η Ελιοτική ποιητική γραφή φέρει το βάρος της μέτρησης της αξίας της πράξης, απο-καλύπτεται πάνω στο ίδιο το πεδίο της παραδοχής, νοηματοδοτώντας με μία ‘αδιόρατη’ ταχύτητα, εντάσεις που δύνανται να υπερβούν μέσους όρους και ‘γρανιτένιες’ αναφορές..

Η ποιητικότητα του αναζητεί την τομή μεταξύ γίγνεσθαι και πράξης, το διακύβευμα που εμπεριέχεται στη λέξη, επιστρέφοντας από τον ‘μύθο’ για ένα ”Τραγούδι Αγάπης”: για την ιδιαίτερη προσδοκία της πρωταρχικής δι-επαφής, για έναν έρωτα δίχως ονόματα, για το θάμπος της νύχτας, καθώς και για την αναγνώριση των γηρατειών και της ηλικιακής φθοράς στην απουσία..

Σε ένα περιβάλλον διασταυρούμενων πόθων, ο ποιητής προσκαλεί στο ‘άσμα’ των συμβάντων που συναντούν την οριακότητα τους στο βλέμμα, στην διάψευση του οράματος & των οραμάτων, προσδιορίζοντας παράλληλα το τι σημαίνει η τριβή με την αντινομία-αντίφαση: μαρτυρία της ίδιας της προσωπικής ύπαρξης.

Ο Έλιοτ συγκροτεί ένα ιδιαίτερα εικονοκλαστικό περιβάλλον, με τις επάλληλες εικόνες που φέρουν τον και τους Prufrock, τις ανθρώπινες συνήθειες οι οποίες ακούγονται λυρικά, παράταιρα δοσμένες στη ‘συντροφικότητα’ τους.. «Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει πρόσωπα που συναντάς. Θα υπάρξει χρόνος να σκοτώσεις και να δημιουργήσεις, Και χρόνος για όλα τα έργα και ημέρες των χεριών Που υψώνονται και ρίχνουν μια ερώτηση στο πιάτο σου. Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα, Και χρόνος ακόμη για εκατό αβουλίες, Και για εκατό θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις, Προτού να πάρεις φρυγανιά και τσάι».[1]

Με έναν ελαφρά ειρωνικό και σχεδόν λυπημένο τόνο, ο ποιητής αναφέρεται σε μία χρονική πλαισίωση που καταπίπτει στο πεδίο της ανέστιας προσμονής, του ‘υπάρχει χρόνος’ για θριάμβους και μεγαλεία, εγγράφοντας τις όψεις των διερωτήσεων: τι δύναται να σημάνει ο χρόνος; Πως λειτουργεί ως ‘είδωλο’ προσδοκιών; Ως αξίωση ενοράσεων; Ως απεύθυνση και ‘συνομιλία’ με το σώμα;

Για το υπόδειγμα του ‘υπάρχει χρόνος’ ο φανερός και κεκαλυμμένος σαρκασμός, η ελλειπτική αντίθεση, η συσσώρευση ενός πάθους που όταν ‘εκρήγνυται’, μαρτυρεί τα πολύσημα πλαίσιο του ‘πυρίκαυστου’ βίου.

Ο χρόνος, η περιώνυμη χρονικότητα δύνανται να είναι το ‘φορτίο’ των προσδοκιών, η ενόραση ή  επαναοικειοποίηση της αναγέννησης, αλλά και ένας ‘αργού θανάτου’ γεμάτου από διάφορες ‘καλές προθέσεις’..

Το Ελιοτικό ποιητικό πράττειν, έμφορτο εικόνων, ‘εγγίζει’ τις εκφάνσεις των ‘παλλόμενων’ αντιφάσεων, και, ανασημαίνει με διάρκεια όχι απλά την ολιγωρία του κάθε J. Alfred Prufock, αλλά την αξίωση του να ακουστεί. Φορτικά & καθημερινά, υπό το πρίσμα της εκτατικής λέξης η οποία, δεν ψελλίζει ‘μπορώ’ αλλά ‘αισθάνομαι’.. Επιδιώκω να βιώσω το ακόμη ‘αβίωτο’..

Υπό το πρίσμα της ποίησης της συν-διαλλαγής, ο Thomas Eliot εκθέτει την μνήμη, την προτεραιότητα της επιστροφής: «Διότι τα γνώρισα όλα κιόλας, γνωρίζοντας τα όλα- Γνωρίζοντας τα βραδυνά, πρωινά, απογεύματα, Μέτρησα την ζωή μου με κουτάλια του καφέ. Γνωρίζω τις φωνές που εκπνέουν, μ’ ένα εκπνέον πάθος Πιο κάτω από την μουσική του απώτερου δωμάτιου. Έτσι πως να υπέθετα”;».[2]

Ο ποιητικός λόγος, δοσμένος σε μία ‘γλυκιά αυθάδεια’, ανακαλεί τους όρους της επιστροφής, της ανά-κλησης της οικειότητας, της συμβολικής όσο και ιδιαίτερης εκφοράς-προσδιοριστίας: «Διότι τα γνώρισα όλα κιόλας».

 Την αγωνία και την προσμονή του χρόνου, των δυνατοτήτων εντός χρόνου, καθώς και την οριζόντια διάψευση της φοράς προς το παρόν και το μέλλον.

«Μέτρησα την ζωή μου με κουτάλια του καφέ», αναφέρει ο ποιητής, σε ένα σημείο όπου αναδύεται στην επιφάνεια για να συν-διαλλαγεί με την Ελιοτική ευρύτητα, το ποιητικό μέτρο του Ηλία Τσέχου, ο οποίος ‘μετρά’ την κάθε λέξη, δίχως να αναζητεί ‘ελιξίρια νεότητας’ αλλά την προέκταση της, την φορά της ως ποίηση των τάσεων του πραγματικού: «Ναι ή Όχι, Η ζωή επανάληψη Δεν αγαπώ τις επαναλήψεις Πίνω τον καφέ πικρό Όπως πικρή είναι η ζωή Μη σας γελά η ζάχαρη Η μάνα μου λέει-έλεγε ”Δεν είναι πικρή η ζωή μικρή είναι».[3]

Διαμέσου των μητρικών αποφάνσεων για έναν βίο ‘ανέστιων’ πόθων, η Τσεχική ποίηση δοκιμάζεται καθημερινά, εγγράφει τις πλαισιώσεις δόκιμων και αδόκιμων καταγραφών, δια-κρατεί έναν συμβολισμό που θέτει ως επίκεντρο τις άνισες αναλογίες: ”Πίνω τον καφέ πικρό”, όταν ο Thomas Eliot, ”μετρά την ζωή με κουτάλια του καφέ”, σε ένα ‘παίγνιο’ συναρθρώσεων & υποκειμενικών διαθλάσεων: ο ενεστωτικός χρόνος και η πληθυντικότητα του εφικτού..

Στο ”Τραγούδι της Αγάπης”, ο ποιητής δεν δαμάζει, αλλά αφήνεται στις αισθήσεις του. Και με το πλαίσιο του διατηρήσιμου σαρκασμού, ανακαλύπτει την αλλαγή φρουράς: «Γερνώ.. γερνώ… Γυρισμένους του παντελονιού τους πάτους θα φορώ. Να χωρίσω τα μαλλιά μου πίσω; Τολμώ να φάω ένα μπουμπούκι; Να φορέσω παντελόνι ασπρουδερό λινό και να πάω στην αμμουδιά. Άκουσα τις νεράιδες τραγουδώντας, μια προς μια. Δεν νομίζω πως για μένα τραγουδούσαν. Τις έχω δει καλπάζοντας στην ακροθαλασσιά, στα κύματα Κτενίζοντας τ’ άσπρα μαλλιά κυμάτων που ξεσπούσαν Όταν ο άνεμος άσπρα και μαύρα σχίζει πίσω τα νερά. Χασομερήσαμε στις αίθουσες τις θάλασσας Με τα θαλασσοκόριτσα, τυλιγμένα φύκια κόκκινα και καστανά Ωσότου ανθρώπινες φωνές μας ξύπνησαν, πνιγόμαστε».[4]

Η ώρα του αναπόφευκτου, σε μία ‘θάλασσα’ συν-ταυτίσεων, εκεί όπου τον ποιητή τον ‘βρίσκει η ποίηση” με την τροπικότητα του Τίτου Πατρίκιου: «Εκεί που συλλογίζεσαι ποιος είσαι και τι έκανες πόσο ανοίχτηκες στους άλλους για να σε δεχτούν πόσο επιδείχτηκες στο κοινό για να του αρέσεις πως κλείστηκες τόσο πολύ για να προστατευτείς».[5]

Ο Έλιοτ σπεύδει να αποτυπώσει, εντός ποιήματος, αντιδράσεις, να ανασυνθέσει το φαντασιακό ως ‘ευφορία’ & ως ‘προδοσία’.. ‘Το τραγούδι Αγάπης του J. Alfred Prufock’, ή το ‘Ερωτικό Τραγούδι του’ σε άλλη μετάφραση, επανεπινοεί την πράξη της εξομολόγησης, της παράκλησης σε έναν ‘άγνωστο θεό’ που δύναται να υποκρύπτεται στη λέξη, στους ‘αυτοματισμούς’ της ερωτικής πρακτικής, στις προσδοκίες μίας ελάσσονος σιωπής. Εντός του ποιητικού λόγου η Δαντική ‘Κόλαση’ που ‘συναντά’ το πνεύμα της παραδοχής…

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Eliot Thomas, ‘To Τραγούδι Αγάπης του J. Alfred Prufock’, ‘Άπαντα τα Ποιήματα’, Ελληνική Μεταγλώττιση-Εισαγωγή: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1983, σελ. 42.

[2] Βλέπε σχετικά, Eliot Thomas, ‘Το Τραγούδι Αγάπης του J. Alfred Prufock…ό.π., σελ. 42.

[3] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Υγρός αγώνα Ή σταγόνα ή ωκεανός’, ‘Νόμοι Αφιερώσεων’, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Ούτις, Αθήνα, 2012, σελ. 7.

[4] Στο ίδιο, σελ. 45.

[5] Βλέπε σχετικά, Πατρίκιος Τίτος, ‘Σε βρίσκει η ποίηση’, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2012, σελ. 9.