night_boat

Γλαυκή παντιέρα σήκωσα σε μεσιανό κατάρτι

Και αγόρασα τον μπούσουλα με δανεικό παρά

Για προίκα φόρτωσα γιαλούς σ’ ένα σακί στην πλάτη

Πλώρη βάζω για θάλασσες στα μέρη του βορά

 

Απ’ τη στείρα στο ποδόσταμο έγνεφε η μπουκαδούρα

Ξέστηθοι οι ναύτες χόρευαν σαν να ‘χαν πυρετό

Πετούσαν τα εμπορεύματα και στοίβαζαν σαβούρα

Και φόρτωναν για καύσιμα βαρέλια με ποτό

 

Βραχνά σάλπισε η μπουρού το μπάρκο ν’ αποπλεύσει

Στην τιμονιέρα ο πλοίαρχος κρατήθηκε γερά

Μα άλλοι ζητούν να πάει δεξιά κι άλλοι κατά τη μέση

Και οι μαρνέροι εύχονται να πάει αριστερά

 

Έλυσε κάβους τελικά αυτό το τρελομπάρκο

Και ανέμελο ξανοίχτηκε σε απατηλά νερά

Στα πέλαγα αρμένιζε χωρίς να έχει ναύλο

Τη ρότα του τη χάραζε κατά που ο άνεμος φυσά

 

Ταξίδι δίχως προορισμό με κουζουλή πορεία

Στου καπετάνιου την αυλή γλεντούσαν φανερά

Οι επιβάτες και το πλήρωμα ρεμβάζαμε τοπία

Στην αμμουδιά όλοι χτίζαμε παλάτια με χαρά

 

Αίφνης μες τη νιρβάνα μας και μες την παραζάλη

Στον ουρανό κρεμάστηκαν δυο σύννεφα βαριά

Φωνές ψιθύρισαν δειλά -Πού πάει αυτό το χάλι…

-Στα βράχια είναι η πλώρη μας και κάνουμε νερά

 

Ο πλοίαρχος τρεκλίζοντας και με θολό κεφάλι

Ανέβηκε στη γέφυρα στητός καμαρωτός

Κοίταξε τον ορίζοντα μέσα απ’ άδειο μπουκάλι

Και απεφάνθη τελικά πως στράβωσε ο γιαλός

 

Ο καιρός μας έδεσε γερά μέσα σε τρικυμία

Το πλοίο μας βολόδερνε σε κύματα αλμυρά

Το πλήρωμα στασίασε κήρυξε ανταρσία

Και καπετάνιους άλλαζε τώρα με τη σειρά

 

Τα λόγια κούφιες άγκυρες ξεσέρνουν μ’ ευκολία

Τη μια πυξίδα έψαχναν την άλλη για εξάντα

Κοντολογίς υπόσχονταν μελλοντική ευφορία

Μα η θάλασσα ξεσήκωνε κύμα θεριό απ’ τη μπάντα

 

Σαν να μη έφταναν αυτά ήρθε κακό μαντάτο

Θα ζούμε λέει με νερό κι από φαΐ… ούτε μπουκιά

Γιατί τ’ αμπάρια είναι αδειανά κενά έως τον πάτο

Κι ολημερίς θα λάμνουμε δεμένοι στα κουπιά

 

Τα δάκρυα της που κύλισαν έσμιξαν με τ’ αλάτι

Η γοργόνα στο ακρόπρωρο έκλαιγε γοερά

Εκατό χρόνια λέει σκλαβιάς της έριξαν στην πλάτη

Και ο βασιλιάς της πέθανε μου το ‘πε καθαρά

 

Κάβο να ρίξω να πιαστώ θέλω απ’ τους αιώνες

Μα ο Ποσειδώνας που έστεκε στην κάθετη πλωριά

Μου είπε πως κι αν κάποτε ύψωσα Παρθενώνες

Τώρα τη λάμψη σκέπασε στα μάρμαρα η σκουριά

 

Κρέμασαν ξέφτια τ’ άρμενα και τρίζει το κατάρτι

Στο μπάρκο δίχως προορισμό δύο είναι πιθανά

Ή να με βγάλει στο βυθό στα άδυτα του χάρτη

Ή να μ’ αφήσει ξέμπαρκο στη μέση του πουθενά

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!