Το έχω παρατηρήσει, αν αγνοήσω την πρώτη μέτρια θέση για παρκάρισμα, θα το πληρώσω ακριβά. Κάποια στιγμή έρχεται η λύτρωση. Κλειδώνω. Ποθώ διακαώς ένα τσιγάρο. Μια γύφτισσα με παρακαλεστό ύφος ήταν ό,τι δεν θα ανεχόμουνα. Πλησιάζει και της ξεκόβω.
- Δεν έχω λεφτά. Όλος ο εκνευρισμός σε τρεις λέξεις.    
- Δεν θέλω χρήματα, ένα τσιγάρο θέλω, έχω να καπνίσω από προχτές.
Βγάζω και της προσφέρω τέσσερα.
-Το τσιγάρο είναι του Θεού, πάρε.
Η γυναίκα γυρίζει και μου φιλάει το μπράτσο. Δεν το ανέχομαι. Της προσφέρω το μάγουλο.
- Εσένα θα σε ξανασυναντήσω, μου λέει με ύφος χαρτορίχτρας.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Μαυρομματάκης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!