τοβιβλίο.net

Select Page

Το υπουργείο της υπέρτατης ευτυχίας, της Αρουντάτι Ρόι

Το υπουργείο της υπέρτατης ευτυχίας, της Αρουντάτι Ρόι

 

γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 

Akh daleela wann.

Πες μου μια ιστορία.

Azadi ka amtlab kya;

La ilaha illallah.

Τι σημαίνει ελευθερία;

Δ

εν υπάρχει άλλος θεός, μόνο ο Αλλάχ.

Azadi!Azadi!

Ελευθερία! Ελευθερία!

Jis Kashmir ko khoon se seencha! Who Kashmir hamara hai!

Το Κασμίρ το΄χουμε ποτίσει με το αίμα μας! Το Κασμίρ είναι δικό μας!

Ro rahi hai yeh zameen! Ro raha hai asmaan…

Ετούτη η γη κλαίει! Κι ο ουρανός μαζί…

Ο Αφτάμπ σε ηλικία δεκαπέντε χρονών έγινε η Αντζούμ, μαθήτρια της ουστάντ Κουλσούμπ Μπι, στη γκαράνα, που βρισκόταν στο Δελχί. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κβάμπγκα. Εισήλθε σε ένα άλλο σύμπαν.Μπορούσε επιτέλους να φοράει ό,τι λαχταρούσε, κούρτα με στρας και δαντέλες, πλισέ σαλβάρια Πατιάλα, σαράρα, γκαράρα, ασημένια αλυσιδάκια στους αστραγάλους, γυάλινα βραχιόλια και κρεμαστά σκουλαρίκια. Τόνιζε τα μάτια της με μολύβι και γαλάζια σκιά κι απέκτησε ένα πλούσιο προκλητικό στόμα σαν της Μαντουμπάλα, βάφοντας τα χείλια της με γυαλιστερό κόκκινο κραγιόν. Είχε δυνατό πρόσωπο, με σμιλευτά χαρακτηριστικά κι εντυπωσιακή γραμωτή μύτη. Ήταν σέξι, προκλητική και γοητευτική, με μια ακραία θηλυπρέπεια, που έκανε τις αληθινές, από βιολογική άποψη γυναίκες, γυναίκες της γειτονιάς, να φαίνονται δίπλα της αχνές, θαμπές και σβησμένες.Έμαθε να τονίζει το κούνημα των γοφών της, όταν περπατούσε, και να επικοινωνεί με τα χαρακτηριστική χειρονομία των Χίτζρα, τη χειρονομία με τεντωμένα ανοιχτά δάχτυλα. Δεν υπήρχε λόγος να ντρέπεται για τίποτα. Εκεί μέσα στο Κβάμπγκα την μύησαν στους κανόνες και στα τυπικά της κοινότητας των Χίτζρα.Με τα χρόνια η Αντζούμ έγινε η πιο φημισμένη Χίτζρα στο Δελχί. Οι Χίτζρα ήταν πλάσματα εκλεκτά, αγαπημένα του Θεού. Η λέξη Χίτζρα σήμαινε, Κορμί όπου ζει μια Ιερή Ψυχή.Στο Κβάμπγκα οι Ιερές Ψυχές, οι παγιδευμένες σε λάθος κορμιά, έβρισκαν τη λύτρωση. Οι ινδουίστριες, η Μπουλμπούλ και η Γκουντίγια, είχαν περάσει και οι δυο από την τυπική και τρομερά επώδυνη διασικασία του τελετουργικού ευνουχισαμού, πριν έρθουν στο Κβάμπγκα. Η Αντζούμ πήγε στον δρ Μπουκτάρ και τις αφαίρεσαι τα αντρικά γεννητικά όργανα και της αύξησε το ήδη υπάρχον αιδοίο της. Το αιδοίο που της έφτιαξε ο δρ Μπουκτάρ, όμως, ήταν απάτη.Δούλευε, αλλά όχι με τον τρόπο που της είχε υποσχεθεί ότι θα δούλευε, κι ας έκανε ακόμα δυο διορθωτικές επεμβάσεις. Η Αντζούμ έγινε περιζήτητη ερωμένη, με πείρα και επιδεξιότητα στις ηδονές του έρωτα.

Είχε φιλοδοξίες η Αντζούμ. Ήθελε να ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος.Ήθελε να γίνει μάνα. Η Ζαϊναμπ ήταν η μοναδική αγάπη της Αντζούμ.Την είχε βρει πριν τρία χρόνια που στεκόιταν ολομόναχη κι έσκουζε στα σκαλιά του Τζάμα Μαστζίντ, μια στάλα παιδί, πετσί και κόκκαλο, με πελώρια φοβισμένα μάτια. Η Αντζούμ υπέθεσε πως ήταν το πολύ τριών χρόνων. Έσκυψε και πήρε στην αγκαλιά της τη μικρή. Οι εμπόλεμε πλευρές μέσα στην Αντζούμ βουβάθηκαν. Το κορμί της έπαψε να είναι πεδίο μάχης κι έγινε ένας χώρος φιλόξενος.Η Ζαϊνάμπ άρχισε να λέει την Αντζούμ «μάμια». Η Αντζούμπ άρχισε να τη βάζει για ύπνο με παραμύθια και ιστορίες. Της έλεγε την ιστορία της Υπέργειας Διάβασης, που τόσο άρεσε στο κορίτσι να την ακούει. Η Αντζούμ έζησε στο Κβάμπγκα με το μπαλωμένο σώμα της και τα εν μέρει πραγματοποιημένα όνειρά της, τριάντα χρόνια. Ήταν σαράντα έξι όταν ανακοίνωσε πως ήθελε να φύγει.Η Αντζούμ δεν είχε που να πάει.

Τελικά η Αντζούμ πήγε και εγκαταστάθηκε σε ένα απεριποίητο, μισοπαρατημένο νεκροταφείο, που σπάνια το χρησιμοποιούσαν πια. Ζούσε σε νεκροταφείο σαν δέντρο. Την πρώτη νύχτα της στο νεκροταφείο, έπειτα από μια σύντομη αναγνωριστική βόλτα, η Αντζούμ ακούμπησε το ντουλάπι της και τα λιγοστά της υπάρχοντα, δίπλα στον τάφο του Μουλακάτ Αλί κι έστρωσε το χαλί και τα στρωσίδια της ανάμεσα στην Αλάμ Μπάτζι και την Μπεγκούμ Ρενάτα Μουμπάζ Μαντάμ.Δεν έκλεισε μάτι φυσικά.Όχι πως την ενόχλησε κανείς από το νεκροταφείο –ούτε τζίνια ήρθαν να κάνουν τη γνωριμία της, ούτε φαντάσματα τη φοβέρισαν με το περασμά τους. Για μήνες έζησε η Αντζούμ στο νεκροταφείο, ένα τσακισμένο θηρίο, ένα στοιχείο χειρότερο απ΄όλα τα τζίνια και τα φαντάσματα, που είχαν εκεί το σπίτι τους. Εκεί έφτιαξε ένα τσίγκινο παράπηγμα. Στην αρχή έγινε καλύβα, που χωρούσε ένα κρεβάτι.Μετά έγινε ένα μικρό σπίτι με κουζινάκι.Στη σκεπή έβαλε πέτρινες πλάκες. Η Ζαϊναμπ –Μπάντικουτ, που είχε γίνει πια κοπελίτσα, άρχισε να την επισκέπτεται στο νεκροταφείο. Με τον καιρό η Αντζούμ άπλωσε τη στέγη της και πάνω από τους τάφους των συγγενών της. Έχτισε δωμάτια γύρω της.Κάθε δωμάτιο είχε έναν ή δύο τάφους κι ένα κρεβάτι. Ή δύο κρεβάτια. Έχτισε χωριστό μπάνιο και τουαλέτα με δική της σηπτική δεξαμενή. Νερό έπαιρνε από τη δημόσια βρύση με την πομόνα. Η Αντζούμ άρχισε να νοικιάζει κάποιες κάμερες σε μερικούς πάμφτωχους ταξιδιώτες. Έτσι έγινε ένας ξενώνας στο νεκροταφείο. Η Αντζούν ονόμασε το πανδοχείο της, Τζανάτ. Παράδεισο. Σιγά σιγά ο Ξενώνας Τζανάτ έγινε κέντρο διερχομένων και στέκι για τις Χίτζρα που δεν μπορούσαν να βρουν αλλού καταφύγιο. Μια μέρα ο Ξενώνας Τζανάτ υποδέχτηκε ένα μόνιμο ένοικο, έναν νεαρό που άκουγε στο όνομα Σαντάμ Χουσεϊν. Σε λίγο με την βοήθεια του Σαντάμ, στον Ξενώνα Τζανάτ, άρχισε να λειτουργεί και γραφείο κηδειών. Είχε κανονικό λουτρό με στέγη από ελενίτ και τσιμεντένια βάση για να ακουμπάνε τα πτώματα. Είχε έτοιμες ταφόπλακες, σάβανα, αρωματικό πηλό Μουλτάνι και νερό με τους κουβάδες. Είχε μόνιμο ιμάμη, διαθέσιμο ανα πάσα ώρα και στιγμή.

Η Αντζούμ ήξερε πως δεν είχε οδηγηθεί σε τούτο το Μέρος των Πεσμένων Ανθρώπων, ούτε από σχέδιο,ούτε από σύμπτωση.Εδώ την είχε ξεβράσει η παλίρροια…

Δεν είναι πως δεν είχε σχέδια.

Η Αντζούμ περίμενε να πεθάνει.

Ο Σαντάμ περίμενε να σκοτώσει.

Και μίλια μακριά, σε κάποιο δάσος ανήσυχο, ένα μωρό περίμενε να γεννηθεί…

Οι Μητέρες των Εξαφανισμένων δεν ήξεραν τι να κάνουν με το μωρό που εμφανίστηκε.Ειδικά με ένα μωρό μαύρο.Ειδικά με ένα μαύρο κοριτσάκι.Ειδικά με ένα μαύρο κοριτσάκι φασκιωμένο σε σκουπίδια. Τι να έκαναν το μωρό; Η Αντζάμ είπε ότι το κοριτσάκι αυτό ήταν δώρο του Θεού.Δώστε τη σ΄εμένα.Μπορώ να της δώσω την αγάπη που χρειάζεται.

Εκείνη την εποχή άρχιζε ο Δεύτερος Απελευθερωτικός Αγώνας στο Κασμίρ.Ο κύριος Αγκαρβάλ ήταν ο άνθρωπος πίσω από το κίνημα.Δύο αντίπαλοι στάθηκαν αντικριστά.Η Αντζούμ και ο Λογιστής, ο κύριος Αγκαρβάλ.Αυτός, ένας επαναστάυτης φυλακισμένος στο μυαλό ενός λογιστή. Αυτή, μια γυναίκα φυλακισμένη στο κορμί ενός άντρα. Αυτός, έξαλλος με έναν κόσμο του οποίου ο ισολογισμός δεν έβγαινε.Αυτή, έξαλλη με τους αδένες της, τα όργανά της, το δέρμα της, τη χροιά της φωνής της.Αυτός, που είχε περάσει τη ζωή του εντοπίζοντας φορολογικές παρατυπίες, λαδώματα και διαπλοκές. Αυτή, που χρόνια ολόκληρα είχε ζήσει σαν δέντρο σ΄ένα παλιό νεκροταφείο.Αυτός, που ήθελε έναν νόμο.Αυτή, που ήθελε ένα μωρό.Ποιος λογιστής θα είχε την παραμικρή ελπίδα να βγει νικητής από μια δημόσια μετωπική σύγκρουση με μια παλιά Χίτζρα από το Παλαιό Δελχί;

Το μαύρο μωρό δεν είχε μία μάνα,αλλά τρεις μανάδες και έξι πατεράδες,που ράφτηκαν μεταξύ τους με κλωστές από φως… Το μωρό το βγάλανε Μις Τζεμπίν η Δεύτερη. Η Μις Τζεμπίν η Δεύτερη περνούσε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου, την αγκάλιαζαν, τη φιλούσαν. Έτσι ξεκίνησε η ολοκαίνουργια ζωή της σ΄ένα μέρος παρόμοιο με εκείνο, όπου δεκαοκτώ χρόνια νωρίτερα, είχε τελειώσει τη ζωή της η νεαρή της πρόγονος, η Μις Τζεμπίν η Πρώτη. Σ΄ένα νεκροταφείο…

Η Τίλο συζούσε με τον Μούζα. Όμως παντρεύτηκε τον Νάγκα, ο οποίος από θρασύς εικονοπλάστης φοιτητής είχε γίνει διανοούμενος της ριζοσποαστικής αριστεράς κι αποδεκτός απ΄όλους δημοσιογράφος. Η Τίλο δεν γνώριζε ότι μέλλον συζυγός της συνεργαζόταν με την Υπηρεσία Πληροφοριών. Τον παντρεύτηκε πιστεύοντας πως ήταν ένας στρατευμένος δημοσιογράφος, ένας αγωνιστής της δικαισύνης, ένας εχθρός του καθεστώτος, που είχε σκοτώσει τον αγαπημένο της.

Η γυναίκα –άντρας που μιλάει με μια φωνή, που ακούγεται σαν δύο φωνές, μιλούσε θαυμάσια ούρντου.Αυτή ήταν η Αντζούμ, που ήταν φίλη της Τίλο –Τιλοτάμα, που μένει προσωρινά μαζί της στο νεκροταφείο.

Η Τίλο εγκατέλειψε τον Νάγκα μετά από δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς καμία εξήγηση. Η αινιγματική Τίλο είναι τόσο παρούσα όσο και απούσα στη ζωή των τριών αντρών που την αγάπησαν. Η Τίλο αγαπούσε ακόμα τον Μούζα. Η Τίλο δεν ήξερε πως ο Μούζα είχε παντρευτεί. Δεν της το είχε πει. Και γιατί να την πειράξει; Αφού εκείνη τον είχε παρατήσει. Αλλά την πείραξε. Ο Τίλο και ο Μούζα ήταν ταυτόχρονα εραστές και πρώην εραστές, ζευγάρι και πρώην ζευγάρι, αδέλφια και πρώην αδέλφια, συμφοιτητές και πρώην συμφοιτητές. Τριάντα χρόνια γνωρίζονταν η Τίλο, ο Νάγκα, ο Μούζα και ο Γκάρσον Χόμπαρτ. Ο Μούζα Γιεζούι (ο Διοικητής Γκιουλρέζ) πολεμούσε στην Κοιλάδα του Κασμίρ, στην Κοιλάδα του Θανάτου, ενάντια στους Ινδούς κατακτητές. Ο κόσμος φώναζε: «Φύγε Ινδία! Γύρνα σπίτι σου !» Το Κασμίρ ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου ένας λαός με σκούρο δέρμα κυβερνούσε ανθρώπους με δέρμα ανοιχτόχρωμο. Τα πράγματα στο Κασμίρ χειροτέρευαν με τους αντάρτες του Απελευθερωτικού Μετώπου Τζανμού και Κασμίρ (ΑΜΤΚ) και τον Ινδικό στρατό, αντιμέτωπους. Είχε αρχίσει το τεχρίκ, το κίνημα. Έτσι άρχισε η εξέγερση. Ο θάνατος ήταν παντού. Ο θάνατος ήταν πάντα. Καριέρα. Πόθος. Όνειρο. Ποίηση. Έρωτας. Η νιότη η ίδια. Το να πεθαίνεις έγινε απλώς άλλος ένας τρόπος να ζεις. Νεκροταφεία άνοιγαν σε λιβάδια και πάρκα. Μνήματα ξεφύτρωναν από το έδαφος σαν δοντάκια μικρών παιδιών. Στις περιοχές κοντά στα σύνορα κοντά στην Γραμμή Ελέγχου, η ταχύτητα και ο ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονταν τα πτώματα έφτασαν να ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Οι νεκροθάφτες δεν έπαιρναν ανάσα. Κι ενώ ο πόλεμος προχωρούσε, τα νεκροταφεία στην Κοιλάδα του Κασμίρ έγιναν πολλά. Οι φυλακές γέμισαν. Το Κασμίρ γέμισε με φυλάκια ελέγχου, οχυρά, όπλα, Καλάσνικοφ, χειροβομβίδες, νάρκες, τεθωρακισμένα, συρματοπλέγματα, στρατιώτες, αντάρτες, ασφαλίτες και σπιούνους, άντρες των ειδικών δυνάμεων, διπλούς πράκτορες, σφαγές, βασανιστήρια, βιασμούς, φρίκη, νεκρούς χιλιάδες. Στο Μαζάρ-ι-Σοχάντα, το Νεκροταφείο των Μαρτύρων υπήρχε μία πινακίδα στην κεντρική πύλη που έγραφε : «Δώσαμε τα δικά μας «σήμερα» για τα δικά σας «αύριο»». Η εξέγερση αναζωπυρώθηκε και συνετρίβη ξανά και αναζωπυρώθηκε και συνετρίβη ξανά και αναζωπυρώθηκε. Οι άνθρωποι ήξεραν πώς η ελευθερία που λαχταρούσαν δε θα ερχόταν χωρίς πόλεμο. Δεν μπορούσαν να νικήσουν μόνο με τα κορμιά τους. Έπρεπε να επιστρατεύσουν και τις ψυχές τους. Υπήρχαν στρατιώτες που είχαν μαζί τους στηθοσκόπια. «Αυτού εδώ η καρδιά χτυπάει για την Ελευθερία», έλεγαν. Κι αυτός ο λόγος αρκούσε για να στείλουν το σώμα, που φιλοξενούσε εντός του μια τέτοια καρδιά, στο Κάργκο, ή στα Πάπα Δύο ή στο σινέ Σιράζ, τα πιο τρομερά ανακριτικά κέντρα της Κοιλάδας του Κασμίρ!!

Η δολοφονία του δημοφιλούς Τζαλίμπ Κάντρι από τον Αμρίκ Σινγκ και τον Σαλίμ Γκότζρι. Τα μάτια του έλειπαν. Το μέτωπο είχε αίματα. Το σώμα ήταν ζαρωμένο και είχε αρχίσει η αποσύνθεση. Μετά ο Αμρίκ Σινγκ σκότωσε τον Σαλίμ Γκότζρι και τους φίλους του. Ο αιμοσταγής Αμρίκ Σινγκ. Ο χασάπης του Κασμίρ.

Στο Κασμίρ οι νεκροί θα ζουν για πάντα και οι ζωντανοί είναι πεθαμένοι, που παριστάνουν ότι ζούνε. Στους ανθρώπους του Κασμίρ έβρεχε μέσα στο κεφάλι τους. Στο Κασμίρ οι εφιάλτες περνούσαν από τον ένα στον άλλο. Δεν ήταν πιστοί στους αφέντες τους, μπαινόβγαιναν ξεδιάντροπα στα όνειρα άλλων ανθρώπων, δε σέβονταν σύνορα, έστηνα αριστοτεχνικά ενέδρες. Δεν υπήρχε τείχος, δεν υπήρχε οχύρωση, δεν υπήρχε φράχτης ικανός να τους εμποδίσει…

Σφαγές, δολοφονίες, καθάριος θάνατος, τσουχτερός πόνος, οι ψυχές των ζωντανών, οι ψυχές των πεθαμένων, το πένθος, η ελπίδα, ο τρελός έρωτας, η αγάπη (mpampatzaana),οι φιλίες, οι ουτοπίες, ο Παράδεισος, το τζιχάντ, οι αληθινές ιστορίες, η μυρωδιά του φόβου, η υποκρισία, η νέμεση, η τιμωρία, η εκδίκηση, οι σακατεμένοι άγγελοι των νεκροταφείων του Κασμίρ…

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Παρασκευη παρισση

    Ευχαριστουμε!! Υπεροχο!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος