Πέταξα τη ντροπή μες το ποτάμι

και κίνησα για να σε βρω,

την ώρα που ο αυγερινός κι η πούλια

στον ουρανό στήναν χορό

Έριξα τη ντροπή μες το ποτάμι

και πάει, την πήρε το νερό

 

Ρεφραίν

Αγράμπελη ψηλή ξανθή

που δέθηκες με τον κισσό,

το σούρουπο πριν κοιμηθεί

και το φεγγάρι ήταν μισό (δις)

 

Τίναξες τη ντροπή απ' το μπαλκόνι

κι ανθίσανε τα γιασεμιά,

την ώρα που ο δροσερός ο μπάτης

γλυκοφιλά την καλαμιά

Πέταξες τη ντροπή απ' το μπαλκόνι

και πάει, την πήρε η ποταμιά

 

της Ελένης Λιάκου