Το χάνι

28.03.2019

Είχε σουρουπώσει. Το χάνι του Δεματά δίπλα στο ποτάμι, εκείνα τα χρόνια ήταν πέρασμα. Η μέρα που έφευγε είχε προστάξει ένα ποτήρι κρασί στο καπηλειό.

«Γριά πουτάνα, εσύ θα τα πληρώσεις». Την τραβούσε απ΄ τα μαλλιά και την έσερνε στο πάτωμα. «Μού ΄φαγες τη ψυχή μωρή μπαμπόγρια, γρουσούζα μια ζωή. Ξίνισε το κρασί κωλόγρια, πανάθεμά σε», της έλεγε ο γέρο – Δεματάς, τύφλα στο μεθύσι. «Θα σε σκοτώσω απόψε πουτάνα» και την κλωτσούσε στα πλευρά. Άχνα δεν έβγαλε, μοναχά βογκούσε κάπου κάπου. Ένα κουβάρι έγινε, τρύπωσε ανάμεσα στα κρασοβάρελα του καπηλειού, για να βγάλει τη νύχτα. Κανένας δεν μπήκε μπροστά, μοναχά κάποιος φεύγοντας είπε πως, από τότε που την κουβάλησε στο χωριό, αυτά τραβάει η έρμη. Αν ήταν άλλος στη θέση της…

Σαν βγήκε ο ήλιος, το χωριό μαζεύτηκε στου Δεματά.

«Σήκω γριά, ο Δεματάς πέθανε, έσκασε απόψε απ΄ το πιώμα».

Σηκώθηκε κουτσαίνοντας και πήγε προς τα κεί. «Αλήθεια λέτε;» ρώτησε και τα μάτια της έλαμψαν. Πλησίασε αργά-αργά, τον σκούντησε με το πόδι και αποτραβήχτηκε. Περίμενε να σιγουρευτεί. Και άλλαξε το πρόσωπό της, ομόρφυνε. Πήγε πίσω, στολίστηκε, χτενίστηκε, έβαλε χρωματιστά, πήρε μια παλιά βαλίτσα με το βιό της και την ακούμπησε πάνω στο τραπέζι πού πινε ο Δεματάς. Άρχισε το δικό της μοιρολόι, κλάμα και θρήνος απ΄ τη ψυχή. Έκλαιγε για τη ζωή που χαράμισε για λόγου του. Γυρολόγος ήταν ο Δεματάς πριν καταλήξει στο χάνι. Περνούσε στα χωριά του Βάλτου και πούλαγε ζωοτροφές στους άντρες και έρωτες στις γυναίκες. Νέα κι όμορφη αυτή τότε και την πλάνεψε. Παράτησε πίσω τρεις ψυχές και έφυγε μαζί του.

«Πάμε δόλια γριά, ώρα του είναι» της είπαν, «σώνει, τον έκλαψες».

«Τραβάτε τον εσείς, πάω να φορέσω τα μαύρα», είπε και χάθηκε στο κατώι.

Έπεσε ο ήλιος και μανάδες κατηφόρισαν για την παρηγοριά.

«Τρεχάτε χωριανοί, καίγεται το χάνι» φώναξαν κι έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά.

«Όχι, όχι!» ούρλιαξε η γριά και σήκωσε τα χέρια στο θεό. Μπήκε μπροστά, φόρεσε ένα χαμόγελο και στάθηκε μια ανάσα από τις φλόγες που είχαν θεριέψει ίσα με κει πάνω. Λαμπάδιασε το καπηλειό, γέμισε ο τόπος αποκαΐδια. Μυρουδιά από ρετσίνι και κρασί σκόρπισε στο χωριό.

Στάχτη έγιναν όλα!

Μεσάνυχτα με μια βαλίτσα, ντυμένη στα κόκκινα, στολισμένη και χαμογελαστή, τράβηξε προς το ποτάμι.

 

_

γράφει ο Δημήτριος Σούρλας

Ακολουθήστε μας

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. Lena Mavroudi Mouliou

    Πολύ καλό, γεμάτο εικόνες, αχ και θλίψη.

    Απάντηση
  2. Παπαγεωργίου Δέσποινα

    Πόσο αληθινό,πόσα χαμόγελα και χρώματα φέρνει μερικές φορές μια απουσία….

    Απάντηση
  3. Artemis

    Πολύ ωραίο κ πολύ παραστατικό!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου