Select Page

Τρεις κλέφτες παρελθόντων

Τρεις κλέφτες παρελθόντων

time_travel

 

 

‘Ο άνθρωπος είναι σαν ένα σκοινί τεντωμένο μεταξύ κτήνους και υπερανθρώπου – ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.’

Φρίντριχ Νίτσε

 

Η σερβιτόρα έριξε ένα κοφτό βλέμμα προς τη μεριά των θαμώνων στον πάγκο, προτού κατευθυνθεί προς το τραπέζι απ’ όπου της είχε έρθει η παραγγελία. Μόλις ελευθέρωσε τον δίσκο απ’ τις τρεις μπύρες που τον βάραιναν, η ματιά της χάιδεψε τον γαλανομάτη που καθόταν ανάμεσα στους άλλους δύο. Αυτός εδώ της φαινόταν νοστιμούλης. Ο χοντρός στ’ αριστερά είχε ένα γλοιώδες ύφος και οι τρόποι του πρόδιδαν λάγνες προθέσεις. Ο μελαχρινός στα δεξιά δεν ήταν καθόλου άσχημος, πράγματι, και εξέπεμπε αρρενωπότητα, ωστόσο μια σκιά είχε σκεπάσει το πρόσωπό του – ένδειξη σκοτεινών διαθέσεων και προθέσεων. Αλλά ο μεσαίος είχε κάτι το γλυκό, κάτι το μυστήριο, κάτι το ρομαντικό. Κάτι που ξύπνησε έναν πόθο φευγαλέο στην ψυχή της σερβιτόρας.

Μα τι πελάτες και αυτοί! Τι παρέα! Μεταξύ τους δεν πρέπει να ταίριαζαν και πολύ σαν χαρακτήρες – αυτό ήταν φως φανάρι. Κι όμως να που μια ακατανόητη ιδιορρυθμία της μοίρας τούς είχε ενώσει κάτω από τη στέγη τούτου του απόμερου μαγαζιού.

Το δίχως άλλο θα ήταν πρώην πελάτες της Επαναφοράς Συνείδησης. Τέτοια υποκείμενα δεν σπάνιζαν τώρα τελευταία στα περίχωρα της χτισμένης στη μέση της ερήμου Γκόμπι και σκεπασμένης με έναν τεράστιο θόλο πόλης Μάρκαρ. Eιδικά από τότε που είχε ιδρυθεί το κέντρο ψυχολογικής στήριξης για τους επισκέπτες από παράλληλα σύμπαντα. Αυτό θα εξηγούσε τη σύσταση της αλλόκοτης παρέας. Και αν ήταν όντως πρώην πελάτες της Επαναφοράς Συνείδησης, πάει να πει ότι αυτοί οι άνδρες ήταν πλούσιοι. Ή έστω ότι θα γίνονταν πλούσιοι στο μέλλον. Ή τουλάχιστον θα γίνονταν πλούσιοι στο μέλλον και σε ένα παράλληλο σύμπαν. Να πάρει, μα τι μπέρδεμα!

 

* * *

 

Δυόμισι αιώνες είχαν περάσει από τότε που οι Ράτσνερ, Γιον-Χου και Άβερμαν είχαν μοιραστεί το Νόμπελ Φυσικής για την θεωρητική απόδειξη ότι απ’ όλες τις ερμηνείες της κβαντομηχανικής εκείνη των πολλαπλών κόσμων ήταν η ορθή. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι η κυματοσυνάρτηση που περιέγραφε το κάθε σωματίδιο-κύμα πρακτικά δεν κατέρρεε ποτέ, αλλά όλα τα πιθανά φυσικά ενδεχόμενα συνυπήρχαν σε διαφορετικές πραγματικότητες. Έτσι, λοιπόν, υπήρχε το σύμπαν στο οποίο την Τετάρτη είχες πάει στη δουλειά ξυρισμένος, αλλά συνυπήρχε και το σύμπαν στο οποίο την Τετάρτη το πρωί το ξυράφι σου είχε σπάσει απ’ την απροσεξία σου και είχες πάει στη δουλειά μουσάτος. Υπήρχε, επίσης, το σύμπαν στο οποίο ο Μέγας Ναπολέων είχε καταφέρει να κατακτήσει όλη τη Γη, όμως συνυπήρχε και το σύμπαν στο οποίο στην προϊστορική εποχή ένας γιγαντιαίος μετεωρίτης είχε πέσει στη Γη εξαφανίζοντας σχεδόν κάθε είδος ζωής…

Εκατόν πενήντα επτά χρόνια μετά απ’ αυτήν την σπουδαία ανακάλυψη, δύο ερευνητές είχαν κατορθώσει να έρθουν για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία σε επαφή με ένα παράλληλο σύμπαν. Όχι τηλεμεταφερόμενοι από ένα σύμπαν σε ένα διαφορετικό, καθώς η μεταφορά σώματος που έχει μάζα από το σύμπαν Α στο σύμπαν Β απαγορευόταν απ’ τους φυσικούς νόμους, αλλά ανταλλάσσοντας πληροφορία με το άλλο σύμπαν μέσω ενός πολύπλοκου μηχανισμού, που ακόμα και σήμερα ελάχιστοι επιστήμονες γνωρίζουν στ’ αλήθεια πώς λειτουργεί.

Τα επιχειρηματικά πνεύματα της εποχής δεν είχαν αργήσει να επωφεληθούν απ’ αυτές τις εξελίξεις. Μέσα σε χρόνο ντε-τε είχε ιδρυθεί η Επαναφορά Συνείδησης – μια εταιρεία που πουλούσε το πιο αλλόκοτο προϊόν που’ χε παραχθεί ποτέ στη Γη. Επρόκειτο για μια μηχανή ατομικής χρήσης ικανή να ανακαλέσει δεδομένα από οποιαδήποτε χρονική στιγμή της προγενέστερης ιστορίας του σύμπαντος στο οποίο κατοικούσε ο χρήστης. Η μηχανή ήταν κατόπιν σε θέση να μεταβιβάσει τη συνείδηση του χρήστη σ’ αυτή την προϋπάρχουσα χρονική στιγμή, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν. Η εξέλιξη του τελευταίου θα διαχωριζόταν από εκείνη του σύμπαντος στο οποίο προϋπήρχε μέχρι τώρα ο χρήστης σε κάποια από τις χρονικές στιγμές που θα επακολουθούσαν. Όλο αυτό συνέβαινε χάρη σε ένα δυσνόητο φαινόμενο σύζευξης του μεγαλύτερου μέρους των σωματιδίων που απάρτιζαν το σώμα του χρήστη στο ένα σύμπαν με πολλά από τα αντίστοιχα σωματίδια που απάρτιζαν το σώμα του ίδιου χρήστη στο παράλληλο σύμπαν.

Χάρη σ’ αυτήν την πρωτοποριακή εφεύρεση, αν ένας χρήστης πάθαινε κάποιο ανεπανόρθωτο ατύχημα και ήταν αρκετά πλούσιος ώστε να προμηθευτεί το μηχάνημα, μπορούσε να ξαναρχίσει τη ζωή του σε ένα παράλληλο σύμπαν, από μια στιγμή λίγο πριν συμβεί το ατύχημα, επαναφέροντας τη συνείδησή του στη ζωή που ονειρευόταν. Σε τούτη τη διαδικασία είχε αποδοθεί ο ορισμός «μετάβαση από ένα αρχικό σε ένα τελικό σύμπαν», ενώ τη στιγμή κατά την οποία θα μεταβιβαζόταν η συνείδηση του χρήστη στο παράλληλο σύμπαν την έλεγαν «κρίσιμη στιγμή». Ασφαλώς, ο χρήστης είχε επίγνωση του ατυχήματος που του’ χε συμβεί στο αρχικό σύμπαν, αλλά δεν είχε την αντίληψη ότι το’ χε ζήσει – ήταν περισσότερο σαν να’ χε διαβάσει σε ένα βιβλίο για τα συμβάντα στο αρχικό σύμπαν μετά την κρίσιμη στιγμή, και όχι σαν να τα’ χε βιώσει στ’ αλήθεια.

Όπως θα ήταν αναμενόμενο, επιπλοκές στην ψυχική κατάσταση των πελατών της Επαναφοράς Συνείδησης παρουσιάζονταν συχνά. Μπόλικοι ήταν εκείνοι που ένιωθαν την προσωπικότητά τους να διχάζεται και χρειάζονταν ψυχολογική υποστήριξη προκειμένου να ξαναβρούν τον χαμένο εαυτό τους. Οι γιατροί είχαν χαρακτηρίσει ως σύνδρομο Μπάκλτον, ή σύνδρομο της ακαθόριστης πραγματικότητας, το σύνολο των συμπτωμάτων που επιβεβαίωναν πως ένας πρώην χρήστης της Επαναφοράς δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει αν ένα γεγονός είχε συμβεί στ’ αλήθεια στο τωρινό σύμπαν, ή όχι. Αλλά ακόμα και για πιο ήπιες καταστάσεις ήταν αναγκαία η ίδρυση ειδικών κέντρων για την αντιμετώπιση αντίστοιχων φαινομένων.

Τα επονομαζόμενα ΚΔΖ (Κέντρα Δεύτερης Ζωής) διεξήγαγαν τακτικά σεμινάρια για τους πελάτες της Επαναφοράς Συνείδησης. Σ’ αυτά τα σεμινάρια προέτρεπαν τους χρήστες μέσα απ’ τον διάλογο να μοιράζονται συναισθήματα και εμπειρίες που είχαν συλλέξει μετά το ταξίδι στον χρόνο. Συχνές φράσεις που έβγαιναν από στόματα επισκεπτών των σεμιναρίων ήταν: «στα πρώτα δευτερόλεπτα ύστερα απ’ το χρονικό άλμα τα αυτιά μου βούιζαν», «τα μέλη μου παρέμειναν μουδιασμένα για κάμποσα λεπτά μετά τη μετάβαση απ’ το αρχικό στο τελικό σύμπαν», «ώρες ώρες έχω την αίσθηση ότι πλέω σ’ έναν άυλο και άμορφο σκοτεινό δίαυλο», «σηκώνομαι στη μέση της νύχτας και δεν καταλαβαίνω αν έχω ξυπνήσει ή εξακολουθώ να ονειρεύομαι», «ιδρώνω συχνά την ώρα της εργασίας χωρίς λόγο», «έχω παραισθήσεις», «με πιάνουν ζαλάδες και πονοκέφαλοι», «πού και πού νιώθω λες και έρπουν ζωύφια πάνω στο δέρμα μου», και άλλες πολλές σ’ αυτό το στυλ…

 

* * *

 

Η σερβιτόρα είχε μαντέψει σωστά – οι τρεις άνδρες που’ χαν παραγγείλει τις μπύρες ήταν πράγματι επισκέπτες των ΚΔΖ. Μόλις η κοπέλα κατευθύνθηκε ξανά προς τον πάγκο, ο παχουλός που καθόταν στ’ αριστερά ύψωσε το ποτήρι του και βροντοφώναξε:

-Στην υγειά μας, φίλοι μου!

Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν όλοι από μια γερή γουλιά. Ο γαλανομάτης κατέβαζε το υγρό σε ελαφρώς πιο αργό ρυθμό σε σχέση με τους άλλους δύο.

Ο μελαχρινός που καθόταν στα δεξιά ήπιε σχεδόν το μισό ποτήρι μονορούφι. Ύστερα κοπάνησε με κρότο το ποτήρι στο τραπέζι, πήρε βαθιά ανάσα, έβηξε, και κατόπιν απευθύνθηκε στους συνομιλητές του:

-Παιδιά, γιατί ποτέ δεν μιλάμε στα σεμινάρια για το πώς ήταν η προηγούμενή μας ζωή; Εννοώ για τότε, στο αρχικό σύμπαν… Πριν κάνουμε το ταξίδι στον χρόνο…

Αυτό ήταν αλήθεια. Στα σεμινάρια των ΚΔΖ ποτέ κανείς δεν αναφερόταν στους λόγους που τον είχαν οδηγήσει να εκτελέσει το χρονικό άλμα. Ούτε ρωτούσε τους διπλανούς του. Θεωρείτο η χείριστη αδιακρισία. Ένα ταμπού το οποίο απαγορευόταν να μετατραπεί σε αφορμή για συζήτηση ανάμεσα σε χρονοταξιδιώτες.

-Γιατί ένας απ’ τους λόγους που επισκεπτόμαστε τα σεμινάρια είναι για να ξεχάσουμε το πριν, τού πέταξε με ενοχλημένο ύφος ο χοντρός. Την προηγούμενη ζωή.

-Ναι, αλλά αναλώνουμε τόσο χρόνο στα σεμινάρια για να συζητάμε… βλακείες! Ανούσια πράγματα… Δεν ξέρω… Λέμε για το τι όνειρα βλέπουμε, αν έχουμε αρχίσει να γινόμαστε αντικοινωνικοί, αν μας πιάνουν κρίσεις απελπισίας… Αλλά δεν αναλύουμε ποτέ τα αίτια που μας οδήγησαν σ’ αυτήν την κατάσταση. Δεν συζητάμε ποτέ τι μας έσπρωξε στο χρονικό άλμα. Και ενώ περνάμε τόσες ώρες τη βδομάδα μαζί, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα ο ένας για τον άλλον. Τίποτα ουσιαστικό τουλάχιστον.

Μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του παχουλού. Εκείνος συνοφρυώθηκε και μετά από τρεις γουλιές ακόμη στράφηκε προς τον ιερόσυλο που είχε αποπειραθεί να αγγίξει το επίμαχο ζήτημα:

-Θέλεις πολύ να μάθεις ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε εγώ και ο Φιόντορ. Έτσι δεν είναι, Λιούις;

Ο Λιούις ανασήκωσε τους ώμους με μια προσποιητή αδιαφορία.

-Δεν ξέρω αν τα λέω επειδή θέλω να σκαλίσω τα μυστικά σας. Ίσως περισσότερο προσπαθώ να μιλήσω για μένα. Να πω τον πόνο μου σε κάποιον. Βασικά ούτε που ξέρω γιατί το έθιξα.

Ο χοντρός ξεροκατάπιε. Ο μορφασμός του που διαδέχθηκε τον προηγούμενο ήταν πάντως πιο ήπιος.

-Εντάξει. Φαντάζομαι ότι θα μου είναι πιο εύκολο να σου πω την ιστορία μου ξέροντας ότι αμέσως μετά θα μου αφηγηθείς τη δική σου. Αλλά όπως και να το κάνουμε, στο τέλος της βραδιάς κάποιος θα ντρέπεται περισσότερο απ’ τους άλλους δύο, διότι δεν παίζει να’ ναι το ίδιο σοβαρά τα αίτια που μας έσπρωξαν στο να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο…

-Δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε, Κλάιβ, είπε καταπραϋντικά ο μελαχρινός. Μια παρέα είμαστε και δεν μας πέφτει λόγος να κρίνουμε τις πράξεις των συνομιλητών μας, μια και βράζουμε στο ίδιο καζάνι όλοι λίγο ως πολύ. Πάντως θα διαπιστώσεις ότι αν κάποιος θα έπρεπε να ντρέπεται περισσότερο για τον εαυτό του, ή μάλλον για τον μελλοντικό εαυτό του σε ένα παράλληλο σύμπαν, αυτός θα ήμουν εγώ. Διότι το δικό μου πρωτότυπο απ’ το αρχικό σύμπαν έχει σκοτώσει άνθρωπο!

Οι τελευταίες λέξεις ειπώθηκαν με κάποια ψυχραιμία, αλλά οι άλλοι δύο άνδρες ανατρίχιασαν στο άκουσμά τους. Ο Φιόντορ ανακάθισε στην καρέκλα του και έσφιξε την άκρη του τραπεζιού με την παλάμη του. Ο παχύς άνδρας ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς να αυξάνονται και την αναπνοή του να επιταχύνεται.

-Ο προηγούμενος «εσύ» δεν είχε σκοτώσει κανέναν, έτσι δεν είναι, Κλάιβ;

-Όχι, όχι, τραύλισε ο Κλάιβ. Η δική μου ιστορία είναι αρκ-κ-κ-ετά πιο αθώα, Λιούις. Απλώς αναδεικνύει τον άλλο μου εαυτό ως αποτυχημένο…

-Καλύτερα αποτυχημένος, παρά φονιάς, φώναξε ο Λιούις και χτύπησε για ύστατη φορά το μισογεμάτο ποτήρι του στο τραπέζι. Άντε, ξεκίνα να μας περιγράφεις τι βλακείες έκανες στο σύμπαν απ’ όπου προέρχεσαι.

Ο Κλάιβ μισόκλεισε τα μάτια, λες και ξεπηδούσαν μπροστά του αποτρόπαιες εικόνες από ένα ταραχώδες παρελθόν/μέλλον.

-Τόσο στην προηγούμενη, όσο και στην τωρινή ζωή ασχολούμαι με έρευνα, παρασκευή και εμπόριο μετάλλων, άρχισε εκείνος μιλώντας αργά, μα καθαρά. Θα έχετε ακουστά την επιχείρηση «Κιαούλ». Είμαι ένας από τους βασικούς μετόχους της και βοήθησα, θεωρώ, όσο κανένας άλλος στην εδραίωση του ονόματός της.

-Μα εσείς είστε που προμηθεύετε τον στρατό του Ιλκάμ με πρώτες ύλες για τα όπλα του, αναφώνησε ο Λιούις.

-Πράγματι, επιβεβαίωσε ο Κλάιβ. Πρόκειται για μια εντελώς νόμιμη δραστηριότητα όμως. Τα Ηνωμένα Έθνη στηρίζουν τον Ιλκάμ, ο οποίος με τις επιθέσεις του ενάντια στα χωριά της Δυτικής Ναμίμπιας κρατά τις ισορροπίες και δεν επιτρέπει να σχηματιστούν ισχυρά τοπικά τάγματα επαναστατών. Παρά τις διαμαρτυρίες των ακτιβιστών στην Αμερική, οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες τον θεωρούν ειρηνοποιό. Και ας έχουν βγει επικηρύξεις για το κεφάλι του απ’ τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι τα βάθη της Σαχάρας, η «επίσημη κοινή γνώμη» είναι υπέρ του.

-Τούτο το σκουλήκι είναι πιο αχρείο απ’ όσο εγώ, μουρμούρισε ο Λιούις.

Ο Κλάιβ δεν του’ δωσε σημασία, αλλά εξακολούθησε:

-Στην προηγούμενή μου ζωή είχαμε κλείσει συμφωνία ως εταιρεία να εφοδιάσουμε τους στρατηγούς του Ιλκάμ με πρώτες ύλες για την μαζική κατασκευή καινούργιων τανκ. Οι αιματοβαμμένοι φοίνικες – έτσι αποκαλούν τους καμικάζι του Ιλκάμ – θα συναρμολογούσαν τα υλικά που θα του παρείχαμε για να φτιάξουν θωρακισμένα οχήματα. Αυτά θα ήταν πρακτικά αδιαπέραστα, άφλεκτα, άτρωτα. Οι τέλειες φονικές μηχανές! Και στα εργαστήριά μας είχε εφευρεθεί το ιδανικό υλικό γι’ αυτήν την εφαρμογή – το τιτανιόμιο, ένα υλικό που δεν το’ χαμε συναντήσει ποτέ πιο πριν στη φύση.

-Δεν το’ χω ακούσει ποτέ, ομολόγησε ανορθώνοντας το δεξί του φρύδι ο Λιούις.

-Μα λογικό, λογικό. Σ’ αυτό το σύμπαν που ζούμε δεν έχει εφευρεθεί ακόμα, ίσως να μην εφευρεθεί και ποτέ. Το πρόβλημά μου στο αρχικό σύμπαν απ’ το οποίο προέρχομαι είναι ότι είχαμε επενδύσει στο τιτανιόμιο και στις συναλλαγές με τους πολέμαρχους του Ιλκάμ πάνω απ’ το μισό μας κεφάλαιο. Επρόκειτο για πανάκριβη έρευνα, βλέπετε, και μολονότι δεν ήταν παράνομη, δεν θέλαμε να ρίξουμε στη δημοσιότητα πολύ φως γύρω απ’ τις ιδιότητες του υλικού… Ξέρετε πώς είναι με τα κινήματα στις μέρες μας – αφορμή ψάχνουν για να διαμαρτυρηθούν. Γι’ αυτό και αποφύγαμε να τραβήξουμε την προσοχή των δημοσιογράφων γύρω απ’ την ανακάλυψή μας, ενώ υπογράψαμε συμφωνία με τον Ιλκάμ στο μέλλον να μην παραχθεί ποτέ ξανά τιτανιόμιο. Έτσι, λοιπόν, ο στρατός του θα είχε το αποκλειστικό προνόμιο της κατοχής του. Κλείσαμε τα εργοστάσια με τα χυτήρια όπου παρήχθη το τιτανιόμιο, βάλαμε λουκέτα στα εργαστήρια, διαγράψαμε όλα τα δεδομένα απ’ τους υπολογιστές των ερευνητών μας… Γενικά πήραμε τις προφυλάξεις μας, για να μη μείνει πίσω ίχνος απ’ τη δουλειά μας!

Ο παχουλός άνδρας έκανε μια παύση για να πιεί λίγη μπύρα. Ύστερα σκούπισε το μουστάκι του με την παλάμη και συνέχισε:

-Θα παραδίδαμε όλα μας τα αποθέματα τιτανιομίου στον Ιλκάμ με τη μία. Ο ίδιος θα ερχόταν να τα παραλάβει αυτοπροσώπως. Το καραβάνι μας αποτελείτο από τριάντα δύο αρματωμένα αιωρούμενα καμιόνια που θα διέσχιζαν την έρημο Ναμίμπ. Τα αιωρούμενα φορτηγά φυλάσσονταν καλά από ιδιωτικούς φύλακες που ’χα προσλάβει ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό. Δεν ήξερα καλά τους μισθοφόρους μου. Ο Μπέντζι, ο αρχηγός τους, ήταν γνωστός ενός ξαδέρφου μου. Ο ξάδερφος με είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσα να του ’χω απόλυτη εμπιστοσύνη. Μα πόσο έσφαλε όμως! Τι τραγικό λάθος που ήταν αυτό!

-Στην έφερε αυτός ο Μπέντζι, ε; Ο Λιούις λύγισε υποτονικά το σώμα του προς τα μπρος.

-Ο ίδιος μπορεί και να ’ταν με το μέρος μου τελικά, αλλά ο Κόουφ, ένας απ’ τους άνδρες του, ήταν σίγουρα σπιούνος. Καθώς περνούσαμε ανάμεσα σε κάτι αμμόλοφους, όχι πολύ μακριά απ’ την Ακτή των Σκελετών, μας έστησαν ενέδρα Βουσμάνοι. Το καταλαβαίνω ότι δεν θα ήθελαν με τίποτα να πέσει στα χέρια ενός πανίσχυρου εχθρού σαν τον Ιλκάμ κάτι τόσο εξελιγμένο όσο το φορτίο που κουβαλούσαμε, αλλά και πάλι, από πού ήξεραν τι κουβαλούσαμε; Κάποιος απ’ τους δικούς μου τους είχε ενημερώσει, δεν μπορεί. Και επειδή απ’ τη συνοδεία του καραβανιού μου σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια μου οι περισσότεροι, ενώ μέσα στον καταιγισμό από σφαίρες μου ήταν αδύνατο να διακρίνω ποιος πυροβολούσε ποιον, δεν κατάλαβα ποτέ ποιοι μου ’χαν μείνει εν τέλει πιστοί και ποιοι με είχαν προδώσει. Ο Μπέντζι επίσης σκοτώθηκε, κι έτσι δεν είμαι σίγουρος αν ήταν και κείνος στο κόλπο… Δεν θα μάθω ποτέ μάλλον.

Ο Λιούις ένευσε μισοκλείνοντας τα μάτια ως ένδειξη κατανόησης. Ο Κλάιβ μουρμούρισε σκυθρωπός:

-Η επίθεση στο καραβάνι ήταν μόνο η αρχή, να ξέρετε. Αναποδογύρισαν τα φορτηγά μου, τα έψαξαν εξονυχιστικά, τα λεηλάτησαν, και τέλος τούς έβαλαν φωτιά. Εκτέλεσαν όσους απ’ τους δικούς μου τόλμησαν να προβάλουν αντίσταση. Και τους άλλους μας έδεσαν, μας σκέπασαν τα μάτια και μας οδήγησαν σε μια υπόγεια βάση τους όπου μάς ανέκριναν. Με βασάνισαν, αν και όχι με τον τρόπο που φαντάζεστε… Μπορεί να διατήρησα την σωματική μου ακεραιότητα, αλλά υπέστην φριχτά ψυχολογικά βασανιστήρια! Κόντεψα να τρελαθώ, έβλεπα εφιάλτες όποτε με έπιανε ο ύπνος στο υγρό θεοσκότεινο κελί και έκλαιγα όταν ξυπνούσα! Ήταν απαίσιο.

-Σε ανέκριναν; Οι κόρες των ματιών του Λιούις διαστάλθηκαν.

-Ήθελαν να μάθουν αν είχαν διασωθεί κάπου αλλού αποθέματα από το τιτανιόμιο. Τους είπα την αλήθεια – πως όλο το τιτανιόμιο που ’χαμε παρασκευάσει το ’χαμε φορτώσει στα αιωρούμενα καμιόνια και τώρα βρισκόταν στα χέρια τους.

-Και μετά απ’ αυτό σ’ άφησαν να φύγεις;

Ο Κλάιβ γέλασε βιασμένα.

-Μπα, πού τέτοια τύχη; Δραπέτευσα μόνος μου, έκλεψα ένα φορτηγό, το’ σκασα μέσα στη νύχτα και κατευθύνθηκα προς την κοντινότερη πόλη. Αλλά η ζωή στον πολιτισμό μού φαινόταν διαφορετική μετά την επιστροφή μου. Ο Ιλκάμ δεν κατασκεύασε ποτέ τα φονικά τανκ που τόσο λαχταρούσε, ενώ το πιο επικίνδυνο υλικό στον πλανήτη βρισκόταν στα χέρια των ανταρτών απ’ τα χωριά που αποζητούσαν την ανεξαρτησία τους και την ήττα των αιματοβαμμένων φοινίκων. Η εταιρεία μου χρεοκόπησε και εγώ έχασα το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μου, αλλά και το κύρος μου. Και οι εφιάλτες απ’ την αιχμαλωσία δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Γι’ αυτό κατέφυγα στην Επαναφορά Συνείδησης. Για να γυρίσω πίσω στη ζωή πριν βρούμε το τιτανιόμιο στα εργαστήριά μας. Τότε που ακόμα ήμουν πλούσιος και δεν είχα γνωρίσει τον Μπέντζι και τον Κόουφ.

-Και τα κατάφερες; Εξαφανίστηκαν οι εφιάλτες;

-Ως ένα σημείο ναι, ψέλλισε ο Κλάιβ. Είναι αναμνήσεις από άλλη ζωή τώρα. Τα έζησα και δεν τα έζησα.

Με το που τελείωσε την ιστορία του, ο Κλάιβ στράφηκε προς τον Λιούις:

-Λοιπόν, σου είπα ποιος είμαι, από πού προέρχομαι και γιατί γύρισα πίσω στον χρόνο. Σειρά σου τώρα να μας αφηγηθείς για τον φόνο που διέπραξες.

Ο μελαχρινός άνδρας έριξε στον συνομιλητή του περιφρονητικό βλέμμα.

-Θα σας τα πω όλα, Κλάιβ, μην ανησυχείς. Λοιπόν ναι, έχω σκοτώσει άνθρωπο, όπως προανέφερα. Εγώ, ή το πρωτότυπό μου… Όπως το δει κανείς. Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν ο όποιος τυχαίος. Πρόκειται για τον αδερφό μου.

Ο Φιόντορ κοίταξε σαστισμένος τον Λιούις που πρόφερε τις τελευταίες λέξεις με τραχύτητα. Ο Λιούις ήθελε να δείχνει σκληρός τώρα, αλλά δεν τα κατάφερνε. Για την ακρίβεια φαινόταν σαν να ευχόταν να τον καταπιεί η γη. Ωστόσο πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε:

-Είμαι απόγονος της οικογένειας του δούκα του Λουξεμβούργου. Προγιαγιά μου είναι η Σαρλότ VIII που ίδρυσε την αποικία Αδαιλέδεια στην Ανατολία εδώ και μισό αιώνα. Ο πατέρας μου είναι ο Νας Χερουβείμ, ο ηγεμόνας της Αιδελέδειας. Μητέρα μου είναι η Συλβί Μπρεγκορί, κόρη της ηθοποιού Συντί Μπρεγκορί. Αδερφός μου είναι ο Πατρίκ, που φέρει το παρατσούκλι Πατρίκ ο Κυνηγός γιατί φημίζεται για τις αλεπούδες που σκοτώνει. Στους τοίχους του δωματίου, του σαλονιού και του οπλοστασίου του κρέμονται εκατοντάδες αλεπουδίσιες γούνες – έπαθλα από τις εξορμήσεις του στα βουνά και τα λιβάδια. Συχνά του αρέσει να ντύνεται με γούνα από αλεπού της άμμου. Η αγαπημένη του γούνα είναι αυτή, ναι – τρόπαιο από ένα ταξίδι του στις στέπες της Μογγολίας όταν ήταν ακόμα έφηβος.

-Με τη σειρά μου οφείλω να παραδεχτώ ότι έχω ακούσει δηλώσεις του Νας Χερουβείμ στα μέσα ενημέρωσης, θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει ο Κλάιβ. Προέρχεσαι από πασίγνωστη οικογένεια, Λιούις. Αν και δεν ήξερα τίποτα για τις αδυναμίες του αδερφού σου για το κυνήγι – αυτό πρέπει να το ομολογήσω.

-Μήτε εκείνος, μήτε εγώ κάνουμε δηλώσεις στα κανάλια, σαν τον πατέρα. Ίσα ίσα, θα έλεγα ότι αποφεύγουμε όσο μπορούμε τα φώτα της δημοσιότητας. Και τον Πατρίκ δεν τον παίρνει να διατυμπανίζει τα χούγια του, καθώς από συνηθισμένος κυνηγός εύκολα μετατρέπεται σε λαθροκυνηγό όταν τον τσιγκλήσει η επιθυμία να εμπλουτίσει τη συλλογή του με γούνα προστατευόμενου είδους. Αν δεν ήταν μέλος τόσο ισχυρής οικογένειας, αναμφισβήτητα θα είχε συναντήσει ένα κάρο μπλεξίματα με τον νόμο μέχρι τώρα. Αλλά ο πατέρας πάντοτε επεμβαίνει και συγκαλύπτει τις παράνομες περιπέτειές του. Και το θέμα είναι, βλέπετε, ότι παρόλο που αυτός ο λεχρίτης θέτει διαρκώς σε κίνδυνο το όνομα και την υπόληψη της οικογένειάς μας με τις απερισκεψίες του, ο πατέρας τον συγχωρεί κάθε φορά. Και ο Πατρίκ την γλιτώνει μονάχα με ένα στοργικό μάλωμα, καθώς είναι ο αγαπημένος και παραχαϊδεμένος γιος του γερο-Χερουβείμ. Και η μητέρα μου από τότε που ήμασταν παιδιά περνούσε πάντα περισσότερο χρόνο μαζί του και του ’κανε τα καλύτερα δώρα.

-Να υποθέσω πως είναι ο μικρότερος, ε; ζήτησε διευκρίνιση ο Κλάιβ.

-Ακριβώς, επιβεβαίωσε ο Λιούις. Είναι ο μικρός Πατρίκ που έπρεπε να τον προσέχω από μωρό. Τέσσερα χρόνια τον περνάω. Είναι το μαμόθρεφτο της οικογένειας Χερουβείμ. Αλαζόνας και τεμπέλης! Δεν σκέφτεται άλλο από τα γλέντια και τις σαρκικές απολαύσεις. Είναι επιπόλαιος, εγωιστής και ιδιότροπος… Και πιστεύει ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του… Και όλοι τον αγαπάνε και του συγχωρούν τις εξάρσεις και τους ενθουσιασμούς του. Όσο και να προσπαθώ να είμαι το καλό παιδί των Χερουβείμ, εκείνος θα συνεχίζει να κερδίζει το συμπάθιο του κόσμου. Αλλά και εγώ σαν τους άλλους του τα συγχώρεσα όλα στο αρχικό σύμπαν. Όλα! Ακόμα και όταν κέρδισε την αγάπη της Μίνας και την άρπαξε απ’ τα χέρια μου. Του συγχώρεσα όλα τα ανήθικα καμώματα, τις ανόητες πράξεις, τα απαράδεκτα φερσίματα… Αλλά να που στο τέλος τον σκότωσα, φίλοι μου!

Ο Κλάιβ κάρφωσε το βλέμμα του βαθειά ανάμεσα στις κόγχες του Λιούις. Ιδέα του ήταν άραγε, ή ο νεαρός Χερουβείμ κατέβαλε ύστατες προσπάθειες να συγκρατήσει τα δάκρυα του;

-Δεν άντεξα. Σε μια στιγμή με έβγαλε εκτός εαυτού… Είχαμε φύγει ταξίδι… Θα διαβαίναμε τα βουνά Νουρ. Ένα ήσυχο απόγευμα είχαμε απομακρυνθεί απ’ την υπόλοιπη ομάδα για να θαυμάσουμε την θέα από έναν γκρεμό. Όλα ξεκίνησαν με ένα κομμάτι σοκολάτα. Φυσικά, αυτό στάθηκε μόνο η αφορμή – τα αίτια ήταν πολύ περισσότερα και για να τα απαριθμήσουμε όλα πρέπει να ξεθάψουμε άπειρες αναμνήσεις του παρελθόντος από τα παιδικά μας χρόνια. Κανένας δεν σκοτώνει στ’ αλήθεια για ένα κομμάτι σοκολάτα… Και όμως σκοτώνει μάλλον, αφού εγώ σκότωσα για έναν τόσο ασήμαντο λόγο… Ένα κομμάτι σοκολάτα αποδεικνύεται πως μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, να σε ρίξει από το βάθρο της υψηλής κοινωνίας στον λάκκο όπου είναι κουλουριασμένα όλα τα απόβλητα. Και πώς ακριβώς μού ανακάτεψε τη μοίρα αυτό το αναθεματισμένο κομμάτι σοκολάτα; Ε, ο Πατρίκ πεινούσε κείνη τη μέρα. Μου ζήτησε να του δώσω το τελευταίο μπλοκάκι μαύρης σοκολάτας που είχε απομείνει στο σακίδιό μου. Βλέπετε, το ποιος θα φάει την τελευταία μπουκιά είναι παιδιάστικος λόγος να τσακώνονται δύο άνθρωποι, απλά μου την είχε δώσει η όλη συμπεριφορά του αδερφού μου. Είχε το σακίδιό του γεμάτο με ένα κάρο άλλα τρόφιμα. Δεν είναι ότι θα πέθαινε της πείνας και ότι χρειαζόταν τη δική μου σοκολάτα για να ζήσει. Είχε ήδη φάει όλα του τα γλυκά, και του ’χα δώσει προηγουμένως απ’ τα δικά μου, επομένως είχε έρθει η ώρα να του αρνηθώ. Ο Πατρίκ άρχισε να φέρεται σαν μωρό. Με έλεγε εγωιστή εμένα. Το διανοείστε αυτό; Ο εγωιστής να αποκαλεί τον κατά κανόνα συμπονετικό του αδερφό εγωιστή! Πού ξανακούστηκε; Στη συνέχεια έθιξε ξανά ένα ζήτημα με το οποίο με κατέτρωγε το προηγούμενο διάστημα. Εκείνου το αμάξι είχε τρακάρει πριν από δυο μήνες σε ένα ράλι στο οποίο συμμετείχε, και τελευταία ο Πατρίκ μού τα έπρηζε μέρα νύχτα να του δίνω το δικό μου ιπτάμενο διθέσιο όχημα με αυτόματο πιλότο, ώστε να κάνει τα ψώνια του γύρω απ’ την πρωτεύουσα το μαμόθρεφτο… Για πολλοστή φορά εκείνη τη μέρα αρνήθηκα κατηγορηματικά να το συζητήσω. Του φώναξα άγρια εκνευρισμένος να το βουλώσει και να απολαύσει τη θέα των βράχων. Αλλά αυτός φαίνεται πως είχε όρεξη να ερίσει περαιτέρω. Άρχισε να με μέμφεται για την απότομή μου συμπεριφορά. Τον είχε πιάσει παραλήρημα. Με κατηγορούσε ότι ήμουν αγενής και ότι θύμωνα με το παραμικρό. Και με έφτασε στα όρια της αντοχής μου όταν ανέφερε το όνομα της Μίνας.

Σώπασε για κάμποσες στιγμές. Ο Κλάιβ χρειάστηκε να τον παροτρύνει να συνεχίσει:

-Μα τι ακριβώς είπε γι’ αυτήν;

-Ότι είχε επιλέξει εκείνον, αντί για μένα, ακριβώς επειδή ήμουν έτσι ανυπόφορος και απότομος. Και συνέχισε να με προκαλεί ο αυθάδης. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Να τον χτυπήσω μονάχα… Να του δώσω μια μπουνιά στο πρόσωπο μόνο… Δεν περίμενα ότι θα έχανε τόσο εύκολα την ισορροπία του, θα γλιστρούσε και θα κατρακυλούσε στον γκρεμό! Δεν το περίμενα…

Ο Κλάιβ έκανε αποτυχημένη απόπειρα να φανεί παρηγορητικός:

-Ήταν ατύχημα ό,τι συνέβη δηλαδή. Δεν ήταν η πραγματική σου επιθυμία να του αφαιρέσεις τη ζωή. Απλά συνέβη.

-Ατύχημα; Αυτό είναι υποκειμενικό… Όπως το βλέπει κανείς. Εγώ πλέον όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι ήταν φόνος. Και εγώ ήμουν ο αυτουργός. Τον έσπρωξα στον γκρεμό με τα ίδια μου τα χέρια. Έκανα την κίνηση που τον οδήγησε στον χαμό του. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία τι ήθελα εκείνη τη στιγμή, διότι εκεί που στεκόταν όσο ελαφρά και να τον χτυπούσα, θα έχανε την ισορροπία του και θα έπεφτε. Ναι, είμαι φονιάς… Ή μάλλον το πρωτότυπό μου απ’ το αρχικό σύμπαν υπήρξε φονιάς. Στο σύμπαν που βρίσκομαι τώρα προσπαθώ απεγνωσμένα να παρηγορήσω τον εαυτό μου ότι δεν ήμουν εγώ που τον σκότωσα, αλλά ένας άλλος Λιούις, ένας χειρότερός μου εαυτός, ο οποίος δεν θα αναδυθεί ποτέ στην επιφάνεια σε τούτη την πραγματικότητα. Αλλά όσο και να ξεγελιέμαι ότι αυτά συνέβησαν σε μια άλλη ζωή και ότι αποτέλεσαν ένα κακό όνειρο, τα θυμάμαι πιο ζωντανά απ’ όσο θα ήθελα… Απ’ όσο θα έπρεπε…

Ο Λιούις σκούπισε τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να αναβλύζει απ’ τους πόρους του κούτελού του.

-Μετά τον φόνο ή το ατύχημα – όπως θέλετε αποκαλέστε το – ο προηγούμενος Λιούις, ή ίσως εγώ στην άλλη μου ζωή, αρχικά επιχείρησε να αποκρύψει τι ακριβώς είχε συμβεί στον βράχο απ’ όπου είχε πέσει ο αδερφός μου. Είπε στα μέλη της συνοδείας ότι ο Πατρίκ είχε γλιστρήσει μόνος του και ότι ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να τον σώσει. Στην αρχή το ’χαν χάψει όλοι. Οι γονείς μας θρηνούσαν τον μικρό τους γιο για βδομάδες, για μήνες… Αλλά ένα βράδυ, πριν απ’ την οικογενειακή συγκέντρωση στο τραπέζι, τον άλλον Λιούις τον έπιασε κρίση και τα ομολόγησε όλα στον πατέρα. Και η αντίδρασή του πατέρα ήταν αναμενόμενη. Χαστούκισε τον φονιά. Τον φονιά… Το ’βλεπε ο φονιάς στα μάτια του πατέρα του πως εκείνος ήθελε κάτι παραπάνω από ένα χαστούκι – θα τον εκτελούσε αν το άντεχε η καρδιά του. Μα ο Λιούις ήταν τώρα ο μοναδικός εναπομείναντας απόγονός του. Ο γερο-Χερουβείμ δεν θα είχε τη συνείδησή του ήσυχη, αν διέταζε την θανάτωσή του με δηλητήρια ένεση. Για τούτο τον εξόρισε, τον καταράστηκε και του απαγόρευσε να ξαναγυρίσει στην Αδαιλέδεια. Ο άλλος Λιούις έκτοτε περιπλανήθηκε μονάχος για δυο χρόνια σε χώρες μακρινές, μέχρις ότου μάζεψε τα χρήματα για να αγοράσει το μηχάνημα της Επαναφοράς Συνείδησης… Τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα θυμόταν καθαρά ο νέος του εαυτός όλα όσα είχαν προηγηθεί. Μα έλα που ο νέος του εαυτός είμαι εγώ, και τα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια… Και αισθάνομαι ότι τα έζησα εγώ, όχι ότι τα είδα σε ταινία ή τα διάβασα σε βιβλίο. Είναι και κάτι άλλο που με τυραννά. Νιώθω ότι έκλεψα την ψυχή ενός αθώου Λιούις όταν εισήλθα στο κορμί του κατά το ταξίδι στον χρόνο. Ο Λιούις που κατοικούσε στο σώμα απ’ το οποίο ακούτε την αφήγηση τούτη τη στιγμή μπορεί να ήταν πλάσμα αθώο, ανίκανο μα βλάψει σε όλη την πορεία της ζωής του. Μπορεί όταν ανέβαινε στον μοιραίο βράχο με τον αδερφό του να μην υπέκυπτε στην παρόρμηση της στιγμής και να μην φερόταν βίαια! Αλλά τώρα είναι αναγκασμένος να συνυπάρχει μαζί μου στο ίδιο κορμί, να συζεί με ένα σκοτεινό τέρας! Και όταν θα φτάσει η ημερομηνία στην οποία στο παράλληλο σύμπαν… – ο Λιούις κόμπιασε να προφέρει τις λέξεις – δολοφόνησα τον Πατρίκ μου, ο νέος Λιούις θα υποφέρει. Διότι θα θυμάται ότι την ίδια στιγμή σε μια παράλληλη πραγματικότητα επρόκειτο να μετατραπεί σε αδελφοκτόνο. Και η αθωότητά του θα έχει κάνει φτερά. Το δικό μου αιματοβαμμένο μέλλον θα ’χει μετουσιωθεί στο δικό του παρελθόν… Και όταν θα ξεπεράσουμε την κρίσιμη στιγμή που έκανα το άλμα, θα έχει αναμνήσεις και από τα δύο σύμπαντα.

-Αλλά σε τούτο το σύμπαν δεν θα’ χετε διαπράξει φόνο, τον ενθάρρυνε ο Κλάιβ

-Πράγματι. Το παρελθόν μας, φαινομενικά τουλάχιστον, θα είναι καθαρό. Όμως για να μην χάσω τη λογική μου και την ταυτότητά μου, εγώ θα προσπαθήσω να πνίξω τον άλλον Λιούις, τον αθώο Λιούις, και να επικρατήσω. Μόνο και μόνο για να συνεχίσω να υπάρχω σε ένα σώμα με αγνό παρελθόν… Έχοντας κλέψει το παρελθόν από έναν Λιούις που ήταν προορισμένος να παραμείνει αθώος – ένα παρελθόν δίχως σκοτωμούς. Έχοντας κλέψει τη ζωή του αναμάρτητου και πράου Λιούις. Έχοντας κλέψει τη συνείδηση του Λιούις αυτού, που αν δεν έκανα το άλμα στον χρόνο, θα συνέχιζε την πορεία του στο σύμπαν δίχως να’ χει την παραμικρή ιδέα τι εγκλήματα είναι ικανός να διαπράξει! Έκλεψα το παρελθόν ενός αθώου ανθρώπου που μου έμοιαζε, αλλά δεν ήμουν εγώ! Έκλεψα τις ήρεμες σκέψεις του καλού και ειρηνικού Λιούις, και τις αντικατέστησα με τις δικές μου ταραχώδεις τύψεις… Έκλεψα το παρελθόν του καλού Λιούις και τον σκότωσα εν ψυχρώ, όπως έκανα με τον Πατρίκ στο αρχικό σύμπαν. Τον σκότωσα και πήρα τη θέση του.

Ο Λιούις βαριαναστέναξε. Έδειχνε απελπισμένος και απαρηγόρητος.

-Είμαι ένας σφετεριστής και κλέφτης του παρελθόντος ενός αθώου, επανέλαβε για ύστατη φορά. Και πνίγοντας την ψυχή του στη δίνη της δικής μου, του καταδίκασα και το μέλλον. Νομίζω αυτό είμαστε όλοι εμείς που χρησιμοποιούμε την Επαναφορά Συνείδησης. Καθάρματα και κλέφτες παρελθόντων!

Ναι, ο Λιούις αναμφίβολα ήταν απελπισμένος και απαρηγόρητος. Ο Κλάιβ δεν ήξερε πώς να τον συνεφέρει και έκανε άδοξη προσπάθεια να πει κάτι καταπραϋντικό:

-Κοίτα, Λιούις, ακόμα δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως τι γίνεται μ’ αυτό που αποκαλείς «ψυχή του εαυτού σου στο τελικό σύμπαν». Στα σεμινάρια του ΚΔΖ μας δίδασκαν ότι η ψυχή αυτή δεν χάνεται, αλλά ανακατεύεται και συγχέεται με την ψυχή του εαυτού σου από το αρχικό σύμπαν. Λένε ότι δεν πεθαίνει, ούτε χάνεται καμία ψυχή… Απλά γίνονται ένα! Δεν ξέρω, λοιπόν, αν οι φιλοσοφήσεις σου στρέφονται προς τη σωστή κατεύθυνση…

Ο Λιούις πέταξε με αυθάδεια:

-Στο διάολο αυτά που μας μαθαίνουν στα ΚΔΖ.

Και σώπασε.

Ο Κλάιβ κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να σκαλίζει παλιές πληγές, γι’ αυτό και έστρεψε την προσοχή του προς το τρίτο μέλος της παρέας, που μέχρι τότε δεν είχε αρθρώσει λέξη, μολονότι άκουγε με μεγάλη προσοχή τις ιστορίες των συντρόφων του.

-Κι εσύ, Φιόντορ; Πώς κατέληξες στην Επαναφορά Συνείδησης;

Ο Φιόντορ μίλησε με μια προφορά σλαβική, εκφωνώντας το «ρ» βαριά και τα άφωνα με τραχύτητα:

-Εγώ, φίλοι μου, γύρισα πίσω στον χρόνο εξαιτίας μιας γυναίκας.

Οι δύο άντρες που κάθονταν πλάι στον Φιόντορ κοιτάχτηκαν βουβοί. Ο Κλάιβ ήταν έτοιμος να ρίξει κάποια ερώτηση-βόμβα, αλλά τραύλισε απ’ τις πρώτες συλλαβές, και τελικά αρκέστηκε στο να σκουπίσει τα σάλια που’ χε φτύσει στο πηγούνι του με μια πετσέτα.

Ο Φιόντορ συνέχισε ατάραχος:

-Τη λέγανε Κορίνα. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη μου απόπειρα να αγαπήσω, μα ήταν αυτή που με στιγμάτισε πιο βαθιά απ’ όλες. Τη γνώρισα σε μια κρουαζιέρα στα νησιά του Ειρηνικού. Ήταν μελαμψή. Είχε κατσαρά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Τα φουστάνια της θρόιζαν σαν φύλλα της άνοιξης όταν διάβαινε τους διαδρόμους της πλώρης. Τις νύχτες κόβαμε βόλτες κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, με ένα ποτήρι Καμπάρι στο χέρι, πάνω στα καταστρώματα του πλοίου, ενώ γύρω μας απλώνονταν κοραλλιογενείς ύφαλοι μέχρι κει που ’φτανε η ματιά μας.

Ο Λιούις εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα αυτιά του Κλάιβ είχαν στραφεί αλλού για να πιεί σχεδόν όλη την υπόλοιπη μπύρα, αφήνοντας μόνο ένα δάχτυλο απ’ το κιτρινωπό υγρό στον πάτο του ποτηριού του.

-Αγαπηθήκαμε για πρώτη φορά στην πισίνα του πλοίου την ώρα που όλοι οι επιβάτες έκαναν τον ύπνο του δικαίου στις καμπίνες τους, συνέχισε ο Φιόντορ. Το βλέμμα που είχε στραμμένο πάνω μου ήταν τόσο παθιασμένο, το δέρμα της ήταν τόσο σφριγηλό, ενώ το κορμί της ριγούσε όποτε την άγγιζα. Για το λίγο διάστημα που κράτησε την αγάπησα αληθινά. Αγάπησα για πρώτη φορά τότε. Βαθειά, ανεξέλεγκτα, απερίσκεπτα, ολότελα της δόθηκα και αφέθηκα να με κατακτήσει.

-Άνθρωπέ μου, εσύ μιλάς σαν ποιητής της Αναγέννησης, αναφώνησε ο Κλάιβ.

Ο Φιόντορ δεν έδωσε διόλου σημασία στο πειραχτικό σχόλιο του συνομιλητή του. Για κείνον ήταν λες και ο Κλάιβ δεν υπήρχε στο τραπέζι.

-Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα απογεύματα που λιαζόμασταν κάτω απ’ τους φοίνικες στις παραλίες. Μήτε τα ταξίδια που κάναμε αφότου γυρίσαμε στις πατρίδες μας. Γιατί εξακολουθήσαμε να βλεπόμαστε μετά την κρουαζιέρα, και ας έμενε εκείνη Αμερική και γω στα σύνορα Ευρώπης και Ασίας. Ναι, κάθε λίγους μήνες βρίσκαμε έναν νέο κοινό προορισμό και εκεί ξοδεύαμε τις πιο ρομαντικές και τις πιο τρυφερές νύχτες της νιότης μας. Και είχα πιστέψει στ’ αλήθεια ότι η ευτυχία και η περιπέτεια τούτη θα κρατούσαν για πάντα. Αλλά ζούσα μια πλάνη. Και μου έμελλε να βιώσω τη μεγαλύτερή μου απογοήτευση!

-Σε παράτησε για άλλον; ρώτησε ανέμελα ο Λιούις.

-Είμαι ανοιχτό βιβλίο για σας, ε; Μα πώς τα καταλαβαίνετε όλα!

Ο Λιούις μουρμούρισε άτονα:

-Ε, όλες έτσι κάνουν. Και με τη δική μου Μίνα, που μετά από μένα τραβιόταν με τον αδερφό μου, πάνω κάτω το ίδιο συνέβη… Δεν θέλει φοβερή φαντασία για να μαντέψει κανείς τι έγινε και με σένα!

-Ναι, λοιπόν, με παράτησε για άλλον. Με παράτησε για έναν γεροδεμένο εκπρόσωπο της νορδικής φυλής. Το ανακάλυψα λίγες βδομάδες αφότου διέκοψε την επικοινωνία μαζί μου χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Τους είδα μαζί σε μια δεξίωση, πάνω στον αιωρούμενο εναέριο σταθμό πάνω απ’ το Γιβραλτάρ. Την κρατούσε απ’ το χέρι όπως την είχα κρατήσει εγώ κάποτε. Και εκείνη τον κοιτούσε με την ίδια λαχτάρα που κάποτε κοιτούσε εμένα. Διάβαζα στην ματιά της τον έρωτα που είχε φουντώσει για κείνον και η παθιασμένη όψη της είχε πάρει τις ίδιες αποχρώσεις που έπαιρνε παλιά όποτε ήμουν δίπλα της. Μόλις το αντιλήφθηκα αυτό, με κυρίευσαν πόνος και οδύνη. Πέθανα μυριάδες φορές από κείνη τη βραδιά. Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό; Για μένα ήταν ξεχωριστή όσο ήμασταν μαζί. Υπήρξε μοναδική. Αλλά όπως συνειδητοποίησα, για εκείνη δεν ήμουν παρά ένας απ’ τους αμέτρητους εραστές που είχε στη ζωή της. Ήμουν αναλώσιμος, και όσα είχαμε περάσει εγώ και η Κορίνα δεν είχαν καμία ιδιαίτερη αξία γι’ αυτή.

Ο Φιόντορ δάγκωσε το ανασηκωμένο του ποτήρι και λίγος αφρός απ’ την μπύρα κύλησε στον λαιμό του.

-Έκτοτε δεν αντιμετωπίζω τις γυναίκες όπως πριν. Δεν τρέφω τον ίδιο σεβασμό για το φύλο τους όπως άλλοτε. Από τότε που με παράτησε η Κορίνα, όλες οι άλλες έγιναν… αναλώσιμες. Και με πονούσε που’ χα γίνει έτσι άκαρδος. Το απεχθανόμουν που είχα μετατραπεί σε αναίσθητο ζιγκολό που άλλαζε τις γυναίκες σαν πουκάμισα. Είχα αρχίσει να πίνω πολύ και ταυτόχρονα να χάνω λεφτά στα χαρτιά… Έχανα, έχανα, έχανα ακατάπαυστα χρήματα, και κατάντησα φτωχός. Μέχρι που μια μέρα η τύχη μού χαμογέλασε – σε μια βραδιά χτύπησα το τζόκερ σε καζίνο του Μονακό. Τα λεφτά αυτά αποτελούσαν το εισιτήριο για την επιστροφή στο παρελθόν μέσω της Επαναφοράς Συνείδησης. Το’ νιωθα ότι έπρεπε να γυρίσω πίσω σε μια εποχή που ήμουν ικανός να ερωτευτώ και να αφοσιωθώ στην άδολη αγάπη. Θα θυμόμουν την Κορίνα φυσικά, αλλά θα ήταν θολές αναμνήσεις από μια παράλληλη ζωή που δεν θα’ μουν σίγουρος αν την είχα ζήσει ή όχι. Οπότε αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα ξέρετε ποιος είμαι και τι με ανάγκασε να κάνω το άλμα.

-Είσαι ένας τυχερός μπάσταρδος, κόαξε σαν φρύνος ο Κλάιβ. Μπόρεσες και πέτυχες αυτό που ήθελες. Λοιπόν, να υποθέσω ότι δεν πάτησες ποτέ πόδι στην μοιραία κρουαζιέρα στην οποία γνώρισες την Κορίνα, ε;

-Αντιθέτως! Πήγα στην κρουαζιέρα. Γιατί να χάσω την ευκαιρία να γυρίσω τις νήσους του Ειρηνικού;

Οι άλλοι δύο τον κοίταξαν εμβρόντητοι.

-Άρα απλώς απέφυγες να μιλήσεις στην Κορίνα όταν την είδες πάνω στο πλοίο; υπέθεσε εύλογα ο Λιούις.

-Αυτό ήταν το αρχικό σχέδιο, πράγματι. Έλεγα ότι δεν θα της έδινα σημασία. Αλλά όταν την ξαναείδα, όταν με κοίταξε με τα πονηρά καστανά της μάτια, κατάλαβα ότι ήθελα να παραδοθώ στην αγάπη της για μια ακόμα φορά, έστω και αν ήταν μια αγάπη ψεύτικη. Κατάλαβα ότι ήθελα να τα ξαναπεράσω όλα απ’ την αρχή. Τις βόλτες μας ανάμεσα στα κοράλλια, τις βουτιές μας στον αφρό της θάλασσας, τις νύχτες γεμάτες ηδονή, και έπειτα τον χωρισμό μας, τα βάσανά μου…

-Δηλ… δηλαδή, τραύλισε ο Κλάιβ, γύρισες πίσω στον χρόνο για το τίποτα;

Ο Φιόντορ γέλασε από τα άδυτα της καρδιάς του:

-Δεν περίμενα να με καταλάβεις ποτέ, Κλάιβ. Αλλά το άλμα μου δεν ήταν μάταιο, όχι. Μ’ έκανε να αντιληφθώ ότι αυτές οι σύντομες στιγμές που’ χα περάσει μαζί με την Κορίνα ήταν οι ωραιότερες στη ζωή μου. Ότι όσο ήμουν στην αγκαλιά της ζούσα αληθινά… Έπειτα απ’ αυτήν την ευτυχία μπορούσα να αφεθώ στην παρακμή, γιατί θα είχα συλλέξει τις αναμνήσεις μιας αιωνιότητας. Όσους έρωτες κι αν μου χάριζε η μοίρα στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής, δεν θα μετρούσαν περισσότερο από εκείνες τις λίγες στιγμές που η Κορίνα ήταν δική μου και την κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου. Έκτοτε απλά ξέρω ότι και χίλιες φορές να πηδούσα πίσω στον χρόνο, και χίλια σύμπαντα να επισκεπτόμουν, θα έπραττα ακριβώς το ίδιο. Οπότε, Κλάιβ, δεν μετανιώνω για κείνες τις λίγες στιγμές με την πρώτη και τελευταία αληθινή μου αγάπη, γιατί αυτές ήταν που δίνουν ουσία στη ζωή μου. Αυτές ήταν η ζωή μου!

Ο Κλάιβ, αφού τα άκουσε αυτά, σούφρωσε τα φρύδια και ξεστόμισε με στόμφο:

-Μα την πίστη μου, Φιόντορ, είσαι ο πιο περίεργος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Στην υγειά σου!

* * *

 

Κόντευε μιάμιση και οι περισσότεροι απ’ τους πελάτες του μπαρ είχαν αδειάσει τις γωνίες του μαγαζιού από ώρα. Ο Λιούις έκανε νεύμα για τον λογαριασμό.

Η σερβιτόρα έριξε ματιά γεμάτη νόημα στον Φιόντορ την ώρα που οι τρεις άνδρες πλήρωναν τις μπύρες τους. Αλλά ο Φιόντορ απλώς απάντησε μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο και βιάστηκε να σηκωθεί απ’ το τραπέζι.

Έξω στον δρόμο έκανε λίγη ψύχρα. Τέτοια ώρα δεν δούλευαν οι μεγαθερμάστρες της πόλης για εξοικονόμηση ενέργειας.

Οι άνδρες χαιρετήθηκαν:

-Τα λέμε στο επόμενο σεμινάριο του ΚΔΖ.

-Ναι, παιδιά, τα λέμε. Καληνύχτα!

-Καληνύχτα…

Ο Λιούις ίππευσε την αιωρούμενη μοτοσικλέτα του. Ο Κλάιβ κατευθύνθηκε προς την κοντινότερη υπόγεια διάβαση, απ’ όπου μπορούσε να καλέσει ατομική πλατφόρμα που να τον πάει μέχρι τη συνοικία του γλιστρώντας κάτω απ’ τη γη.

Μόλις ο Φιόντορ έμεινε μόνος, κοίταξε τριγύρω. Μονάχα τα δέντρα και οι πέτρες μπορούσαν να ακούσουν τη φωνή του από κει που στεκόταν. Ύψωσε τη ματιά του προς τον έναστρο ουρανό που λαμποκοπούσε πίσω απ’ τον θόλο της πόλης Μάρκαρ, και είπε φωναχτά προς τα δέντρα και τις πέτρες, ή ίσως να μίλησε στον εαυτό του, ή ίσως να απευθύνθηκε σε μια ξεχασμένη ανάμνηση:

-Περίεργο πράμα τα παράλληλα σύμπαντα του κβαντικού κόσμου στον οποίον υπάρχουμε. Είναι τόσες πολλές οι πιθανές εξελίξεις του κόσμου αυτού. Τόσες πολλές οι εκδοχές του. Τόσα πολλά τα μονοπάτια που μπορεί να πάρει η ζωή μου. Πεπερασμένα μεν, αλλά και πάλι είναι αρκετά για να μην μπορέσει να τα συλλάβει ο νους μας. Μου είναι αδύνατο να πιστέψω ότι σε όλα αυτά τα σύμπαντα εγώ σε χάνω, Κορίνα. Έστω σε ένα απ’ αυτά πρέπει εγώ και συ να είμαστε ακόμα μαζί… Να κάνουμε έρωτα κάτω απ’ τα αστέρια αυτή τη στιγμή. Να κρατιόμαστε απ’ τα χέρια και να προφέρεις στοργικά το όνομά μου. Να είμαι ο κόσμος σου όλος, όπως εσύ ήσουν και είσαι ακόμα ο δικός μου. Κάπου στο υπερπέραν η σχέση μας ίσως να πέτυχε… Μακάρι να πέτυχε. Μακάρι να μην μ’ εγκατέλειπες ποτέ…

Τα φύλλα σάλεψαν και ο τεχνητός άνεμος δρόσισε τα μάγουλα του Φιόντορ ως απάντηση. Το πρόσωπό του πήρε θλιμμένο ύφος. Η φωνή αδυνάτισε, έγινε χλομή, ψιθυριστή:

-Θέλω να πιστεύω ότι κάπου υπάρχει ένα σύμπαν στο οποίο με αγαπάς ακόμα… Κορίνα… Και ο άντρας με τον οποίον βρίσκεσαι και σε κάνει ευτυχισμένη σ’ αυτό εδώ; Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν εγώ στη θέση του. Να’ χα την δική του εμφάνιση, τον δικό του χαρακτήρα… Να ήμουν εκείνος! Και αντί για το παρελθόν ενός άλλου μου εαυτού να μπορούσα να κλέψω το μέλλον. Το μέλλον του εραστή σου. Το μέλλον μαζί σου!

 

_

γράφει ο Πάτρικ Ασένοβ

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!