Αχάραγα ξυπνώ και βάζω τη στολή μου,
χαμόγελο πικρό και ένα γκρι κουστούμι,
κάθομαι με τον καφέ και βλέπω απ’ την αυλή
να χάνεται η ζωή μου σ’ ένα τηλεπαιχνίδι.
Και λέω «είμαι καλά», μα δεν το εννοώ,
μαθαίνω να σωπαίνω πριν καν ερωτηθώ,
να δίνω την απάντηση που πρέπει να ακουστεί,
κι ας σπάει από μέσα μου ό,τι είχα ονειρευτεί.
Οι άνθρωποι περνούν σαν ρόλοι σε σκηνή,
κι εγώ στο παρασκήνιο, σε άηχη σιωπή·
χειροκροτούν για κάτι που δεν είμαι,
κι εγώ τους φχαριστώ,
αχ εαυτέ μου άντεξε, αχ εαυτέ μου μείνε.
Κι όταν το βράδυ πια γυρνώ στο άδειο μου το σπίτι,
βγάζω απ’ το πρόσωπο τον ψεύτικο μαγνήτη·
μα κάτω απ’ το χαμόγελο που τόσο έχω φορέσει,
δεν βρίσκω τι απέμεινε· κανείς για να λατρέψει.
Κι έτσι ξανά, αχάραγα, το επόμενο πρωί,
ίδια αρχή, ίδια σκηνή, ίδια πρόβα της ζωής,
χωρίς τελική απάντηση, χωρίς ένα «γιατί».
Υποδύομαι τον εαυτό μου, τόσο αληθινά,
που κάπου — ναι — τον έχασα… και δεν γυρίζει πια.
_
γράφει ο Ιωάννης Παπαθεοχάρους








0 Σχόλια