Select Page

Υποκειμενισμός στην ποίηση, του Ανδρέα Αντωνίου

Υποκειμενισμός στην ποίηση, του Ανδρέα Αντωνίου

 

 

 

Και απ' όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τής τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε – Γράμματα σε Ένα Νέο Ποιητή

 

Για τον υποκειμενισμό στην ποίηση έχουν γραφτεί πάρα πολλά, ειδικά μετά τον θάνατο της αυθεντίας και του συγγραφέα και βεβαίως μετά την έλευση της ερμηνευτικής, όπου συζητείται το πώς ένα υποκείμενο ερμηνεύει ένα μήνυμα – κατ’ επέκτασιν και ένα έργο τέχνης. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης έχει αφιερώσει ένα από τα δοκίμιά του στον υποκειμενισμό της ποίησης, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ανάμεσα στα άλλα, που αναπτύχθηκαν στο δοκίμιο, διαβάζουμε πως «Η ποίηση, όπως και κάθε τέχνη, είναι κατά βάση υπόθεση υποκειμενική. Διακρίνεται από έναν διπλό υποκειμενισμό: του ποιητή και εκείνον του αναγνώστη» και «Ας μην παραβλέπουμε, εξάλλου, ότι η αλήθεια της τέχνης είναι εκείνη των συναισθημάτων που μεταφέρονται ή λειτουργούν ως αγωγοί ενός μηνύματος. Και αυτή η αλήθεια είναι το μόνο αντικειμενικό στοιχείο στην ποίηση. Και τούτη την -υποκειμενική- αλήθεια η ποίηση της μεταφέρει αμεσότερα από κάθε άλλη τέχνη». Επιπλέον σημειώνω το εξής (με εμφάσεις δικές μου): «Ακόμα και πίσω από τις εικόνες μπορούμε να αντικρίσουμε τις βαθύτερες σκέψεις του δημιουργού. Στόχος του ποιητή είναι να εκφράσει τις αγωνίες του, τις ανησυχίες του για το παρελθόν, το μέλλον και ιδίως το παρόν».

Αρχικά θα συμφωνήσω με τον αρθρογράφο, όσον αφορά με την κριτική της αντικειμενικότητας. Η ποίηση δεν είναι αντικειμενική. Αντικειμενική είναι η επιστήμη, που μελετάει τα αντικείμενα, την συμπεριφορά τους σε διάφορες καταστάσεις, που εξηγεί φαινόμενα και προτείνει φυσικούς νόμους. Η αντικειμενικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο και η ποίηση δεν προσφέρει κάτι τέτοιο. Το έργο τέχνης (ως τέχνη και όχι ως φυσικό αντικείμενο) δεν μπορεί να μπει κάτω από το μικροσκόπιο και να αναλυθεί. Οι φιλολογικές εργασίες/δοκίμια – του παρόντος συμπεριλαμβανομένου – δεν προσφέρουν αντικειμενική γνώση, καθότι τα γραφόμενά τους δεν μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευσθούν. Ενώ π.χ το πυθαγόρειο θεώρημα μπορεί να επαληθευτεί ή να διαψευσθεί στην πράξη (να πάρουμε ένα ορθογώνιο τρίγωνο και να κάνουμε τις πράξεις), ένα ποίημα, ένα μουσικό έργο ή ένα δοκίμιο για τα παραπάνω δεν μπορεί να ελεγχθεί για την εγκυρότητά του.

Αφού η Τέχνη δεν είναι αντικειμενική, επειδή δεν είναι Επιστήμη, τι μπορεί να είναι άλλο; Η απάντηση ξεκινάει από την αρχαιότητα και τους Σοφιστές και φτάνει μέχρι την αφήγηση και την ερμηνεία των μεταμοντερνιστών: Η Τέχνη είναι υποκειμενική. Όπως έγραψε και ο Δήμος Χλωπτσιούδης, είναι διπλά υποκειμενική˙ μια φορά από την πλευρά του δημιουργού και άλλη μια φορά από την μεριά του ερμηνευτή.

Και τα δύο μας μοιάζουν δυστυχώς αυτονόητα. Ο υποκειμενισμός εκ μέρους του δημιουργού είναι απλός. Ο δημιουργός εκφράζει την υποκειμενικότητά του, αυτά που ο ίδιος σκέφτεται, αισθάνεται, νιώθει, επιθυμεί, νοσταλγεί, αυτά που τον προβληματίζουν, τον πληγώνουν, τον κάνουν χαρούμενο ή λυπημένο. Το έργο τέχνης καταντά καθρέφτης του δημιουργού, η έκφραση της δικής του «υποκειμενικής αλήθειας». Όταν ένας ποιητής λέει πως «...νομίζω πως στην μοναξιά και στην βλακεία του μοιάζω», σημαίνει πως ο ίδιος ο ποιητής θεωρεί τον εαυτό του μοναχικό και βλάκα.

Ο υποκειμενισμός από την μεριά της ερμηνείας είναι ακόμη πιο απλός. Εφόσον το ποίημα δεν είναι αντικείμενο, άρα δεν υπάρχει μια αντικειμενική-αποδείξιμη-επαληθεύσιμη αλήθεια για αυτό, ο αναγνώστης πραγματώνει πλέον το νόημα, προσθέτοντας την δική του υποκειμενικότητα στο ποίημα. Εφόσον η ποιητική γλώσσα δεν ταυτίζεται με την καθημερινή της χρήση (π.χ η φράση «το φαγητό είναι στο φούρνο της κουζίνας» δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών) αλλά σπάει τους καθιερωμένους κανόνες, τότε η ερμηνεία για το νόημα του εναπόκειται στον αναγνώστη. Μιας και στην ποίηση δεν υπάρχει σωστό ή λάθος, ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να καταλάβει ό,τι θέλει, βασιζόμενος παράλληλα στα δικά του βιώματα, στις δικές του επιθυμίες και στα δικά του ενδιαφέροντα. Κλασικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, όπου ενώ αρχικά είχε προσληφθεί ως κωμωδία, στην εποχή του ρομαντισμού, ο Δον Κιχώτης έγινε το σύμβολο του τραγικού ιδεολόγου.

Υπάρχουν βέβαια πάρα πολλά που μπορούν να ειπωθούν υπέρ της υποκειμενικότητας της ποίησης, αλλά σε γενικές γραμμές αυτά είναι τα βασικά επιχειρήματα. Θα ξεκινήσω την ανάλυση των θέσεων, αντιστρόφως, από τον αναγνώστη στον δημιουργό.

Αρχικά «υποκειμενική αλήθεια», όπως την εκφράζει η ερμηνευτική, δεν υπάρχει. Η ίδια η έννοια της αλήθειας θέτει ένα στοιχείο απολυτότητας. Αν κάτι είναι αληθές, τότε είναι αληθές για όλους και για πάντα, όχι μόνο για ένα υποκείμενο. Αν π.χ το πυθαγόρειο θεώρημα είναι αληθές αυτό σημαίνει πως ισχύει για όλους και ισχύει για πάντα. Δεν μπορεί κάποιος να πει «δεν πιστεύω στο πυθαγόρειο θεώρημα», είτε πιστεύει, είτε όχι, αυτό ισχύει. «Υποκειμενική αλήθεια» σημαίνει «είναι αλήθεια για μένα, επειδή εγώ το λέω». Η υποκειμενική/σχετική αλήθεια εξαρτάται αποκλειστικά από το υποκείμενο, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα. Όμως, αν κάτι είναι αλήθεια και είναι αλήθεια μόνο για μένα, τότε δεν είναι καθόλου αλήθεια. Η αλήθεια χρειάζεται επαλήθευση, την οποία δεν προσφέρει η Τέχνη. Ergo, η τέχνη δεν έχει σχέση με την αλήθεια.

Ήδη βρισκόμαστε σε ένα θολό και σκοτεινό τοπίο, όπου τα σαφή όρια της επιστήμης και της αλήθειας, δεν υπάρχουν. Ακριβώς μέσα σε αυτό το κενό που αφήνει η Τέχνη, καλείται ο αναγνώστης να γεμίσει τα κενά, με την δική του συμβολή της ερμηνείας. Η ασάφεια/πολυσημία του ποιητικού λόγου, δίνει τροφή στον αναγνώστη να επιλέξει τι θα προσλάβει ως νόημα. Βέβαια, αυτό είναι πολύ προσβλητικό για τον δημιουργό. Ο αναγνώστης λαμβάνει τον ρόλο του δημιουργού ανώδυνα, χωρίς τον πνευματικό και τον δημιουργικό κόπο. Σχεδόν αβρόχοις ποσί, ο μέσος αναγνώστης εκφέρει απόψεις για ένα κείμενο που διάβασε, χωρίς καν να λαμβάνει υπόψιν τον δημιουργό. Άλλωστε ποιον δημιουργό; Η αυθεντία του δημιουργού πέθανε και πλέον υπάρχει μόνο το κείμενο και ο αναγνώστης που το διαβάζει.

«Ένας ακόμη αιώνας για τον αναγνώστη και το ίδιο το πνεύμα θα σαπίσει» γράφει ο Nietzsche στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» προλαβαίνοντας 80 χρόνια πριν τον Barthes και τον «Θάνατο του Συγγραφέα». Ο αναγνώστης δεν είναι δημιουργός και η ερμηνεία δεν είναι δημιουργία. Η ερμηνεία έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με το νόημα του ποιήματος. Η δημιουργία όμως δεν είναι απλά η σύνταξη ενός μηνύματος. Δημιουργία στην τέχνη είναι η σύνθεση των λέξεων πέρα από τον νόημά τους, μέσα στην αισθητική τους διάσταση. Ο αναγνώστης απλά προσπαθεί να καταλάβει, να προσεγγίσει ένα νόημα, αλλά ο δημιουργός είναι πέρα από την κατανόηση. Για τον δημιουργό το νόημα, η μορφή, η γλώσσα είναι απλά εργαλεία και υλικά για να φτάσει στην Τέχνη, μια «μυστηριακή ύπαρξη», όπως μας αποκαλύπτει ο Rilke και ο Zweig. Ο αναγνώστης δεν δημιουργεί, ακριβώς γιατί έχει ήδη ένα έτοιμο ποίημα μπροστά του, έχει ήδη έτοιμο το αντικείμενο της ερμηνείας. Ο δημιουργός όμως στέκεται μπροστά στο λευκό χαρτί, μπροστά στην δυνατότητα και προσπαθεί να φέρει στον Κόσμο και το Είναι, το έργο του. Αυτό είναι η δημιουργία. Επομένως πως ένας αναγνώστης θα μπορούσε να πραγματώσει κάτι με την ερμηνεία, χωρίς να μπορεί να μπει σε μια δημιουργική διαδικασία;

Όμως, αντιλέγουν οι θεωρητικοί, η δημιουργία είναι κι αυτή υποκειμενική. Ο δημιουργός, λένε, εκφράζει την δική του υποκειμενικότητα, δηλαδή τον δικό του προσωπικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο και το περιβάλλον του (πολιτικό, κοινωνικό, ερωτικό). Η τέχνη του δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απλή αντανάκλαση του εαυτού του, μια αποτύπωση της προσωπικότητάς του ή σε διαφορετική περίπτωση του κοινωνικού πλαισίου, μέσα στο οποίο δρα. Τρία κλασικά παραδείγματα είναι ο Καρυωτάκης, ο οποίος διαβάζεται υπό το πρίσμα του αυτόχειρα, ο Καβάφης, ο οποίος διαβάζεται υπό το πρίσμα της ομοφυλοφιλίας και ο Καββαδίας, ο οποίος διαβάζεται υπό το πρίσμα της ναυτικής του πορείας. Δεν διαβάζονται οι ποιητές καθεαυτόν, αλλά τα δευτερεύοντα στοιχεία που συνθέτουν την ποίησή τους, αλλά όμως δεν την χαρακτηρίζουν.

Ακόμη και οι ίδιοι οι ποιητές, όταν ρωτούνται σε συνεντεύξεις τους, μιλάνε για την υποκειμενικότητά τους και το πως αυτή αντικατοπτρίζεται στα ποιήματά τους. Με άλλα λόγια οι ίδιοι οι ποιητές δεν μιλάνε για τα ποιήματά τους, αλλά για τους ίδιους τους εαυτούς τους, τις σκέψεις τους, τους προβληματισμούς τους και τις εμπειρίες τους. Όταν ρωτήσεις ένα «μέσο» ποιητή για ένα ερωτικό ποίημα, θα σου μιλήσει για το τι ένιωθε, όταν ήταν ερωτευμένος. Αν τον ρωτήσεις για ένα πολιτικό ποίημα, θα σου μιλήσει για την πολιτική κατάσταση. Όχι για το ποίημα. Εν τέλει η Τέχνη στα χέρια τους καταντάει μέσον για να περάσουν ένα μήνυμα, χωρίς να περνάει από το μυαλό τους πως η τέχνη είναι ο σκοπός και όχι το μέσον.

Ο υποκειμενισμός, ιδιαίτερα στην Τέχνη, είναι ο καλύτερος τρόπος για να σταματήσει κάθε συζήτηση για αυτήν. Με το πρόσχημα της υποκειμενικότητας, δηλαδή πως ο καθένας κατέχει μια προσωπική αλήθεια για αυτήν, ο κάθε ένας κλείνεται στον μικρόκοσμό του και στην αλήθεια του. Η ισοπεδωτική τάση του υποκειμενισμού, να εξισώνει δηλαδή υποκειμενικές αλήθειες, έχει παγώσει τον διάλογο μεταξύ των καλλιτεχνών, μεταξύ της παράδοσης και της καινοτομίας. Ως αποτέλεσμα έχουμε την πλειονότητα της σύγχρονης τέχνης, όπου υπό την ψευδεπίφαση της καινοτομίας και της υποκειμενικότητας των τεχνών, αναγκαζόμαστε να υποστούμε κάθε ακύρωση του αισθητικού μας κριτηρίου και του αισθήματος της ομορφιάς.

Χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να καταδείξουμε τι είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει στην δημιουργία και στην Τέχνη. Εκεί που ο υποκειμενισμός, δηλαδή το Εγώ του καλλιτέχνη γίνεται κινητήρια δύναμη, πρέπει να ξαναβρούμε την συνείδηση εκείνη που είχαν οι προγενέστεροι καλλιτέχνες. Όταν ο Rilke έγραφε τα «Γράμματα σε ένα Νέο Ποιητή» διατύπωνε με την μέγιστη σαφήνεια το απλό: «Τούτο, πρώτ' απ' όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω;». Ο Rilke θέτει, χωρίς βέβαια να το δηλώνει ρητά, το ζήτημα του υποκειμενισμού: στο ρήμα πρέπει, το υποκείμενο το οποίο αναλαμβάνει αυτό το καθήκον – όπως θα το έλεγε ο Kant – δεν είναι το Εγώ, αλλά το «να γράφω», δηλαδή ένα απαρέμφατο και όχι ένα πρόσωπο.

Η Τέχνη στον Rilke, αλλά και για πολλούς άλλους (π.χ για τον Friedrich Nietzsche, τον Oscar Wilde ή τον Stefan Zweig), δεν είναι προσωπική/υποκειμενική επιθυμία. Είναι καθήκον. Ο κακός ποιητής λέει: «Θέλω να γράφω». Ο αυθεντικός ποιητής λέει: «Πρέπει να γράφω». Αυτή είναι η μέγιστη διαφορά και κανένας υποκειμενισμός δεν μπορεί να την ακυρώσει.

Η σύγχρονη τέχνη/ποίηση έχει βάλει το διπλό υποκείμενο «καλλιτέχνη/αναγνώστη» τόσο στο κέντρο της, όσο και στην αρχή της, θεωρώντας την υποκειμενικότητα – όπως άλλωστε και ο Γάλλος φιλόσοφος Rene Descartes – ως το θεμέλιο της. Το αίτημα της ίδιας της Τέχνης είναι διαφορετικό και σήμερα καλούμαστε, όσοι από μας πιστεύουμε σε αυτή τη θέση, να αναμετρηθούμε με την σύγχρονη τέχνη και να διατυπώσουμε την εναλλακτική πρόταση. Ενώ λοιπόν η σύγχρονη τέχνη υποστηρίζει τις υποκειμενικότητες του προσωπικού συναισθήματος και της ερμηνείας, η Τέχνη, μέσα από την ίδια την παράδοση, θέτει το αίτημα για την υπέρβαση της υποκειμενικότητας, για την υπέρβαση της ερμηνείας και της προσωπικότητας του ποιητή.

Η Τέχνη υπερβαίνει τον καλλιτέχνη. Αυτό το νιώθουμε ήδη από τον Όμηρο όταν επικαλείται την Μούσα: «ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα» ξεκινάει την αφήγηση στην Οδύσσεια και «Μῆνιν ἄειδε θεὰ» στην Ιλιάδα. Ο Όμηρος γνωρίζει πως η ποιητική του δημιουργία δεν πηγάζει από τον ίδιο, από την υποκειμενικότητά του, αλλά από κάτι άλλο που τον ξεπερνάει – και στην αρχαία Ελλάδα προσωποποιήθηκε στις Μούσες. Το ίδιο πράγμα νιώθω ακόμη και σήμερα, όταν διαβάσω τα γράμματα του Tolkien, όπου αναφέρει πως «δεν νιώθω πως εφευρίσκω τις ιστορίες μου. Νιώθω πως υπάρχουν κάπου κι εγώ τις περιγράφω».

Το αυθεντικό έργο Τέχνης, αυτό που μπορεί με την παρουσία του να διατυπώνει αιτήματα και να θέτει αξιώσεις, υπερβαίνει τον δημιουργό του. Υπό το πρίσμα αυτής της πρότασης μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα, τι θέλει να πει ο Nietzsche όταν χαρακτηρίζει τον δημιουργό ως «μέσον». Ο δημιουργός είναι απλά το χέρι, αλλά η έμπνευσή του, αυτό που κάνει το χέρι του να κινείται και να δημιουργεί ένα ποίημα, παρόλο που υπάρχει μέσα του, εντούτοις δεν πηγάζει από μέσα του.

Ο δημιουργός, ως φυσικό πρόσωπο, δεν είναι κάτι διαφορετικό από τον μέσο απλό άνθρωπο, ο οποίος δεν έχει καμία ποιητική ανησυχία. Ζει την ζωή του, έχει επιθυμίες, ελαττώματα, προτερήματα, αγαπάει, μισεί, πεθαίνει. Μερικοί από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες είχαν μια πολύ βαρετή ζωή, ενώ άλλοι, που ήθελαν να ταυτίσουν την τέχνη τους με την ζωή τους, μας άφησαν συναρπαστικές ζωές και βαρετά λογοτεχνήματα. Ο δημιουργός πεθαίνει, πολλές φορές πολύ σύντομα. Το έργο όμως παραμένει και εμπνέει τους ανθρώπους δια μέσω του χρόνου και του χώρου. Πώς θα μπορούσε η υποκειμενικότητα – κάτι που αρχίζει και τελειώνει με το υποκείμενο – να καταφέρει να αναστρέψει την θνητή της φύση και να κάνει ένα έργο διαχρονικό, κλασικό;

Υπάρχει κάτι άλλο πέρα από το υποκειμενικό μέσα στην Τέχνη, κάτι πέρα από τον ίδιο τον δημιουργό, κάτι που είναι ταυτόχρονα εντός και εκτός του δημιουργού, τον αγκαλιάζει και τον ξεπερνά. Όπως θα έλεγε ο Zweig είναι «η έμ-πνευση και η εκ-σταση». Όταν ο αυθεντικός ποιητής εμπνέεται, στην πραγματικότητα εξ-ίσταται, βρίσκεται έξω από τον εαυτό του. Ο κακός ποιητής βρίσκει στην Τέχνη την έκφραση του Εγώ του. Ο αυθεντικός ποιητής όμως, βρίσκει στην Τέχνη την λύτρωση από το Εγώ του και μέσα σε αυτή την λύτρωση, ακόμη κι από την ίδια την υποκειμενικότητα, ο ποιητής νιώθει το Απόλυτο ως απόλυτη δέσμευση (το καθήκον του Kant ή το «Πρέπει» του Rilke) και ταυτόχρονα ως απόλυτη ελευθερία.

Υπάρχει λόγος που τα σημερινά έργα τέχνης μοιάζουν να μην μπορούν να γίνουν κλασικά. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως ακόμη είναι νωρίς, για να το κρίνουμε αυτό. Όμως, αν κάτι είχε αυτή την δυναμική του κλασικού θα το είχαμε ψιλιαστεί, θα μας έδινε κάποια στοιχεία. Ακόμη κι αυτοί που υπήρξαν «καταραμένοι» και δεν δικαιώθηκαν από την εποχή τους, είχαν δείξει σημάδια του μεγαλείου τους. Σήμερα απουσιάζει κάθε μεγαλείο από την Τέχνη (τουλάχιστον από την «επίσημη»), αυτό το υπερβατικό στοιχείο που θα μπορούσε να καταστήσει ένα έργο κλασικό. Ο υποκειμενισμός, που επικράτησε τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι μια βασική αιτία. Τα έργα τέχνης πια ζουν, αναπτύσσονται, βραβεύονται και πεθαίνουν μαζί με τις υποκειμενικότητες που εκφράζουν. Όταν ένα έργο δεν μπορεί να ξεφύγει από την υποκειμενικότητα που το δημιούργησε, τότε πώς μπορεί να ανοιχτεί και να ξεπεράσει τον χρόνο και την εποχή του;

Ζούμε σε μια εποχή που το ποίημα υπάρχει σε συνάρτηση με τον χρόνο, είτε αυτό είναι η εποχή, είτε κοινωνικές συνθήκες, είτε ατομική/υποκειμενική ζωή του ποιητή. Τα ποιήματα πλέον έχουν ημερομηνία λήξης. Όταν αλλάξει η εποχή, όταν αλλάξουν οι υποκειμενικότητες, τι θα απογίνουν αυτά τα ποιήματα; Τι θα απογίνουν όλα αυτά τα έργα τέχνης που δεν έχουν μάθει να εκφράζουν κάτι περισσότερο από υποκειμενικότητες και σχετικότητες; Οι αρχαίοι κλασικοί, οι μεσαιωνικοί, η Αναγέννηση, το Μπαρόκ, ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός, όλα αυτά τα ρεύματα εξέφρασαν πολλά περισσότερα από τους εαυτούς τους.

Ακόμη κι όταν βρίσκονται τα ρεύματα αντιμέτωπα το ένα με το άλλο, αυτά εκφράζουν κάτι περισσότερο από τους εαυτούς τους και τις προσωπικές επιδιώξεις τους, καθώς, όπως ισχυρίζεται ο Jaspers, το ίδιο το Είναι κρύβει μέσα του αντιφάσεις. Κάθε ρεύμα, κάθε αυθεντικός ποιητής εκφράζει μια διαφορετική έκφανση του ίδιου Πνεύματος. Υπάρχει, πιστεύω, ένα Πνεύμα που κινεί την Τέχνη και που εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές στον κόσμο, είτε με την επική μορφή του Ομήρου, την λυρική μορφή του Αρχιλόχου, την τραγικότητα του Αισχύλου, την απλότητα των δημοτικών τραγουδιών, την ομορφιά του Δάντη ή του Πετράρχη, την τεχνική του Σαίξπηρ, την φιλοσοφικότητα του Γκαίτε, την ρομαντική μελαγχολία του Σέλλευ ή του Σίλερ, την φιληδονία του Μπωντλαίρ ή την φαντασία του Τόλκιν.

Βέβαια, όπως ανέφερα και στην αρχή του δοκιμίου, η τέχνη και ό,τι γράφεται για αυτή δεν προσφέρουν αντικειμενική γνώση. Αυτό ισχύει και για το παρόν δοκίμιο. Όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές και προσδοκεί να βρει μια απόλυτη και τελεσίδικη αλήθεια για την τέχνη και την ποίηση, φοβάμαι πως θα τον απογοητεύσω. Αλλά αν αυτό το δοκίμιο εκφράζει μόνο την υποκειμενικότητα του γράφοντος και τίποτα παραπάνω, αν το κείμενο δεν θέτει καμία αξίωση για κάτι περισσότερο από τον ίδιο τον εαυτό του, αυτές οι γραμμές δεν καταφέρνουν να υπερβούν το εδώ και το τώρα της εποχής, τότε πολύ φοβάμαι πως η «προφητεία» του Ζαρατούστρα θα βγει αληθινή και η τέχνη θα παρακμάσει σε κάτι είτε αμιγώς εμπορικό και αγοραίο, είτε σε κάτι παντελώς αδιάφορο.

 

_

Ανδρέας Αντωνίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!