Φλερτάροντας με τη γεροντοκόρη

6.11.2017

Προχθές εμφανίστηκε πάλι. Ναι, ναι! Η κατάθλιψη δεν έχασε ευκαιρία. Μόλις έφυγες ή μάλλον μόλις σε έδιωξα… τσουπ να την πάλι μπροστά μου. Δεν μου άφησε ούτε μια μέρα να χαρώ. Λίγο ν’ ανασάνω. Μπαμπέσα όπως πάντα. Χαιρέκακη και νοσηρή. Τη ρουφιάνα, σκέφτηκα και χαμογέλασα. Ναι χαμογέλασα γιατί; Περίεργο σου φαίνεται; Έχω αναπτύξει άλλη σχέση μαζί της. Μου κάνει πλάκα και της βγάζω την γλώσσα. Μου κουνάει κοροϊδευτικά τον κώλο της κι εγώ της δείχνω το υψωμένο μεσαίο μου δάχτυλο. Συνήθως γελάει αυτή τελευταία κι εγώ κλαίω ή ουρλιάζω σαν σκυλί δαρμένο, αλλά δεν κρατάει πολύ. Μόλις τελειώσει η μια παρτίδα πρέπει να προετοιμαστούμε για την επόμενη. Και περνάει ο καιρός… παίζοντας.
Όμως αυτή τη φορά ήμουν προετοιμασμένος. Έχω καταλάβει πως μόνος σου δύσκολα μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτή την μονόχνωτη γεροντοκόρη. Θέλει παρέα και κάποιον να σου δίνει θάρρος. Κάποιον να σε προτρέψει να  της την πέσεις στα σοβαρά, να την τρελάνεις πριν το κάνει αυτή. Κάποιον σαν τον φίλο που βαρέθηκε να σ’ ακούει να γκρινιάζεις για την μπακουροσύνη σου και σε βάζει να πιείς για να βρεις θάρρος να την πέσεις στο μπάζο, να πηδήξεις κι εσύ να γλιτώσει κι αυτός απ’ την μανούρα. Αυτή τη φορά δεν θα την πάταγα σαν πρωτάρης. Θα έφερνα ενισχύσεις. Το έργο όμως δεν μπορεί να φέρει την κορύφωση στην πρώτη του σκηνή. Θα νυστάξει ο θεατής. Χτύπησα πόρτες. Δεν άνοιξε καμιά. Μόνο κάτι παντζούρια, αυτά τα παλιά τα ξύλινα με τις γρίλιες τις γαλλικές μισοάνοιξαν μέσα απ’ το γνωστό ενοχλητικό τους τρίξιμο. Κάτι ασπράδια ματιών φάνηκαν μέσα στο σκοτάδι και κάτι ακαταλαβίστικα μουγκρητά ακούστηκαν πριν ο γδούπος του πολυκαιρισμένου ξύλου που κάνουν τα παντζούρια όταν κλείνουν πέσει σαν καλαπόδι πάνω στο κεφάλι μου. Κι αυτός ο ήχος της αλάδωτης πετούγιας που τρίζει -ω Θεέ μου- ναι αυτός να μου τρυπάει τα μυαλά για δύο δευτερόλεπτα που μοιάζαν με αιώνα. Και μετά ησυχία. Άχνα. Τίποτα. Μόνο εγώ και στο βάθος το γέλιο της γεροντοκόρης. Και ξέρεις κάτι; Δεν θα ερχόταν αν ήσουν εδώ. Αν δεν σε έδιωχνα. Αν δεν είχες φύγει…

 

_

γράφει ο Σωτήρης Μαγιόπουλος

 

Ακολουθήστε μας

Ακόμα μια φορά…

Ακόμα μια φορά…

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Έβαλε το ψεύτικο χαμόγελό του και δέχτηκε για ακόμη μια φορά ευχές ουτοπικές για επιθυμίες που σκοντάφτουν στην ίδια την πραγματικότητα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άλλωστε, είχε αποδεχτεί την προσποιητή ευγένεια του κόσμου. Μοτίβο...

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Τέλη Αυγούστου και δροσίζει. Ο καύσωνας του καλοκαιριού μοιάζει πλέον παρελθόν και τα δειλινά έχουν μια γεύση από φθινόπωρο. Καθόμαστε στο μπαλκόνι και χαζεύουμε τη θέα, πίνοντας κρύα λεμονάδα. Μου μιλάς κι εγώ σ’ ακούω για ώρα ενώ ταυτόχρονα ρίχνω κλεφτές ματιές στις...

Θαύματα του Μάη

Θαύματα του Μάη

Με ξύπνησε η καμπάνα, απ' τις λίγες Κυριακές που την άκουσα. Μάλλον ήμουν μισοξύπνια ήδη. Αποφάσισα να μην καθίσω στο κρεβάτι, χθες που έκλεισα δωδεκάωρο ανησύχησα κόσμο. Στην κουζίνα, λες και με πήρε η μυρωδιά του καφέ, πριν ανοίξω το βάζο. Ελληνικό θα...

2 σχόλια

2 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα.Ή , αν δεν πάθεις πώς θα μάθεις;;ή, ακόμη καλύτερα εκείνη να μην έφευγε κι΄εσυ να συνειδητοποιούσες έγκαιρα ότι από ολότελα καλή κι’ η Παναγιώταινα

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Η ανθρώπινη επαφή -ερωτας,φιλία ή ότι αλλο- κάνει την καταθλιψη απλά υποφερτή. Δεν την προκαλεί ούτε όμως την γιατρεύει.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου