Αυτοί, που σκυμμένοι προχωρούν

μια βοή μονάχα ακούν.

Είναι οι κραυγές του θρήνου,

που καίει τα σωθικά τους.

Είναι η οργή, που ξέφυγε

Απ’ της αράχνης τον ιστό.

Ανάβει και πυρώνεται

μα ξέμεινε μονάχη, ένας κόμπος στο λαιμό.

Αυτοί, που σαν αγάλματα πια στέκουν

εγκλωβισμένοι κι άπραγοι

στης πόλης τα τσιμέντα

με χέρια άκαμπτα, αδειανά

με την ψυχή στεγνή, μαρμαρωμένη

έγιναν τέρατα κρυφά

η σκέψη τους μες το χαμό οδεύει.

Αυτοί, που μαραζώνουν στις σκιές,

που την ψυχή τους παραδώσαν στα υπόγεια

με τη συγγνώμη που δεν δόθηκε πια ζουν

με χείλη άνυδρα από αγάπη κι από λόγια.

Αυτοί, που ξεχασμένοι αγκομαχούν

με την ανάσα τους κοφτή και μετρημένη

ένα σημάδι αυτής της γης ζητούν

μία στιγμή δική τους κι η ζωή να την προφταίνει.

Μα σέρνονται πια τώρα

και συνθλίβονται σε τοίχους.

Σαν μανιασμένοι ταύροι ορμούν σε όνειρα σβησμένα.

Αυτοί, που μόνο μια ευθεία γραμμή ακολουθούν

καθώς γυρεύουν έναν ορίζοντα,

που χάθηκε απ’ το βλέμμα.

 

της Άννας Ρουμελιώτη

 

Η φωτογραφία είναι πνευματική ιδιοκτησία της  Άννας Ρουμελιώτη.

Διατίθεται με άδεια Creative Commons, όπως παρακάτω

cc

[Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Ελλάδα]

(CC BY-NC-SA 3.0 GR)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!