Όνειρα  μιας ζωής  
θαμμένα στα λασπόνερα.
Κόποι, θυσίες, βάσανα 
παρασυρμένα, στα ρέματα
χαμένα στα μπάζα.

Κι’ εσύ  στέκεις παράμερα βουβός, βουρκωμένος
και κοιτάς απελπισμένος τα απόνερα
της κατεστραμμένης σου ζωής,
μη βρίσκοντας δύναμη 
ούτε να διαμαρτυρηθείς, να φωνάξεις.

Θλίψη και πόνος.
Πόνος  βουβός, ανελέητος
σου σπαράσσει τα σωθικά, σε παραλύει.
Μόνο ένα δάκρυ, δάκρυ πικρό κυλάει
στο ρημαγμένο πρόσωπό σου
και προσπαθεί κι’ αυτό να κρύψει τη ντροπή του
για την εικόνα του παραλογισμού 
και του αδυσώπητου ολέθρου που αντικρίζει.

Πώς είναι δυνατόν το ευλογημένο νερό της βροχής
να γίνεται εφιάλτης;
Δεν υπάρχουν λόγια, οι λέξεις μοιάζουν πολύ φτωχές
να περιγράψουν μια τέτοια τραγωδία.

Απάντηση δυστυχώς καμία.

Οι υπεύθυνοι ως συνήθως, εξαφανισμένοι

κρυμμένοι σε κάποια γραφεία

χαμένοι στη γραφειοκρατία.


Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς.

Μόνο δάκρυα βουβά, πόνος ψυχής
ανείπωτη θλίψη
ντροπή και οδύνη αφόρητη.

Πάλι θα έρθουν  πάνω απ’ τα ερείπια
κάποιοι μεγαλόσχημοι, δήθεν για συμπαράσταση 
να δώσουν ψεύτικες υποσχέσεις, 

και φυσικά να επιδείξουν τις καλές τους τις προθέσεις

πως θα κάνουν «ότι είναι δυνατόν», απ’ την δική τους τη πλευρά

όπως επαναλαμβάνουν κάθε χρόνο, ξανά και ξανά

με αυτό το γελοίο, περίλυπο ύφος τους.

 

Και ως συνήθως

κανείς τους δεν αναλαμβάνει την ευθύνη

χωρίς καμιά αιδώ, δίχως αισχύνη.

 

Δεν  πτοούνται, δεν σταματάνε 
ούτε μπροστά στα ερείπια  της ζωής σας.
Δεν σέβονται ούτε τον πόνο
την τραγωδία της ψυχής σας.

 

Δυστυχώς κάθε χρόνο

η ίδια επαναλαμβανόμενη ιστορία,

κάθε χρόνο η ίδια μοιραία τραγωδία.

Για  τους εγκαταλελειμμένους στη μοίρα τους

που είδαν τη ζωή τους μέσα σε μια στιγμή

να γίνεται κομμάτια.

 

Ποιος « από όλους αυτούς»

μπορεί να τους κοιτάξει μες τα μάτια;

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος