τοβιβλίο.net

Select Page

Χαράζει ο άλλος μου εαυτός, της Αρετής Γκανίδου

Χαράζει ο άλλος μου εαυτός, της Αρετής Γκανίδου

«Χρόνια αποστηθίζω κάθε πρωί το ίδιο μήνυμα: «Σε θέλω σαν τη συγγνώμη που περιμένουμε όλοι εδώ στη Λήμνο οι φιλοκτήτες» (Αρετή Γκανίδου, ‘Απολογία).

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Αρετής Γκανίδου φέρει τον τίτλο 'Χαράζει ο άλλος μου εαυτός' και αποτελεί μία περιδιάβαση στις διάστικτες 'αλήθειες' του καιρού μας, δια-κρατώντας ως αφετηρία την γενέθλια γη (Τρίκαλα Ημαθίας) για να συνενώσει εικόνες-θραύσματα, ανασύροντας έναν εαυτό πίσω από τις ίδιες λέξεις.

Η ποιήτρια διαλέγεται με την αίσθηση και την ένταση του επείγοντος, αξιώνει, παράδοξα, την έννοια της εμπιστοσύνης στο απολεσθέν σώμα και στη 'μνήμη' του σώματος, εκεί όπου η ποιητικότητα διέπεται από μία «διαλεκτική ένταση μεταξύ των πόλων της αταξίας και της τάξης»[1], για να παραπέμψουμε στον Walter Benjamin.

Aξιολογώντας την προσίδια ευρύτητα του χώρου η Αρετή Γκανίδου ανοίγεται σε έναν εαυτό που προσδοκά, από έναν κάμπο ποικίλων χρωματικών αντιθέσεων, την θέαση του αίματος, την παιδικότητα που παρήλθε ως συμβάν, την θηλυκότητα η οποία δια-μοιράζεται στα δύο, διαμελίζεται και φονεύεται εντός του πλαισίου και των συμβολισμών των εμπρόθετων 'καθεστώτων αρρενωπότητας'. «Πακιστάν. κοπέλας που λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από την οικογένεια της είχε. 29/05/2014 Ματόφυλλα ταμπλαδωτά βαριά Όταν ανοίγουν πέφτει άλλο φως στο Βέρμιο και στον κάμπο χαράζει ο άλλος μου εαυτός».[2]

 Μεταξύ είδησης και μη-είδησης, η ποιήτρια προσδιορίζει μία ποιητικότητα που διαλέγεται με το σώμα και με το κάθε 'αδόκιμο' θηλυκό σώμα που βιάζεται και φονεύεται, θέτοντας το & τα διακυβεύματα της δι-επαφής, στο περιβάλλον μίας ποίησης που 'διεισδύει' στο γίγνεσθαι για να ανα-καλέσει με την φωνή-λέξη, με την γλώσσα που δεικνύει προς την κατεύθυνση μίας καθημερινής εξορίας, αφήνοντας το διά-κενο να εισχωρήσει: η κάθε ανώνυμη γυναίκα φέρει και μία ιστορία, αφήνεται να ομιλήσει την επωδυνότητα σε έναν κάμπο που 'παίζει' με τις αντιθέσεις, που υπενθυμίζει αυτό που υπήρξε η ποιήτρια: υποκείμενο του 'οικείου' δίχως την 'οικειότητα'.

Η ποιητική[3] γραφή μετατοπίζει τους όρους της διάρκειας, καθίσταται ετεροβαρής 'σπείρα' που αναμένει το έλασσον για να το ανα-φέρει, προσιδιάζοντας προς την κατεύθυνση μίας επιτελεστικότητας η οποία νοηματοδοτεί την ίδια την ποιητική κειμενικότητα, συγκροτώντας σώματα που αναζητούν χαραμάδες φωτός, μεταξύ Πακιστάν και Σιουδάδ Χουάρες, Νιγηρίας Ινδίας, Μαλαισίας και Ιαπωνίας, μεταξύ παροντικότητας και παρελθόντος, μνήμης και αίσθησης της. Η ποιήτρια προσδιορίζοντας το ‘σκότος’, το αναφέρει, διασαλεύοντας τα σύνορα της πόλης, τα όρια ή την οριακότητα της τάξης, εκκινώντας από την κλήση, από την κλήση στην πραγματικότητα που καθίσταται ‘κτήμα’: «Βουή από βαθιά μας πλησιάζει Ώσπου μας φτάνει σε ριπές φωνή τυφλή Άρατε πύλας Να ξεχυθεί το σκότος απ’ το στόμα μου Άρατε πύλας Να ξεχυθεί το σκότος απ’ το στόμα μου».[4] Το στόμα καθίσταται ‘εργαλείο’ γλώσσας και συμβολοποίησης, εκ-βάλλοντας το έρεβος του αίματος και των αισθαντικών υπάρξεων.

Με όρους πρακτικών συμβολισμών, λαμβάνει χώρα ένα ιδιότυπος χορός αρχαίας τραγωδίας, με τα θηλυκά σώματα να αναφέρουν και να προσδιορίζουν και να προσδιορίζονται εκτός και εντός ποίησης, να 'ενσαρκώνονται' στο εύρος της 'φραγής', προσλαμβάνοντας χαρακτηριστικά 'ποίησης'.

Τα σώμα 'μετασχηματίζονται' σε ποίηση, την στιγμή όπου η Αρετή Γκανίδου εγκιβωτίζει λέξεις που εναλλάσσονται με την ωμή πραγματικότητα, με τις έμφυλες όψεις της κοινωνικότητας, την στιγμή όπου, η αναδυόμενη-έμφυλη μνήμη του σώματος λειτουργεί με την τροπικότητα του Jacques Derrida: «η έμφυλη διαφορά θα ήταν έτσι ένα είναι- μέχρι θανάτου (a being- up - until-death)».[5]

 Ένα 'είναι' που εμφιλοχωρεί στο σώμα που βιάζεται, διαμελίζεται, φονεύεται οπτικά και φυσικά, τιθέμενο εκτός 'κοινού'. Υπό αυτό το πρίσμα, το ποιητικό πράττειν αφήνει πίσω του προλήψεις, ασκείται στην ίδια διαπραγμάτευση των όρων του κοινωνικά και έμφυλα διανοητού με επίκεντρο την αναφορά και την υπέρβαση της ενικότητας που μαρτυρεί και εξιστορεί, με το όνομα να χάνεται εντός της διαλεκτικής του 'φοβερού': «Συχνά όταν πλαγιάζω είμαι χωμένη στο κουκούλι της κουζίνας Δεν έχω πια διεύθυνση ούτε όνομα που θα με εμπόδιζαν να βυθιστώ στη χαύνωση αυτής της αγκαλιάς Αποκομμένη από την ακοή και τη ματιά μου χωρίς επιθυμίες γέρνω γλυκά στον ώμο της ανυπαρξίας Νανουριστά γλιστρώ στην άβυσσο της σαν να θερμαίνομαι από μαγκάλι ή σαν να 'χω υποθερμία».[6]

Σε μία κουζίνα που δια-φυλάσσει κόσμους, η ποιήτρια σημαίνει την εναλλακτική του εαυτού, τείνει προς την δόμηση της 'βίας' και της 'βίαιης' λέξης η οποία, φυγόκεντρα, δεικνύει, όχι τη απώλεια, αλλά την οριακότητα της μεταβολής: σε αυτό το πλαίσιο, η εμπιστοσύνη αποκτάται στο χώρο της κουζίνας, διαμορφώνοντας μία συνείδηση που δεν ζητεί παρά γωνίες, την αίσθηση του παλινδρομικού 'τίποτα' που 'ενσαρκώνεται' σε κάθε στιγμή: «Χωρίς επιθυμίες γέρνω γλυκά στον ώμο της ανυπαρξίας».

Η διάβαση επιτυγχάνεται, με τον 'άλλο εαυτό'' να χαράζει με ευθύνη απέναντι στην ποίηση, στα θηλυκά σώματα που υφίστανται τους διαμελισμούς των κάτω άκρων και της αρθρωμένης λέξης-μαρτυρίας: 'είμαι γυναίκα'. Στις συν-δηλώσεις της ποίησης, ο χώρος, η γενέθλια γη αναπαράγονται στο εύρος της καταφυγής, 'τρέφει' «μιγάδες λέξεις»[7] που αντανακλούν διαθέσεις, πολλαπλότητες που συγκροτούν 'αστερισμούς' πράξεων, την ελευθερία που δύναται να αναφερθεί στην γενεαλογική προτρεπτικότητα της: «Κάτω απ' τον κάμπο της φωνής μου η Πολιτεία αρδευτική Με σήραγγες κανάλια κι οδοδείκτες Ωστόσο έξω στον αέρα ανατρέφω μιγάδες λέξεις Στα σύμφωνα τους εντοιχίστηκαν λεπτές ανάσες τσέρκια που σφίγγουν τα φωνήεντα να μη χυθούν σαν ποταμοί και πνίξουν κάθε νόημα και μένα Ουαί τοις ηττημένοις Για ποιαν ελευθερία μου μιλάς αν δεν προηγηθεί πατροφαγία;».[8]

Η αρχή δεν γνωρίζει 'επωνυμίες', η ελευθερία στοιχίζει πλήθη αίματος, ο εαυτός δια-φαίνεται στο κάτοπτρο, ως 'άλλη' έγκληση ή, ωσάν ο ιδιαίτερος 'ξένος' του Αλμπέρ Καμί: «Κι όποιος κι αν είσαι, -ξένος ή εαυτός- έλα και πάρε με ξανά στον τόπο πέρα απ' το φεγγάρι».[9]

 Στα περιβάλλοντα της ποίησης, πως προσδιορίζονται ο εαυτός και ο 'εχθρός;'. ο 'εχθρός' και οι 'εχθροί' του ονείρου; «Αλλά και τούτοι μες στο παιδομάνι που εκτρέπουν τα Νερά της Στύγας στο δέλτα του ύπνου και πλημμυρίζουν Άδη τα χαράματα; Κι ο πείσμων που ρυμοτομεί τον ουρανό ρημάζοντας τα μονοπάτια των ονείρων ως τις κατεβασιές τους; Ποιοι είναι; Πες μου, ποιοι;».[10]

 Η Αρετή Γκανίδου εγγράφει εκφάνσεις μίας έμφυλης διάστασης και πραγματικότητας ανά τον κόσμο που συμπυκνώνεται στην λειτουργική 'αφιλία', δια-περνά τα 'ερείπια' της μνήμης, νοηματοδοτεί την ερωτική κένωση, την βαρύτητα της λέξης που δεν λέγεται αλλά σημαίνεται: 'σιωπή΄.

Η αρχή 'χαράζει' σαν εαυτός, για να μαρτυρήσει φωνές, υπενθυμίζοντας την ποιητική του Γιάννη Ρίτσου από την ποιητική συλλογή 'Οι Γερόντισσες κι η θάλασσα': «Δεν ξέραμε ποια ποιο το πληγούρι, ποιο το κόλυβο. Δεν ξέραμε πια ποιο το ξερό χταπόδι κρεμασμένο στον τοίχο, ποιος ο Σταυρωμένος. Δεν ξέραμε πια ποιες οι πλεξούδες το σκόρδο, ποιος ο ποταμός του Ιορδάνη».[11]

 Ο θάνατος σημαίνεται εκ νέου, όχι μόνο στο αίμα, αλλά και στην απάθεια. Από τα Τρίκαλα, στις 'αβύσσους' του γίγνεσθαι, στη μη-συμβατότητα της γνώσης, στις δια-ρρήξεις μίας κοινωνικότητας με και δίχως πρόσημο.

Όπως αναφέρει και ο Γερμανός ποιητής Jan Wagner, προ-φέροντας την αναγκαιότητα του δικού του 'νόστου': «Γύρισα πίσω στων καμπαναριών τους ήχους, στου ψωμιού τη μυρωδιά, σε δρομολόγια σχολικά και σύσκια δέντρα, πίσω στο «τι καιρό θα κάνει», γύρισα πίσω στις βαπτίσεις, ΄πίσω στις τραγωδίες, στις ειδήσεις, που μια τους στάθηκα κι εγώ».[12] Η Αρετή Γκανίδου φέρει τον 'νόστο' της γης και της αλληλουχίας των εκ-ζητούμενων σωμάτων: το 'τώρα' για την διακοπή.

Συν-διαλεγόμενη με τις εκφάνσεις ενός αιχμηρού ποιητικού λόγου, η Αρετή Γκανίδου αναζητεί τα ίχνη και την πορεία των δημίων, σημαίνει τα χάσματα μίας ανατροφής και μίας αγάπης που αφήνεται να ομιλήσει: «Καδοσδύο Λαχτάρησε το στόμα μου μια κι έξω Σκυμμένοι πάνω από την κούνια μου έδωσαν φιλί σε κόψη μαχαιριού Έσχισε αθόρυβα στ' ακρόχειλα χαμόγελο φαράγγι».[13] Στους όρους της ηθικής και όχι της ηθικολογίας, ενσκήπτει η φανέρωση: «Μου έδωσαν φιλί σε κόψη μαχαιριού».

Ένα φιλί που λειτουργεί ως λέξη και ως ποίηση που περιλαμβάνει βιό-κοσμους, υποκείμενα που ομνύουν στους οντολογικούς ή οντολογικά δοσμένους όρους της νεωτερικότητας.

Η επιθυμία της ποιήτριας, ο ίμερος που εκφέρεται εντατικά, είναι η επιστροφή σε μία παιδικότητα που πλανάται και περιφέρεται αβίαστα, που δηλώνει κάτι πέραν του τυπικού: την κίνηση προς, την ιδιαίτερη 'κοινότητα' αξιών που δεν είναι απλά το παρόν, αλλά και η δυνατότητα του μέλλοντος. Σε αυτό το περιβάλλον νοηματοδοτείται ο 'άλλος εαυτός'. «Τι να σου πω; Την αγαπώ την πίκρα σου πολύ -παρόλο που με θλίβει- Όμως ακόμα κι αν βρεθούμε εκεί πάντα θα θέλω να γυρίσω στ' αχτένιστα παιδιά».[14] Και όπως αναφέρει 'φορτισμένα' ο Νιτσεϊκός 'Ζαρατούστρα': «Η (μία) οδός δηλαδή- δεν υπάρχει».[15]

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης 

 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Αποσυσκευάζω τη βιβλιοθήκη μου. Λόγος για τη συλλεκτική δραστηριότητα’, Μετάφραση: Μπιτσώρης Βαγγέλης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2009, σελ. 7.

[2] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Πακιστάν’, Ποιητική συλλογή ‘Χαράζει ο άλλος μου εαυτός’, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, 2015, σελ. 26.

[3] Η ποίηση της Αρετής Γκανίδου εκ-ζητείται σε μία διαφορική ‘ικεσία’ για το ορατό και για το αόρατο, στις εκφάνσεις ενός ‘θεάτρου σκιών’, στις αναπαραστάσεις της παύσης: παύση από το προσίδιο μηδέν.

[4] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘ΆΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ…ό.π., σελ. 10.

[5] Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά, ‘Σκέψεις για την πολιτική του πένθους: προς μια αντιεθνικιστική φεμινιστική πολιτική στην εποχή της Αυτοκρατορίας’, στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 231.

[6] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Αθήνα, Ελένη, οδός Ευριπίδου…ό.π., σελ. 16-17.

[7] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Μιγάδα φωνή…ό.π., σελ. 9.

[8] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Μιγάδα φωνή…ό.π., σελ. 9.

[9] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Το Πολυκέφαλο τέρας…ό.π., σελ. 8.

[10] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Το Πολυκέφαλο τέρας…ό.π., σελ. 8.

[11] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Οι Γερόντισσες κι η θάλασσα’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1989, σελ. 30.

[12] Βλέπε σχετικά, Wagner Jan, ‘Στο Πηγάδι’, Ποιητική συλλογή ‘Το σπουργίτι του Γκέρικε και άλλα ποιήματα΄, Μετάφραση-Σημειώσεις-Επίμετρο: Κουτσουρέλης Κώστας, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2018, σελ. 53-55. Η ποίηση του Jan Wagner αθόρυβα δια-περνά τους ρυθμούς της ζωής, προσδιορίζει ότι επιτελείται πίσω από το όνομα, συγκροτώντας εικόνες φυγής από την μετρική κατανομή.

[13] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Υφήλιος…ό.π., σελ. 27.

[14] Βλέπε σχετικά, Γκανίδου Αρετή, ‘Απολογία…ό.π., σελ. 46.

[15] Αναφέρεται στο: Νίτσε Φρήντριχ, ‘Περί αληθείας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια’, Μετάφραση-Σημειώσεις-Επιλεγόμενα-Βιβλιογραφία: Γιατζάκης Πέτρος, Επίμετρο: Νεχαμάς Αλέξανδρος, Εκδόσεις Εκκρεμές, Ευμενείς Έλεγχοι, Αθήνα, 2009, σελ. 50.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος