Πάλι επιθυμώ να γράψω.
Δεν ξέρω γιατί.
Το μολύβι καραδοκεί.

Ίσως είναι, η φωνή της αγανάκτησης.
Τα συναισθήματα που είναι ανυπόμονα.
Το παιδάκι που ψυχορραγεί στην άκρη του βράχου.
Το αίμα του φτωχού που δεν σαλεύει πια.
Το πουλί που πετά δίχως φτερούγες.
(Τα φτερά αγκιστρωμένα στο καπέλο της κυρίας.)
Οι τυφλοί βασιλιάδες που πιλοτάρουν τη Γη.
Η αγάπη που θέλει στη λευκή σελίδα να αποτυπωθεί.
Ο χρόνος που επιθυμεί δυο στιγμές να παγώσει.
Το ανεκπλήρωτο που δεν ησυχάζει.
Ο ζητιάνος που πέταξε για ένα κομμάτι ψωμί.
Οι παράλληλες ομιλίες, δίχως ήχος να βγει.
(Πλάνη του κόσμου η θηλιά.)
Το χέρι μου που ψάχνει χρόνια τη σκιά του.
Ο δρόμος που είναι έρημος
και αποζητά τους διαβάτες του.
Το κυκλάμινο που θέλει να μελοποιηθεί.
Η νύχτα που δεν μένει σιωπηλή.
Κουρδίζει την άρπα της.
Τα χελιδόνια τραγουδούν στις ανεμώνες
το αιώνιο της ζωής μας θαύμα.

Η σελίδα με κοιτά.
Αγκομαχά και περιμένει.
Ω Θεοί!
Ω απέραντοι ουρανοί!

Έγραψα πάλι.
Ρούφηξα δυο τζούρες οξυγόνο.
Συνεχίζω.
Ουφ! Πάλι απ' την αρχή...

Εγωιστικός τούτος ο λόγος.
Έγραψα “εγώ”.
Την ανάγκη μου.
Την χαρά μου.
Τον πόνο μου.
Την αγωνία μου.
Την θλίψη μου να χάψω,
                         να αλλάξω.
Προς τα που να φωνάξω;

Κι αν εγώ έγραψα;
Μήπως το νερό δεν λιγοστεύει;
Μήπως οι πόλεμοι τέλεψαν;
Μήπως η κακία χαροπαλεύει;

Μα ο ήλιος είναι ακόμα γκρίζος.
Ο ουρανός άλικος, κωφός.
Ο Θεός παίζει κρυφτό.
Μιλάει άλλες γλώσσες.

Εγώ πάλι, επιθυμώ να γράψω.

Κύκλος.
Δίχως ακτίνα.
Λίγο οξυγόνο...

Μα τι όμορφα που κελαηδούν τα πουλιά!
Να προλάβω τουλάχιστον,
να δω τον κόσμο μέσα απ' τα μάτια τους.
Πριν χαθώ για πάντα.

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!