Χριστουγεννιάτικες ιστορίες στην λογοτεχνία

19.12.2020

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Τα Χριστούγεννα αποτελούν ορόσημο όχι μόνο στον θρησκευτικό κόσμο, αλλά και στην Τέχνη. Και αυτό συμβαίνει, γιατί η θεία Γέννηση αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση της ανθρώπινης ελπίδας για την λύτρωση από τα δεσμά του Θανάτου. Όπως είναι φυσικό, η παγκόσμια λογοτεχνία μας παρέχει έναν πλούτο έργων με Χριστουγεννιάτικο φόντο, το ίδιο και η εγχώρια δημιουργία.

Ενδεικτικά επιλέγω δύο έργα, το «Άνθος του Γιαλού» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και το «Θείον Όραμα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η ίδια αίσθηση ευλάβειας προς το θαύμα της θείας Ενσάρκωσης, ανακατεμένη με χαρά αλλά και πίκρα, καθώς οι δύο εγκιβωτισμένες ιστορίες μιλούν για χωρισμό και νοσταλγία των οικογενειακών κατά κόρον γιορτών. Ο εγκιβωτισμός λοιπόν είναι ένα κοινό στοιχείο στα δύο διηγήματα, καθώς οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες αναφέρονται μέσα από το στόμα ενός εκ των ηρώων και χρονικά αποτελούν μια αναδρομή στο βαθύ και απροσδιόριστο παρελθόν. Και στις δύο ιστορίες υπάρχει έντονο το υγρό στοιχείο, η θάλασσα, που χωρίζει τους ήρωες από το σπίτι και την οικογενειακή εστία, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα επώδυνο και αισθητό κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.

  • Το «Άνθος του Γιαλού», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Ο Μάνος του Κορωνιού, ένας νεαρός αγαθός ψαράς, για πολλές νύχτες παρατηρούσε στην άκρη του πελάγους, κοντά στο καλύβι της Λουλούδως- ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που θεωρούνταν στοιχειωμένο- ένα παράξενο φως, σαν σπίθα που τρεμοσβήνει. Καθώς δεν μπορούσε να διαλευκάνει την προέλευσή του, πήρε μαζί του τον λίγο μεγαλύτερό του Γιαλή της Φαφάνας προκειμένου να τον συνοδεύσει στις νυχτερινές αναζητήσεις του. Τελικά, παρά τις άκαρπες προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να φτάσουν το φως, που μάκραινε και χανόταν στο κύμα. Τελικά, ένας μεγαλύτερός τους άντρας, ο Λίμπος ο Κόκοϊας, τους εξήγησε τον αστικό μύθο που τύλιγε με μυστήριο το παράξενο εκείνο φως. Η αφήγηση μέσα από το στόμα του Λίμπου μιλά για μια πανέμορφη κοπέλα, την Λουλούδω, κόρη του γενναίου Θηρέα, την οποία αγάπησε ένα βασιλόπουλο που «Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ». Κι ενώ η κοπέλα περιμένει με αδημονία τα Χριστούγεννα, ατενίζοντας το πέλαγος (που εδώ τους χωρίζει), το βασιλόπουλο πέφτει αιχμάλωτος στα χέρια των εχθρών, χωρίς να μπορεί να τηρήσει τον λόγο του. Τα Χριστούγεννα έρχονται και το βασιλόπουλο παραμένει άφαντο: «Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται….Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!…. Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος… Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!…. Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους…. – Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!» Η επανάληψη της φράσης απεικονίζει όλη την απελπισία της άτυχης κοπέλας, που οδηγείται στον θάνατο, αλλά ακόμα και εκεί, ο όρκος και η αγνότητα της ψυχής των δύο αγαπημένων θα τους ενώσει με μεταφυσικό τρόπο: «Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω. Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθαἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

 

  • Το «Θείον Όραμα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα: Την νύχτα των Χριστουγέννων, ο Κώστας Αξιώτης και οι υπόλοιποι ναύτες, καταμεσής στην αγριεμένη Μαύρη θάλασσα, ονειρεύονται και νοσταλγούν την θαλπωρή του σπιτιού τους. « Έκανε κρύο δυνατό. Βοριάς εξύριζε τα πέλαγα, πάγωνε τ’ ακρογιάλια, κρουστάλλιαζε τα στοιβαγμένα χιόνια στα βουνά. Και το πλήρωμα, ναύτες και θερμαστές, συναγμένοι ολόγυρα στη θερμάστρα, φρόντιζαν να ζεσταθούν με τη φασκομηλιά και το ψωμοτύρι. Ο λύχνος, καρφωμένος στη μέση ενός στύλου, φώτιζε και κάπνιζε μαζί τα περίγυρα σωθέματα. Διπλά τριπλά τα κρεβάτια κολλημένα στα πλευρά, με τα μαύρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθήκες στ’ ανήλιαστα βάθη της γης ταιριασμένες». Και στην περίπτωση αυτή, το άγριο πέλαγος χωρίζει και απομακρύνει τους ήρωες από τους αγαπημένους τους, βάζοντας σε κίνδυνο και την ίδια τους την ζωή. Ο Κώστας αρχίζει ν’ αφηγείται την ιστορία του πατέρα του (εγκιβωτισμός) με κάμποση νοσταλγία και παράπονο: «Αχ, το σπίτι μου! Άρχισα το παράπονο και κοντεύω να δακρύσω σαν άπραγο παιδί. Μα δε φταίω γω. Φταίει αυτή η νύχτα. Φταίει το αποψινό αποσπέρισμα, τ’ αστέρι το λαμπρό που έτρεμε βασιλεύοντας πίσω από τα χιονισμένα βουνά και τάραξε το είναι μου. Όπως τους Μάγους οδήγησε και μένα πίσω από τα βουνά και τα πέλαγα στη Νάξο, στο Γρίτι μου το πρασινοντυμένο, το ταπεινό μα ολόχαρο σπιτάκι μου. Και όχι ως εδώ. Παραμπρός, παραμπρός ακόμη. Μ’ έφερε στα παιδιάτικα χρόνια μου, πριν αφήσω τη στεριά και πριν ταξιδέψω στη θάλασσα. Καθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας, που τα έραψε της μάνας μας η φροντίδα και της αδερφής μας, της ομορφούλας τα πιδέξια χέρια. Ο πατέρας μου, θεριακωμένος και νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στις προσκεφαλάδες ψηλά και ρουφούσε απολαυστικά το τσιμπούκι του.Όταν μας έβλεπε έτσι συναγμένους, του άρεσε να διηγέται παραμύθια και ιστορίες της ζωής του. Της θάλασσας οι κίνδυνοι, της στεριάς οι χαρές, ο τρόμος των κουρσάρων, τα ναυτικά κατορθώματα της Επανάστασης διάβαιναν ζωντανά και ολοφώτιστα μπροστά μας. Μα κείνη τη νύχτα δε θέλησε να μιλήσει ούτε για παραμύθια, ούτε για ταξίδια του. Μόλις βάλαμε το λύχνο στο λυχνοστάτη και φάγαμε τη λειψόπιτα, μας άρχισε θρησκευτικές κουβέντες». Εκείνη την ιδιαίτερη Παραμονή των Χριστουγέννων ο γέρο Αξιώτης λοιπόν αφηγείται την ιστορία της Γέννησης του Χριστού με μια μικρή παραλλαγή: όταν ο Ιωσήφ απομακρύνεται για λίγο από τον στάβλο, η Παναγία, ως μητέρα, κοιτάζει με τρυφερότητα το θείο Βρέφος και αναρωτιέται πως θα επιβιώσει σε τούτο τον αφιλόξενο κόσμο, όπου μαίνονταν οι πόλεμοι και η φτώχεια. Και τότε μένει έκθαμβη από ένα όραμα, που της αποκαλύπτει την θεϊκή αποστολή του Υιού Της, που όμως παραμένει τραγική γιατί δεν παύει να είναι μητέρα, παράλληλα με την θεία υπόστασή Της: « Άξαφνα λύχνος ηλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρος στης μάνας την ψυχή, έτοιμος να δείξει το μέλλον του νιογέννητου, όπως η νεφέλη έδειξε άλλοτε τον άγνωστο δρόμο στη φυλή της. Και τον είδε τριαντάχρονο λεβεντονιό να μαγνητίζει τις ψυχές του λαού. Ψηλός, λυγερός, με σεβαστή μελαγχολία στο ροδοζύμωτο πρόσωπο, με τα καστανά μαλλιά κυματιστά στους ώμους, με το στόμα γλυκοστάλαχτο και τα γαλανά μάτια, μιλούσε στο λαό και τον έπειθε. Εκήρυττε στις συναγωγές και χίλιοι τον άκουαν ανέβαινε στο βουνό και μύριοι τον ακολουθούσαν. Διαβαίνει ανάλαφρα τη λίμνη της Γενησαρέτ και ρίχνονται λαμνοκοπώντας οι κόσμοι στα βήματά του. Οι Προφήτες που τον προσπερνούσαν, τώρα πισωδρομούν υποταχτικοί του. Ο Νόμος του Μωυσή αναζεί στα λόγια του και συμπληρώνεται. Η έρμη γη αναδροσίζεται· τ’ απελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τα πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στη μάντρα τους. Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατιά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς. Οι άπιστοι πιστεύουν και σηκώνονται οι ταπεινοί, τυφλούς φωτίζει, χωλούς οδηγεί. Τα Γεροσόλυμα στρώνουν τους δρόμους με βάγια να τον δεχτούν. Σύγκαιρα όμως καρφώνουν το σταυρό. Ο φθονερός μαθητής τον παραδίνει με φίλημα. Ο δειλός φίλος του αρνιέται πριν λαλήσει ο πετεινός. Μα Εκείνος, ανώτερος από τα τέκνα των ανθρώπων, συγχωρεί την άρνηση και την προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα από τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, πίνει το ξίδι και τη χολή, φορεί το αγκαθερό στεφάνι, την περιφρονητική χλαμύδα, κρατεί το καλαμένιο σκήπτρο και ανεβαίνει στο μαρτύριο.

– Γυναίκα, να ο γιος σου, λέει την τελευταία στιγμή.

Και αποχαιρετά, μ’ ένα βλέμμα μελαγχολικό, τη μάννα που τον γέννησε, τους φίλους που τον πίστεψαν, το λαό που τον τυράννησε, τη Γη που είδε τις πίκρες του και τον Ουρανό που θα δεχόταν το Σώμα του. Η μάννα ήταν εκεί και τα έβλεπε όλα. Ήθελε να φωνάξει, να τρέξει για να τον σώσει από τα χέρια των κακούργων αλλά δεν μπορούσε να βγάλει φωνή. Το σώμα δεν ακολουθούσε τους πόθους της ψυχής. Μα όταν είδε ένα στρατιώτη αγριοπρόσωπο, έτοιμο να λογχίσει τα πλευρά του,

– Μη! … εφώναξε με όλη της τη δύναμη.

Και με το μη! ξύπνησε. Δεν είδε ολόγυρα της τίποτα από το φριχτό δράμα. Το βρέφος κοιμότανε ακόμη πλάγι της, μέσα στη φάτνη, απάνω στο άχυρο. Μα δε βασίλευε η σιγή και το σκοτάδι, όπως πριν. Αγγελική αρμονία κατέβαινε από ψηλά και λαμπρομέτωπο αστέρι έχυνε θάλασσα το φως του στη σπηλιά. Και μπρος στα πόδια της, οι Μάγοι γονατιστοί με τα δώρα τους, τη σμύρνα και το μόσχο και το λιβάνι, ονόμαζαν το γιο της βασιλέα και Θεό. Εκείνη την ώρα φάνηκε στην εμπατή χλωμός ο Ιωσήφ.

– Να φύγουμε· λέει τρέμοντας στη γυναίκα του. Ο Ηρώδης θέλει το παιδί κι οι ανθρώποι τον ψάχνουν στη χώρα. Γλήγορα να φύγουμε!

Εκείνη άρπαξε αμέσως το βρέφος, το έσφιξε στους κόρφους της και πήραν δρόμο για την Αίγυπτο. Η νύχτα τους έκρυψε. Μα τα αίματα των άλλων παιδιών κι ο θρήνος των μανάδων ανέβαιναν από τα σπίτια της Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στον αναμορφωτή του κόσμου.

-Πόσα αίματα θα χυθούν ακόμη! ψιθύρισε προφήτης η γυναίκα. Πόσα αίματα!…»

 

Η ιστορία του Κώστα αφήνει τους ναύτες άναυδους από ευλάβεια, νοσταλγία και θλίψη για τα βάσανα της ανθρωπότητας, η οποία σπάζει απότομα από το αστείο πείραγμα ενός ναύτη. Ωστόσο, όσο και να ελαφρύνει η ατμόσφαιρα, η νοσταλγία παραμένει αδήριτη και τους οδηγεί να ευχηθούν ολόψυχα:

 « – Και του χρόνου, παιδιά, στα σπίτια μας! ευχήθηκε.

– Στα σπίτια μας, μα θα μας θερίζει η πείνα, είπε ο θερμαστής.

Και γέλασε δυνατά.»

 

 Η Γέννηση πάντα αποτελεί χαρμόσυνο γεγονός, γιατί είναι συνώνυμο της ελπίδας. Έτσι και τα Χριστούγεννα υπήρξαν ανέκαθεν η αφορμή να ενωθούν η οικογένεια, τα αγαπημένα πρόσωπα γενικότερα. Πάντα όμως ακολουθεί μια Σταύρωση πριν την Ανάσταση και αυτό είναι το διττό γλυκόπικρο μήνυμα των ημερών. Για μερικούς ανθρώπους, που είναι αναγκασμένοι να βρίσκονται μακριά – όχι από δική τους επιλογή- είναι ακόμα πιο δύσκολες αυτές οι μέρες. Αυτό ακριβώς απεικονίζεται με ενάργεια και στα δύο διηγήματα, όπου ο πόλεμος ή η ξενιτιά χωρίζουν τους αγαπημένους, το μίσος οδηγεί νομοτελειακά σε «σταύρωση» και η απέραντη αγριεμένη θάλασσα είναι εμπόδιο ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο όρκος τους όμως και η αγάπη πάντα υπερβαίνουν κάθε νοητό ή ρεαλιστικό εμπόδιο ώστε οι ψυχές να ενωθούν. Ειδικά την ημέρα των Χριστουγέννων, που τα άστρα διασχίζουν σκοτεινά, μαινόμενα πέλαγα και κατεβαίνουν ως τις καρδιές των ανθρώπων.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου