Χόρχε Γκαλάν: Τα δικά μας χρόνια

19.06.2020

σχόλια

 

Χόρχε Γκαλάν:

Τα δικά μας χρόνια

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Τώρα ο κοροναϊός.

Τότε ο κίτρινος πυρετός, αλλά και ένας δικτάτορας…

Εκεί, στο Ελ Σαλβαδόρ, με τις δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.

Χώρα μικρή, αλλά παράξενη.

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Η λογοτεχνία, συχνά, μας ξεναγεί σε άλλες χώρες πληρέστερα από ταξιδιωτικούς οδηγούς ή ειδικά μελετήματα. Ίσως γιατί εισχωρεί κάτω από την επιφάνεια πολλών πραγμάτων και ψάχνει έντεχνα τις ψυχές τών ανθρώπων. Μέσα από την λογοτεχνία γνωρίζουμε πολλά για τους τόπους, τους ανθρώπους τους, την ιστορία τους. Με την επιφύλαξη, πως ο συγγραφέας δεν θα αποτυπώνει στο χαρτί μνησικακίες και ιδιοτέλειες.

Ο Χόρχε Γκαλάν είναι από το Ελ Σαλβαντόρ και γράφει για την πατρίδα του· μια μικρή χώρα, η οποία ωστόσο ταλανίζεται από την βία και την εγκληματικότητα.

Στην ιστορία τού Ελ Σαλβαδόρ, κατά τον 20ο αιώνα, σημαντική θέση κατέχει ο στρατηγός  Μαξιμιλιάνο Ερνάντες Μαρτίνες (1882 – 1966), ο οποίος υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ως στρατιωτικός ανήλθε γρήγορα τα σκαλιά τής ιεραρχίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί υπουργός Άμυνας και – σε μια περίοδο αναταραχών, λόγω της πτώσης των τιμών τού καφέ – το 1931, να επιβάλει δικτατορία, αναλαμβάνοντας την διακυβέρνηση της χώρας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του το Ελ Σαλβαδόρ γνώρισε σημαντική οικονομική ανάπτυξη αλλά και ακραία καταπίεση, με αποκορύφωμα την κατάπνιξη της εξέγερσης των αγροτών, που έμεινε στη χώρα ως «Η σφαγή» (La Matanza).

«Κάποιοι είπαν ότι, για λίγο, η γη έτρεμε ελαφρώς κι ότι οι κραυγές και η βουή από το πέρασμα του στρατού είχαν προκαλέσει σχεδόν ανεπαίσθητους σεισμούς που επαναλαμβάνονταν για βδομάδες, αλλά δεν ήταν αυτό το πιο σημαντικό.

»Τα σώματα έμειναν σκορπισμένα στους δρόμους και τις πλατείες ή στα περίχωρα των αγορών ή γύρω απ’ τα υποστατικά ή ανάμεσα στις φυτείες καφέ. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν γονατίσει εκλιπαρώντας για συγχώρεση, αλλά τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει το πεπρωμένο τους.

»Σε κάποια χωριά άνοιξαν λάκκους για να πετάξουν τους νεκρούς, αλλά οι νεκροί ήταν τόσο πολλοί, ώστε το έργο αυτό δεν άργησε ν’ αποδειχθεί μάταιο, οπότε οι γύπες, τα σκυλιά, οι αρουραίοι και κάποια γουρούνια του βουνού ανέλαβαν να κάνουν τη δουλειά που οι αυτοσχέδιοι νεκροθάφτες δεν μπορούσαν να καταφέρουν. Την 27η, (Ιανουάριος 1932), οι δρόμοι του Ναουισάλκο, του Κολόν ή των χωριών κοντά στο Αουατσαπάν ήταν κόκκινοι. Οι σόλες στις μπότες των στρατιωτών ήταν κόκκινες. Κι ο ουρανός σκοτείνιασε ξανά από τις εκατοντάδες όρνια που πετούσαν πάνω από εκείνα τα μέρη…»

Ο Ερνάντες Μαρτίνες πίστευε στον αποκρυφισμό. Όταν ξέσπασε στο Σαν Σαλβαδόρ μια επιδημία ευλογιάς διέταξε να κρεμαστούν χρωματιστά φώτα γύρω από την πόλη, με την ελπίδα να γιατρευτούν οι άρρωστοι. Το 1944 ανατράπηκε από το κίνημα «Απεργία των Πεσμένων Χεριών» και κατέφυγε στην γειτονική Ονδούρα. Εκεί, το 1966 δολοφονήθηκε από τον έμπιστο οδηγό και σωματοφύλακα του.

Όλα αυτά και άλλα πολλά, περνούν μέσα από τις σελίδες τού μυθιστορήματος, με έναν ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης, στον οποίο κυριαρχεί ένας μαγικός ρεαλισμός, χαρακτηριστικός τής γραφής τών συγγραφέων τής Λατινικής Αμερικής.

Ποιος ήταν ο Μαρτίνες, ο οποίος ισχυριζόταν πως άκουγε καμπάνες να τον οδηγούν στο πεπρωμένο του; Η περιγραφή τού Γκαλάν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα:

«…ο άνδρας που άκουγε τις καμπάνες δεν έσφαλλε ποτέ. Ήταν αλάνθαστος. Πολύ γρήγορα απέκτησε τη φήμη του άτεγκτου. Στα σαλόνια, στους διαδρόμους και στις αυλές των στρατοπέδων και των υπουργείων μιλούσαν γι’ αυτόν σαν να μην είχε τίποτα κοινό μ’ όλους τους άλλους: δεν έπινε, δεν πήγαινε με πόρνες, δεν είχε οικογένεια, κι έλεγαν ότι δεν αρρώσταινε ποτέ κι ούτε μπορούσε να τον πειράξει η ζέστη, αφού τα καλοκαίρια, ακόμα και τις ώρες του μεσημεριού, δεν έδειχνε να ιδρώνει, μήτε ν’ ασθμαίνει. Επίσης έλεγαν ότι μπορούσε να περάσει μέρες χωρίς να φάει, πίνοντας νερό ή τσάι, ότι μελετούσε κάτι παράξενα βιβλία, κάποια απ’ αυτά γραμμένα σε μιαν αρχαία κι ακατανόητη γλώσσα…»

 

Ο αφηγητής αναδύεται από το ομιχλώδες περιβάλλον τών σκληρών χρόνων τής πατρίδας του, αναζητώντας την μορφή μιας γυναίκας. Φευγαλέο το πρόσωπό της, τον αναγκάζει να ομολογήσει την φιλία του με τον στρατηγό Μαξιμιλιάνο Ερνάντες Μαρτίνες και ως εκ τούτου να μπορεί να περιγράψει καθαρά τον χαρακτήρα του. Στωικός, αλλά και μυστικοπαθής. Πραγματιστής, αλλά και αποκρυφιστής. Σφαγέας αλλά και φιλεύσπλαχνος. Ένα κράμα ορθολογικών στρατηγικών πολιτικών και δεισιδαιμονιών.

Πέρα από την ιστορία τού δικτάτορα Μαρτίνες, ο Γκαλάν ανασκάπτει την μεγάλη περιπέτεια της χώρας του, όταν αυτή δοκιμάστηκε από τον κίτρινο πυρετό, μια εφιαλτική εποχή ,που συναντά την πρόσφατη δοκιμασία κάποιων χωρών από τον κοροναϊό:

«Στην αγορά είπαν ότι στο λιμάνι Λα Ουνιόν είχαν βρει ένα ψαροχώρι ερημωμένο: όλοι είχαν πεθάνει από έναν τρομερό πυρετό που έκανε το δέρμα και τα μάτια να παίρνουν ένα παράξενο κίτρινο χρώμα. Είπαν επίσης ότι σ’ ένα άλλο κοντινό χωριό είχαν δολοφονήσει μια οικογένεια Κινέζων, τους οποίους θεώρησαν υπαίτιους για την παράξενη αρρώστια. Μια γυναίκα ορκιζόταν πως στον δρόμο είχε δει τις στήλες καπνού μιας πυρκαγιάς, πως άλλοι ξενομερίτες της είχαν πει ότι ο δήμαρχος ενός χωριού με το όνομα Αλεγρία έκλεισε τους αρρώστους στην εκκλησία και της έβαλε φωτιά, ότι κάποιοι συγγενείς των καμένων έβαλαν με τη σειρά τους φωτιά στο δημαρχείο, στην αγορά και στο σπίτι του δημάρχου, κι ότι οι φλόγες επεκτάθηκαν κι αφάνισαν όλο το χωριό. Ο φόβος ότι η επιδημία πυρετού θα επέστρεφε ήταν μια σκιά που, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο μεγάλωνε

[…]

»Κι αυτό από λιμάνι ξεκίνησε, το Λα Λιμπερτάδ, και εξαπλώθηκε σχεδόν αστραπιαία σε όλη την ακτή, προς δυσμάς και προς ανατολάς, ανέβηκε ως τον βορρά και χτύπησε σχεδόν όλους τους οικισμούς της χώρας, εκτός από εκείνους που ήταν χτισμένοι στα βουνά. Κράτησε τέσσερα χρόνια, και οι νεκροί ήταν χιλιάδες. Λένε πως δεν υπήρξε οικογένεια που να μην έχασε ένα ή περισσότερα από τα μέλη της. Χωριά ολόκληρα εξαφανίστηκαν. Ακόμα και κάποια νησιά του κόλπου Φονσέκα άδειασαν. Ήταν συνηθισμένο να βλέπει κανείς ανθρώπους, ντυμένους με μαύρους μανδύες και κουκούλες, να σέρνουν μικρά κάρα με πτώματα, που τα έριχναν σε αυτοσχέδιους ομαδικούς τάφους. Έγινα επίσης συχνό φαινόμενο οι λεπτές στήλες καπνού στο τέλος του απογεύματος, που σήμαιναν τις ημερήσιες αποτεφρώσεις. Το σκοτάδι και η αβεβαιότητα απλώθηκαν σ’ όλη τη χώρα…»

Τα πρόσωπα που επινοεί ο συγγραφέας για να στήσει και να εξελίξει την μυθοπλασία του, αντιπροσωπεύουν, το καθένα τους, και έναν ολόκληρο κόσμο. Αυτοί οι διαφορετικοί κόσμοι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον και στο σύνολό τους περιγράφουν μια ζωή που κινείται μεταξύ τού ονείρου και της πραγματικότητας, η οποία δύσκολα γίνεται κατανοητή από τον άνθρωπο της Δύσης. Σ’ εκείνη την πραγματικότητα το θρησκευτικό συναίσθημα περισσότερο επηρεάζεται από δεισιδαιμονίες και παραδοξότητες, παρά από την φιλοσοφική βάση τών θρησκειών.

Μέσα απ’ αυτό το ομιχλώδες τοπίο αναδύεται το πρόσωπο του αφηγητή, επίσης «γκρίζο σαν την ομίχλη το ξημέρωμα…», ο οποίος ομολογεί: «Τότε ο θάνατος είχε γίνει κάτι τόσο καθημερινό που μπορώ να πω πως έφτασα να τον συνηθίσω, πράγμα που έκανε εκείνη τη πρώτη μοναξιά λιγότερο σκληρή…»

Λιγότερο σκληρή, όμως, κάνει την μοναξιά του και ο έρωτας. Τον ζει αιφνίδια, με μια γυναίκα που κέρδισε την ζωή της παλεύοντας με πολλά σ’ εκείνη την αβέβαιη χώρα, όπου το μέλλον των ανθρώπων είναι κάτι περισσότερο από ρευστό. Ανάμεσά τους υπήρχε μόνο ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη, γερά υλικά για να στερεωθεί μια σχέση στην εποχή τού παράλογου:

«…την άκουσα να μπαίνει και σχεδόν αμέσως ν’ ανεβαίνει τις σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιό μου. Αναρωτήθηκα αν είχε έρθει η ώρα. Αν θα χτυπούσε την πόρτα για να μου πει το νέο. Το μεγάλο νέο (ότι παντρεύεται). Αλλά εκείνη δεν χτύπησε την πόρτα· την άνοιξε, δεν άναψε το φως, περπάτησε ως το κρεβάτι μου στα τυφλά ή με τη βοήθεια του αμυδρού κίτρινου φωτός από τους φανοστάτες που τρύπωνε μέσα απ’ τις μισόκλειστες κουρτίνες. Θυμάμαι το βάρος της παρουσίας της. Το ανάλαφρο άρωμα. Το δέρμα της, απαλό από τις κρέμες που της άρεσε να βάζει. Θυμάμαι το βαρύ της χέρι στο πρόσωπό μου. Την ντροπή που ένιωσα, αλλά και την ξαφνική επιθυμία. Την αναπνοή της πάνω μου, την υγρασία από το στόμα της στο μάγουλό μου, στον λαιμό μου. Την αίσθηση από τα σκληρά ακόμα στήθη της πάνω στον ώμο μου. Την αγωνία μου όταν κατάλαβα ότι ξεντυνόταν. Το βάρος από το σώμα της που το μισό του βρισκόταν πάνω στο δικό μου. Το μεταξωτό καλσόν που σκέπαζε τα πόδια της να τυλίγεται στα δικά μου. Το φιλί στο στόμα που μ’ έκανε να κλείσω πιο σφιχτά τα μάτια και να βρεθώ πάνω της, χωρίς να χρειαστεί να μου πει μια λέξη. Ούτε μπορώ να ξεχάσω την έκπληξη που μου προκάλεσε το ότι θυμόμουν ακόμα πως είναι να είσαι με γυναίκα, παρ’ όλο που είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά. Εκείνη τη νύχτα, αγαπηθήκαμε σιωπηλά…»

Ο αφηγητής / συγγραφέας δίνει έμμεσα και μια απάντηση για τη δική του φυγή από την χώρα του και την εγκατάστασή του στην Ισπανία, προκειμένου να προστατεύσει την ζωή του, τονίζοντας πως «Οι αναμνήσεις είναι το πιο σκληρό ξύλο αυτού του κόσμου», για τούτο και ομολογεί ότι: «αυτοί που βλέπω έρχονται από τη θάλασσα, βγαίνουν από την ομίχλη, και πιο πολύ ανήκω σ’ αυτούς που βλέπω, στο παρελθόν, απ’ ό,τι στο παρόν μου».

Κλείνοντας το βιβλίο, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως το «Τα δικά μας χρόνια» συμπληρώνει μια άτυπη τριλογία για τα κολασμένα χρόνια του Ελ Σαλβαδόρ, που για πρώτη φορά το γνωρίσαμε με το «Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού», και στη συνέχεια με το «Νοέμβριος», όλα από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου