A45

Αλλάζω συνεχώς τραγούδι στη λίστα μου. Τα αυτιά μου έχουνε τρυπήσει από τους ίδιους ήχους. Μονότονα κυλά η μουσική στα αυτιά. Όλα έχουνε δημιουργηθεί, σκέφτομαι. Όλα έχουνε εκτελεστεί με νότες και παύσεις και κλειδιά. Όλα έχουνε γραφτεί στο πεντάγραμμο. Όλα έχουνε τραγουδηθεί. Όλα υπάρχουν ήδη. Και εγώ ήδη υπάρχω. Το ξέρω. Σε εκατό και ένα εαυτούς γνήσιο και αντίγραφα μπερδεμένα με ένα σωρό κλώνους. Όλοι εμείς οι ίδιοι σε έναν κόσμο φωτοτυπικό.

Παίζω στους σταθμούς του ραδιοφώνου μήπως και βρω τη σωτηρία μου τούτο το ενοχλητικό βράδυ. Κονσερβοκούτι επιλογών. «Καινούρια» τραγούδια που παίζουν συνεχώς την πρεμιέρα τους με τις ευλογίες των παραγωγών. Αλίμονο, τούτη η μουσική ρουτίνα κοντεύει να τρυπήσει τα χέρια μου. Άλλο ένα αποτυχημένο τραγούδι να ακούσω και θα σπάσω το πληκτρολόγιο, σκέφτομαι.

Το κλείνω και το πετώ το έξυπνο μουσικό μαραφέτι μου και ξεβουλώνω τα αυτιά από τις καλωδιωμένες μου ωτασπίδες. Τίποτα δε μπορεί να ξεκλειδώσει τις σκέψεις μου. Τίποτα δε φτιάχνει μια αρχή. Μια αρχή καλύτερη από τούτο το τέλος. Ή έστω ένα τέλος καλύτερο από τούτη την αρχή…

Βγαίνω θυμωμένη στο μπαλκόνι και αχνίζω στη βραδιά με την ανάσα μου. Μου λείπει ένα τσιγάρο γαμώτο! Ναι, πράγματι μου λείπει τρελά ένα τσιγάρο, από εκείνα τα βαριά που κάπνιζα χρόνια πριν σε ένα στενότερο μπαλκόνι με σκουριασμένα κάγκελα τραγουδώντας μπαλάντες και προφέροντας με cine δάκρυα το όνομά του…

Παίρνω μια τζούρα από τον αέρα της νύχτας και τον αναπνέω. Σχηματίζω μια μορφή προκλητική, ένα βλέμμα μελαγχολικό και βήματα απαλά. Μπορώ ακόμα να τον βλέπω να περνά κάτω από εκείνο το μπαλκόνι και να με κοιτάζει φευγαλέα. Να του γελάω και εκείνος να το βάζει στα πόδια. Να γράφω το καλύτερό μου ποίημα εκείνο το βράδυ. Μέχρι να έρθει το επόμενο που θα πάρει τη θέση του κάποιο άλλο.

Ο αέρας γεμίζει χορταστικές αναμνήσεις, εικόνες από ένα τρυφερό παρελθόν. Όλη μου η αλήθεια σε ρετρό ιστορίες γραμμένη. Ξαφνικά μια μουσική απλώνει στη νύχτα και τα αστέρια τη χορεύουν. Τη γνωρίζω καλά αυτή τη μελωδία. Ένας έρωτας τελειωμένος από καιρό χωρίς σκοτεινά σημάδια, φωτίζει την καρδιά μου. Είναι εκείνο το φως που κάποτε καταχώρησα εκεί μέσα για πάρτη σου για να μην το ξεχάσω. Το ξέρω. Είναι ετούτη η μουσική που έφτιαξα για σένα που δε την έπαιξε κανένας σταθμός και δεν την έγραψε κανένας συνθέτης.

Σηκώνω μηχανικά το χέρι με τα δυο δάχτυλα παράλληλα και αρπάζω το τσιγάρο από το στόμα και ξεφυσάω απαλά με όση ηθοποιία διαθέτω. Μια καρδιά σύννεφο καπνού απλώνει στον αέρα και ταξιδεύει. Μια καρδιά αλλοτινή φθινοπωρινή γεμάτη από κίτρινα ξερά φύλλα. Ακόμα ακούγεται ο ήχος της σαν την περπάταγες… Τόσο παιδικός. Τόσο ερωτικός. Τόσο αναγκαίος. Μια καρδιά ταξιδεύει. Εκεί που ξέρεις και ξέρω. Στα μέρη εκείνα που ξεσηκώσαμε κάποτε μια μουσική παρθένα…

 

«Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα

Όλα τα δάχτυλα σιωπή

Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου

Σιγά σιγά ξετυλίγεται

Η εξομολόγηση

Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!»

"Επτά νυχτερινά επτάστιχα" (Προσανατολισμοί)

Οδυσσέας Ελύτης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!