Κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά και άνοιξε την πόρτα. Το βήμα του αργό αλλά σταθερό. Πήρε το κουτί στα χέρια του, το χάιδεψε. Αυτή η γλυκιά αίσθηση του ξύλου, αυτή η μυρωδιά – άνοιξε το καπάκι...

   Ήταν πρωί. Οδηγούσαν για το χωριό. Αυτός στο πίσω κάθισμα. Αμίλητος. Έξω απ’ το παράθυρο τα τοπία περνούσαν τρέχοντας. Αλλά δεν τον ένοιαζε – άνοιξε την πόρτα και τον είδε. Ξαπλωμένος εκεί, μάλλον κοιμόταν...

   Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Η καρδιά του σπάραζε. Ποτέ του δεν τον είχε δει έτσι. Ποτάμια τα μάτια τρέχανε. Τον αγκάλιασε αλλά το στόμα δεν άνοιξε. Βλέπεις, ήταν μικρός ακόμα.

   Έβρεχε. Πόσα χρόνια πέρασαν ψυχούλα μου... Έσκυψε και τον φίλησε. Μα τίποτα ξανά. Αναρωτιόταν τι. Τι ήταν αυτό που ήθελε;

   Την έβλεπε να κατεβαίνει και η ψυχή του έκλαιγε. Δεν το έδειξε αλλά το ένιωθε. Βαθιά μέσα του. Τι ήταν όμως αυτό που έψαχνε;

   Την αγκάλιασε σφιχτά. Μέσα στα μάτια της όλη η ζωή του – τη φίλησε.

   Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλο του. Τον κοίταξε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τι ήταν αυτό που ήθελε να πει. Τι ήταν αυτό που έψαχνε τόσα χρόνια – δεν ήταν πολλά, μοναχά δυο λέξεις.

   Δυο λέξεις που ήθελε να πει σ’ όλους αυτούς, που ήθελε να τις φωνάξει απ’ τα βάθη της ψυχής του. Αλλά ποτέ δεν τόλμησε.

   Δυο λέξεις. Σ’ αγαπώ...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!