Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω

16.11.2015

 

 

  Κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά και άνοιξε την πόρτα. Το βήμα του αργό αλλά σταθερό. Πήρε το κουτί στα χέρια του, το χάιδεψε. Αυτή η γλυκιά αίσθηση του ξύλου, αυτή η μυρωδιά – άνοιξε το καπάκι...

   Ήταν πρωί. Οδηγούσαν για το χωριό. Αυτός στο πίσω κάθισμα. Αμίλητος. Έξω απ’ το παράθυρο τα τοπία περνούσαν τρέχοντας. Αλλά δεν τον ένοιαζε – άνοιξε την πόρτα και τον είδε. Ξαπλωμένος εκεί, μάλλον κοιμόταν...

   Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Η καρδιά του σπάραζε. Ποτέ του δεν τον είχε δει έτσι. Ποτάμια τα μάτια τρέχανε. Τον αγκάλιασε αλλά το στόμα δεν άνοιξε. Βλέπεις, ήταν μικρός ακόμα.

   Έβρεχε. Πόσα χρόνια πέρασαν ψυχούλα μου... Έσκυψε και τον φίλησε. Μα τίποτα ξανά. Αναρωτιόταν τι. Τι ήταν αυτό που ήθελε;

   Την έβλεπε να κατεβαίνει και η ψυχή του έκλαιγε. Δεν το έδειξε αλλά το ένιωθε. Βαθιά μέσα του. Τι ήταν όμως αυτό που έψαχνε;

   Την αγκάλιασε σφιχτά. Μέσα στα μάτια της όλη η ζωή του – τη φίλησε.

   Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλο του. Τον κοίταξε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τι ήταν αυτό που ήθελε να πει. Τι ήταν αυτό που έψαχνε τόσα χρόνια – δεν ήταν πολλά, μοναχά δυο λέξεις.

   Δυο λέξεις που ήθελε να πει σ’ όλους αυτούς, που ήθελε να τις φωνάξει απ’ τα βάθη της ψυχής του. Αλλά ποτέ δεν τόλμησε.

   Δυο λέξεις. Σ’ αγαπώ...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Κατάληξη

Κατάληξη

Μια θολή σκοτεινιά κι έν’ αγέρι χλωμό θα σε φέρει, σε παντέρμη αμμουδιά της σιωπής λειτουργιά, αλισάχνης αστέρι. Θα ’μαι πίσω από ’κεί, στης σιγής τη βοή η καρδιά απαγγέλει με πάθος. Δεν θα μείνω πολύ κι έχει αρχίσει βροχή στων ματιών σου τ’ απάνεμο βάθος. Σε ξωκλήσι...

Η μοναξιά της απόστασης

Η μοναξιά της απόστασης

Και ύστερα από το ξάφνιασμα και την απορία, την αίσθηση απειλής και τον έκδηλο φόβο στο βέβηλο αναρώτημα για τη σκιά της πανδημίας, προσέτρεξαν ομόλογοι οι πρεσβευτές της γνώσης, της συγκροτημένης σκέψης και επώδυνης αλήθειας, ως ώριμη ανάγκη των καιρών και της...

Έρως

Έρως

Η ψευδαίσθηση της μοναδικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν έρχεται σε σύγκρουση με τον πραγματικό ψυχισμό.
Η “πτώση” είναι αναπόφευκτη, όταν η ματαιότητα συναντά το κενό και όταν η πληρότητα δεν αποτελεί προορισμό, αλλά πρόσκαιρη στάση μέσα στο ταξίδι.

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου