Έξι βιβλία των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ

Έξι βιβλία των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ

Έξι βιβλία των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ

Κώστας Λάνταβος | Τα μάτια του μικρού θεού

ΦΡΟΫΝΤ – ΓΙΟΥΝΓΚ | Η Αλληλογραφία

Ευγένιος Τρουμπετσκόι | Η κοινωνική ουτοπία του Πλάτωνος

Γ. Θανόπουλος | Ο Νίκος Γκάτσος και η ελληνική λαϊκή παράδοση

Σπυριδούλα Αθανασοπούλου – Κυπρίου | Κείμενα για το τίποτα

Φ. Γ. Λόρκα | Ο θάνατος του Πήγασου

Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Λάνταβου «Τα μάτια του μικρού θεού» φροντίζει πριν το εναρκτήριο ποίημα (!) να θέσει, με την αφιέρωση που ο ποιητής κάνει στο Νάσο Βαγενά, ένα ολόκληρο ζήτημα: εκείνο της (πολύ;) στοχαστικής ποίησης. Ας μείνουμε για λίγο στο θέμα.

Συναντά κανείς το ποίημα (και τη ζωή…) κυρίως γυμνός, χωρίς προειλημμένες αισθητικές θεωρίες και προτιμήσεις. Κι αν έτσι, τότε είναι προγραμματικά έκδοτος στην ενδεχόμενη έκπληξη. Αυτή μπορεί να προέλθει απ’ όπου θέλει και να καταλήξει όπου θέλει, κατά το αγιογραφικό «το πνεύμα όπου θέλει πνει» (βλ. Ιω.3,8). Οι αυθεντικές συναντήσεις έχουν, πρωτίστως, έναν αλήτικο χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν προγραμματίζονται και δεν υπακούουν σε κάποιο (αισθητικό ή ιδεολογικό) πρωτόκολλο. Το ποίημα, αν κουβαλά την καλή του ψαριά, σε φωτίζει και σε αρπάζει (κατά την αρπαγή του Πνεύματος…) με όποια μέσα θέλει, τα οποία, παραδόξως και γοητευτικά, δεν υπακούουν στον εαυτό τους, ούτε και εξαντλούνται σ’ αυτόν! Αληθινά, σκέφτομαι πόσος Καβάφης, λόγου χάρη, θα απέμενε αν υποστηριζόταν γενικά το δόγμα της μη «στοχαστικής ποίησης». Και, φυσικά, όχι μόνον πόσος Καβάφης, αλλά και πόσο μέρος της παγκόσμιας ποίησης, πόσο μέρος από τα Ελεγεία του Ρίλκε (που ο Λάνταβος φροντίζει να έχει μότο του στη συλλογή) και σε τι βαθμό θα εξοβελιζόταν στο πυρ το εξώτερον, λόγω «στοχαστικότητας» (!…) , η ελληνική ποιητική δημιουργία από… ομηρικής καταβολής της, μια και το ποσοστό της «στοχαστικής» ποίησης (μα, επιτέλους, τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο όρος;…) στην ελληνική περίπτωση ακουμπά σχεδόν το απόλυτο επί τοις εκατό… Κι επιτέλους, ποιος είπε πως τα ποιήματα οφείλουν να συμπεριφέρονται ως ολοκληρωτικοί οργανισμοί ή, αν θέλετε, ως πάνδημα (;) πιστοποιημένοι ανάπηροι; Μπορεί το ποίημα να σε αλώνει από εκείνη την πτυχή που το ίδιο έχει φροντίσει να συλλάβει τον κόσμο (ας είναι και η «στοχαστικότητα»…) και οπωσδήποτε δεν οφείλουν (μα και δεν μπορούν, καθώς τα αναμένει σίγουρη καταβύθιση…) τα ποιήματα να κουβαλούν, ένα έκαστο απ’ αυτά, κάθε δυνατή πτυχή και γωνία θέασης για να αποτυπώσουν τον εαυτό τους, αλλά και το πώς αυτός βιώνει τον κόσμο. Αυτό δεν είναι αναπηρία. Είναι, αντιθέτως, το θαύμα μια πτυχή και ένα σημείο να αγκαλιάζει, με μύριους απροσδόκητους τρόπους (κατά την αναγνωστική πρόσληψη πάντα) το όλον. Δεν επεκτείνομαι.

Από την πρώτη σελίδα της ποιητικής συλλογής του Κώστα Λάνταβου είναι προφανές ότι ο ποιητής επιθυμεί να κάνει έναν…ανθρωπολογικό απολογισμό. Οι άξονες αυτής της ανθρωπολογίας είναι οι θεμελιώδεις του βίου: έρωτας, ματαιότητα, απώλεια, σώμα, σκοτάδι, ψευδαισθητικό (ή όχι) φως, θάνατος. Ο τόνος που επικρατεί είναι συνομιλητικός κυρίως, θέλοντας έτσι να ευνοήσει την αμεσότητα. Η επιλογή αυτή ηχεί στο δικό μου αισθητήριο με άλλες λέξεις: επιθυμία σώματος. Δηλαδή, ρεαλισμός στο μέγιστο και αγιότητα κατορθωμένης Ζωής στο έπακρο. Φτιάχνω αμεσότητα, είναι σαν να λέει ο Λάνταβος, διότι νοιάζομαι πολύ για το σώμα. Ως αξία. Και καταξίωση. Και μάλιστα τόσο που αν επιτευχθεί η (επι) κοινωνία, εν είδει φυσικής σωματικής επαφής, τότε εγκαταλείπω πάραυτα και τις λέξεις και την ίδια την Ποίηση, διότι θεωρώ πως έχω φτάσει στον προορισμό μου. Η ποιητική φόρμα που μέσα της δομείται αυτός ο τόνος είναι μινιμαλιστική. Και μέσα σ’ αυτήν η αρμολόγηση αυτού του τόνου συντελείται με απλές, πάνω-κάτω, λεκτικές ψηφίδες που δεν δίνουν και μεγάλο περιθώριο να υπάρξουν ποιητικές (=σωματικές…) εξαερώσεις. Αν κανείς τις αναζητεί για να αισθανθεί… «ποιητικά», τότε τον διαβεβαιώνω πως θα απογοητευθεί. Προσωπικά θα έλεγα πως μπουχτισμένος, κυριολεκτικά, από την ιδιωτεία συναισθημάτων και επιθυμιών, γούστων και αδιέξοδων ατομικών περιπτώσεων, που κυριαρχούν στο σημερινό ποιητικό στερέωμα όχι μόνο της χώρας, αλλά συχνότατα και διεθνώς…, υποδέχθηκα τη συλλογή του Λάνταβου με ανακούφιση, καθώς επιτέλους μπορεί κανείς να νιώσει και να ζήσει τον εαυτό του μέσα από τη μεγάλη ανάσα του Μεγάλου, της Μοίρας δηλαδή και του Όλου, του Χρόνου μα και καθετί άλλου που βρίσκεται έξω από το χώρο δικαιοδοσίας των ατομικών και ιδιωτευόντων περιπτώσεων, που δεν εννοούν ότι αυτοκτονούν αν δεν κοιτάξουν έξω προς το μεγάλο δάσος για να δουν, με κάποια ελπίδα καθαρότητας ύστερα, τα προσωπικά κλαδιά και τα δέντρα τους. Ο διδακτικός τόνος είναι μια παράδοση της ελληνικής ποίησης. Αν, όμως, ο νους, στο στίχο, συνοδεύεται από αίσθηση και ζουμιά πραγμάτων, τότε αδυνατώ να αντιληφθώ πώς αδυνατεί κανείς να διακρίνει ότι η… «στοχαστικότητα» συνουσιάζεται με τη γεύση κι αυτό είναι εξόχως σημαντικό. Ας διαπιστώσει ο ίδιος ο αναγνώστης αν αυτό όντως συμβαίνει με την ποιητική συλλογή του Λάνταβου ή αν εγώ μόνο το αισθάνομαι έτσι. Δεν επεκτείνομαι περισσότερο. Όπως έχω πράξει και σε άλλες βιβλιοκρισίες μου σχετικές με την ποίηση, θεωρώ καθήκον μου να αφήσω στο τέλος να ακουστεί η φωνή του ίδιου του ποιητή και να μιλήσει με τον αναγνώστη. Από το σημείο αυτό και πέρα καθένας είναι πια υπεύθυνος των βημάτων του και ευτυχώς παραμερίζεται πάραυτα, με τον αναγνωστικό αυτό βηματισμό, η δική μου, ουσιωδώς οχληρή, διαμεσολάβηση.

1.όλοι ερχόμαστε/από την ίδια μοναξιά

2.Μην εγκαλείς τον Χρόνο που περνάει/απλώς περνάει

3.κουραστική ιστορία ο Έρωτας

4.όμως η αλήθεια είναι άθλημα ανεξίθρησκο

5.η φωτιά καίει μέσα μας/σε αναζήτηση σώματος

6.η αγάπη είναι έγκαυμα ανεπούλωτο στη μνήμη

κι ένα ολόκληρο ποίημα:

Όταν επιλέγω τη σιωπή

ξέρω σε τι κίνδυνο μπαίνω

και όταν κατοικώ στη σιωπή

αλλάζω το παλιό μου δέρμα

αναζητώντας το βήμα που θα γίνω εγώ

∞ ∞ ∞

Έχω συχνά επιμείνει, στη σχέση, αλληλοκάλυψη και αλληλοπεριχώρηση των γνωστικών πεδίων, αλλά και του οφειλόμενου ενδιαφέροντος που πρέπει να έχει κανείς για άλλα πεδία από εκείνα της δραστηριότητάς του. Έτσι, θεωρώ αυτονόητα «εντός γηπέδου» το να υπάρχει, μέσα στα πλαίσια ενός καθαρά λογοτεχνικού περιοδικού, όπως το tovivlio.net, μια βιβλιοκρισία που αφορά σε ψυχαναλυτικό κείμενο. Υπ’ αυτή την έννοια, διαφωνώ με τις ελυτικές ρήσεις περί ψυχολογίας στο σκέλος τους, βέβαια, εκείνο που μοιάζει να εκδίδει διαζύγια εκεί που υπάρχουν ενώσεις και συζυγίες (σε αντίθεση με το άλλο σκέλος τους που διασώζει, λυτρωτικά, την παιδικότητα και απλότητα του βλέμματος και της αφή μας στα πράγματα και τον κόσμο) και παραθέτω το ακόλουθο από την αλληλογραφία Φρουντ-Γιουνγκ (βλ.σελ.158), που φαίνεται να αποδίδει δικαιοσύνη στα πράγματα: «[…]με τη μορφή παραθέματος, και συγκεκριμένα του Φρήντριχ Σίλλερ, στου οποίου την αλληλογραφία[…] ο Όττο Ρανκ έχει βρει ένα εξαίσιο εδάφιο που δικαιώνει την ψυχαναλυτική τεχνική μας.»

Οι εκδόσεις ΑΡΜΟΣ καλύπτουν (προς πάσα κατεύθυνση…) ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό με την έκδοση της αλληλογραφίας των Φρόυντ-Γιουνγκ. Πραγματικά, η έκδοση αυτή είναι μια μείζων συμβολή στην ελληνική ψυχαναλυτική βιβλιογραφία και όφειλε, οπωσδήποτε, να συμβεί. Υπογραμμίζω ότι ειδικά για το έργο του Γιουνγκ, θα ακολουθήσουν, από την παρούσα στήλη, πυκνές αναφορές μας και βιβλιοκρισίες στο αμέσως προσεχές μέλλον, καθώς αυτή τη στιγμή εκπονείται στη χώρα μας, από τον έξοχο εκδοτικό οίκο ΙΣΙΣ, ένα φιλόδοξο σχέδιο πρόσληψης ολόκληρου του γιουνγκιανού Corpus (!) , από το οποίο 3-4 βιβλία παρουσιάζουμε στη μεθεπόμενη βιβλιοκρισία μας. Θεωρώ χρήσιμο να το αναφέρω αυτό εδώ σήμερα, καθώς θα είναι καλό να συνδυαστούν οι αναγνώσεις των έργων του Γιουνγκ, από τις εκδόσεις ΙΣΙΣ, με την έκδοση της αλληλογραφίας του με τον Φρόυντ, από τον ΑΡΜΟ, αφού το ίδιο το κείμενο της αλληλογραφίας μοιάζει να το απαιτεί: σημειώνω ότι βιβλία που αναφέρονται (βλ.π.χ. σελ.13, 436 σημ.181, 221 σημ.140, 61-64 κλπ) στην έκδοση της αλληλογραφίας των δύο ανδρών υπάρχουν, για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, χάρη στις εκδόσεις ΙΣΙΣ, διαθέσιμα στον αναγνώστη, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν είχε καμία πρόσβαση σ’ αυτά, ενώ τώρα έχει την ευχέρεια να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα και σφαιρική άποψη.

eo-armosΤη μετάφραση υπογράφει ο Γ. Τεντες και την επιμέλεια η Ντ. Σαμοθράκη. Το κείμενο της αλληλογραφίας των δύο ψυχαναλυτών συνοδεύει πρόλογος του γνωστού ψυχαναλυτή Ματθ. Ιωσαφάτ, ο οποίος δίνει, με αδρές γραμμές, τον τόνο της αλληλογραφίας και προετοιμάζει, επαρκώς, τον αναγνώστη. Η εκτενέστατη και χρησιμότατη εισαγωγή του ΜακΓκουάιρ καλύπτει κάθε πτυχή της αλληλογραφίας και διασφαλίζει ότι ο αναγνώστης θα εισέλθει στην ανάγνωση με τον επαρκή οπλισμό που χρειάζεται. Στο κείμενο υπάρχουν πολλές και χρήσιμες υποσημειώσεις και κατατοπιστικά σχόλια (βλ.π.χ.σελ. 220,361,420,430,454 κ.α.) , που βοηθούν πολύ την ανάγνωση του κειμένου. Περιττεύει, νομίζω, να πω ότι πλην του καθαρά ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος για το κείμενο, έχουμε ενώπιών μας ένα ευρύτερα σημαντικό κείμενο που προσφέρει τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του από πολλές πλευρές. Στην αλληλογραφία καλύπτεται όλη η διαδρομή της σχέσεως και της ρήξεως των Φρόυντ-Γιουνγκ καθώς, φυσικά, και οι λόγοι, πάνω-κάτω, που οδήγησαν στην ένωση, αρχικά, και στη διάσπαση και απόσταση μετέπειτα. Φυσικά, δεν είναι καθήκον αυτής της παρουσίασης να σχολιάσει, ψυχαναλυτικά, τις απόψεις και θεωρίες των δύο ανδρών. Εδώ σχολιάζεται απλά και μόνον η έκδοση της αλληλογραφίας. Ούτε, επίσης, θα σχολιάσω τον τόνο, τις ιδέες, την εκφραστική ή και την επιχειρηματολογία των δύο προσώπων. Αυτό είναι δουλειά του αναγνώστη, που, πιστέψτε με, θα τη χαρεί όλως ιδιαιτέρως, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο προσφέρει, συν τοις άλλοις, και αναγνωστικήν απόλαυση, την οποία διευκολύνει η δουλεμένη γλώσσα της μετάφρασης. Παραθέτω, όμως, ως έχω χρέος, κάποια ενδεικτικά, πιστεύω, αποσπάσματα που βοηθούν τον αναγνώστη αυτής της στήλης να κατανοήσει τη σπουδαιότητα αυτής της έκδοσης και να αντιληφθεί τη μάχη που δόθηκε κάποτε:

Γιουνγκ (σελ.113-114) : «Δεν υπάρχουν υστερικά συμπτώματα τα οποία, αν και συγκαθορίζονται από το σεξουαλικό σύμπλεγμα, καθορίζονται πρωτίστως από μια εξειδανίκευση ή ένα μη-σεξουαλικό σύμπλεγμα;».

Φρόυντ (σελ.115) : «Προς το παρόν δεν πιστεύω πως κανείς νομιμοποιείται να λέει πως η σεξουαλικότητα είναι η μητέρα όλων των συναισθημάτων. Όπως λέει κι ο ποιητής, γνωρίζουμε δύο πηγές ενστίκτου. Η σεξουαλικότητα είναι η μια…».

Γιουνγκ (σελ.423) :«Φυσικά περιέλαβα επίσης όσες απόψεις μου παρεκκλίνουν εδώ κι εκεί από τις μέχρι τώρα υφιστάμενες αντιλήψεις, κυρίως όσον αφορά τη θεωρία της λίμπιντο.[…] θα αποδεχθείτε συγκεκριμένους νεωτερισμούς, που ήδη υπαινίχθηκα στην εργασία για τη λίμπιντο.»

 (σελ.454, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει) :«Αποδεχόμαστε πλήρως την ορθότητα της θεωρίας για την ικανοποίηση της επιθυμίας, όμως υποστηρίζουμε ότι αυτός ο τρόπος ερμηνείας των ονείρων αγγίζει μόνο την επιφάνεια[…]και είναι δυνατή και περαιτέρω ερμηνεία.».

Φρόυντ (σελ. 257) : «…Οιδίποδας, πιστεύω[…], σημαίνει […]πέος σε στύση. […]Όλα τα φυλαχτά, γουρούνι, σκάλα, παπούτσι […], είναι σεξουαλικού τύπου παραμυθίες.»

 (σελ.241) :«Πόσο αδέξιες είναι οι αναπαραγωγές μας, πόσο άτσαλα αναλύουμε τα μεγάλα αριστουργήματα της ψυχικής φύσεως!».

Γιουνγκ (σελ.346) : «Τα βράδυα μου καταλαμβάνονται κατά μεγάλο μέρος από την αστρολογία. Έκανα ωροσκοπικούς υπολογισμούς προκειμένου να βρω στοιχεία για τον πυρήνα της ψυχολογικής αλήθειας.».

 (σελ.375) :«Είστε επικίνδυνος αντίπαλος[…].Εσείς ξεθάβετε τους πολύτιμους λίθους, αλλά εγώ έχω το «χάρισμα της επέκτασης».

Κλείνω με μιαν υπενθύμιση οδηγίας προς ναυτιλομένους εκ στόματος Φρόυντ (βλ.σελ. 273) , η οποία συχνότατα παρακάμπτεται ή λησμονιέται, παραχαράσσοντας, έτσι, την επιστημονική έρευνα: «…να τραβήξουμε τους ηθικιστές προς την ΨΑ (=ψυχανάλυση) , αντί να αφήσουμε τους Ψτες (=ψυχαναλυτές) να μετατραπούν σε ηθικιστές.»

∞ ∞ ∞

Ο Ευγένιος Τρουμπετσκόι είναι γνωστός στη χώρα μας περισσότερο στους θεολογικούς κύκλους για ορισμένα θεολογικά του συγγράμματα και πολύ λιγότερο γνωστός για τα φιλοσοφικά του κείμενα και την εν γένει συμβολή του στην ιστορία της φιλοσοφίας. Γενικότερα, τόσο το όνομά του όσο, φυσικά, και η συγγραφική του παραγωγή είναι ακόμη λιγότερο γνωστά στο πλατύ αναγνωστικό κοινό της χώρας μας. Μολαταύτα ο Τρουμπετσκόι συνιστά εμβληματική μορφή, μεταξύ άλλων, της ρωσικής διανόησης των αρχών του 20ου αιώνα. Αν κάποιος, λοιπόν, θέλει να κάνει τη γνωριμία του συγγραφέως οι εκδόσεις ΑΡΜΟΣ φρόντισαν να γίνει αυτό με τον καλύτερο τρόπο: το έργο του «Η κοινωνική ουτοπία του Πλάτωνος» είναι ένα κείμενο απολαυστικό αναγνωστικά. Τη μετάφραση υπογράφει ο δόκιμος και γνωστός μεταφραστής Δημ. Τριανταφυλλίδης και τη γλωσσική επιμέλεια και απόδοση των αρχαιοελληνικών κειμένων η Ντίνα Σαμοθράκη. Ο δόκιμος μεταφραστής με το συγκεκριμένο βιβλίο του Τρουμπετσκόι δεν φροντίζει απλά να γνωρίσει στους έλληνες φιλαναγνώστες ένα ακόμη ρωσικό κείμενο ενός διανοητή της αχανούς ρωσικής γης, αλλά να αποτελέσει, ταυτόχρονα, η συμβολή του αυτή ελληνική πρωτιά στην Ευρώπη, καθώς το κείμενο, έως τη χρονολογία έκδοσής του στη χώρα μας, αποτελεί ένα άγνωστο κείμενο στον ευρωπαϊκό χώρο και η ελληνική γλώσσα είναι η πρώτη ευρωπαϊκή γλώσσα εισαγωγής του στη γηραιά ήπειρο. Μακάρι να συνεχιστούν για πολύ χρόνο τέτοιες ελληνικές πρωτιές. Τις έχουμε, πολυεπίπεδα, ανάγκη και τις μπορούμε…, άλλο αν γενικά αδιαφορούμε γι αυτές εγκληματικά και, με συνέπεια…, δεν τις προγραμματίζουμε.

Το κείμενο συνοδεύει μια μικρή, ωστόσο κατατοπιστική, βιογραφία του συγγραφέα, που είμαι σίγουρος ότι θα την υποδεχθεί ανακουφιστικά ο αναγνώστης. Για όσους επιθυμούν να φρεσκάρουν δημιουργικά και στοχαστικά την ελληνομάθειά τους, μέσω μιας καλογραμμένης διαμεσολάβησης-ερμηνείας των αρχαίων πηγών, το βιβλίο αυτό του Τρουμπετσκόι το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ο συγγραφέας εκθέτει πιστά το πλατωνικό έργο και ο σχολιασμός του πάνω σ’ αυτό δεν το παραποιεί. Δηλαδή, ο Τρουμπετσκόι έχει κάνει μια νόμιμη, όπως την ονομάζω εγώ, ανάγνωση, η οποία του επιτρέπει, δικαιωματικά, να θέτει πια τους δικούς του προβληματισμούς και να εξάγει δικά του συμπεράσματα. Αυτή, όμως, η νόμιμη ανάγνωση συνιστά την εξασφάλιση του αναγνώστη από τυχόν παραπλανήσεις του και συγγραφικές αυθαιρεσίες και παραχαράξεις. Τονίζω εμφατικότατα ότι ο τρόπος γραφής του Τρουμπετσκόι είναι πέρα από εύληπτος και εξαιρετικά ευχάριστος, τόσο που αν κάποιος δεν έχει εθιστεί στις αρχαίες πηγές θα φροντίσει να τις αναζητήσει ή αν δεν το κάνει θα επιδιώκει συνεχώς στο εξής τέτοιου είδους διαμεσολαβήσεις προς αυτές. Ο σχολιασμός του στο πλατωνικό κείμενο είναι κομψός, όχι βαρύς ή μαιανδρικός, εκφέρεται λιτά και αφήνει περιθώρια ελεύθερης ανάσας στον αναγνώστη. Η «εξήγηση» του πλατωνικού έργου από τον Τρουμπετσκόι, δηλαδή η, σε σύγχρονη εκφραστική, έκθεση του περιεχομένου του είναι, θαρρώ, υπόδειγμα ευθύβολης απλότητας: ένας «φυσικός» άθλος κοντολογίς… Το κείμενο χωρίζεται σε κεφάλαια που εκθέτουν και αναπτύσσουν τις διάφορες πλευρές του υπό εξέταση κειμένου. Φυσικά δεν λείπει και η συνομιλητική «επικαιροποίηση» του Πλάτωνος (βλ.π.χ.σελ.134 κ.ε.) , η οποία άλλο δεν κάνει από το να εμβαθύνει τον προβληματισμό και τη σκέψη του προσεχτικού αναγνώστη. Ο Τρουμπετσκόι δεν μοιάζει να ταλανίζεται από εκείνα τα σύνδρομα που καταδυναστεύουν τους έλληνες…: δεν διστάζει να προβεί σε, αξιόλογες, συσχετίσεις του Πλάτωνα με την Εκκλησία και να ανοίξει γόνιμους παραλληλισμούς, οι οποίοι, κρίνω, παρουσιάζουν, από μόνοι τους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, ο συγγραφέας μας έχει ένα μέγιστο προσόν: δεν υπερβαίνει τις διαχωριστικές γραμμές των «συνομιλούντων» παραγόντων του συσχετισμού και δεν συμφύρει τους τελευταίους. Έτσι, τα δύο μεγέθη που άρμοσαν το σύγχρονο κόσμο συνομιλούν από τη θέση τους έκαστο, από θέσεις διακεκριμένες και σαφείς και γι αυτό ανοίγουν λαγαρές προοπτικές καθαρών εμβιώσεων και συνειδητοποιήσεών τους. Αυτό το νηφάλιο βλέμμα του Τρουμπετσκόι πάνω στα πράγματα ας κρατηθεί υπόψη. Είναι ένας μικρός κρυμμένος κανόνας ζωής που ωφελεί βαθύτατα…

Θέλω να προτείνω κάτι: θεωρώ ότι ο τρόπος που ο Τρουμπετσκόι επισημαίνει σημεία του πλατωνικού έργου, ο τρόπος που τα εκθέτει και που φτάνει, κλιμακωτά, μέσω αυτών, σε θέσεις και συμπεράσματα είναι μια ευκαιρία να εντοπίσει κανείς τον τρόπο κίνησης της ρωσικής σκέψης. Τον τρόπο αυτό τον έχω συναντήσει και σε άλλους ρώσους διανοητές, γι αυτό τολμώ και γενικεύω. Νομίζω ότι αν ιδωθεί και μελετηθεί και υπ’ αυτό το πρίσμα το βιβλίο η ανάγνωσή του θα προσφέρει, εκτός από ένα ευχάριστο παιχνίδι, και μια ευρύτερη ωφέλεια στον αναγνώστη.

∞ ∞ ∞

Το βιβλίο του Γ. Θανόπουλου «Ο Νίκος Γκάτσος και η ελληνική λαϊκή παράδοση» είναι, θα τολμήσω να πω, ένας χάρτης… πασπαρτού. Τι εννοώ; Νομίζω πως αν κανείς θέλει να μάθει να βηματίσει και στη συνέχεια να τρέχει, ίδια άνεμος, πρέπει, σε όποιο μετερίζι κι αν τον έχει βάλει ή πρόκειται να τον βάλει η μοίρα, να μάθει πως προχωρά κανείς μπροστά έχοντας πρώτα ζήσει το βαθύ παρελθόν του και στη συνέχεια κουβαλώντας διαρκώς (!) , πάνω στα φτερωτά σαντάλια του, τους μεγάλιθους των πατέρων του. Υπό την έννοια αυτή και υπ’ αυτή την αναγνωστική ματιά, το βιβλίο ξεφεύγει από τη θεματική του και γίνεται ένας ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΟΣ οδηγός διάρκειας και κρηπιδωμένης ανακαίνισης. Ευθαρσώς λέω ότι η χώρα μας κείται διαχρονικά (!…) στον αντίποδα των αιτημάτων και της οργανωμένης θέασης του κόσμου που αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύει. Είναι αυτονόητο πως εδώ δεν αποτιμώ το έργο του Γκάτσου, αλλά μιλώ για μια μελέτη περί τον Γκάτσο. Μια μελέτη που προσφέρει μιαν εκπληκτική και απερίγραπτα χρήσιμη λαογραφική τεκμηρίωση του έργου του ποιητή, σχεδόν στίχο-στίχο. Καθήκον μου είναι να προτείνω στον αναγνώστη αυτής της στήλης να διαπιστώσει μόνος του την ηδύτητα της διαπλάτυνσης των οριζόντων του με την ανάγνωση αυτής της εξαίσιας μελέτης. Κι έτσι, λέω μόνο αυτό: «έρχου και ίδε».

Του κειμένου προτάσσεται πρόλογος του Μ.Γ.Μερακλή, κι επίσης προλογικό σημείωμα και εισαγωγή από τον συγγραφέα. Χωρίζεται δε δύο μέρη, όπου εξαντλείται το ποιητικό έργο του Γκάτσου και, τέλος, δίδονται τα συμπεράσματα της μελέτης, και γενική βιβλιογραφία συνοδευόμενη από, χρήσιμο πάντα, γενικό ευρετήριο. Ο πρόλογος του Μερακλή θέτει, συνειδητά ή ασυνείδητα, κάποια πολύ σπουδαία ζητήματα: μπορεί ποτέ, ειδικά στην Ελλάδα, να υπάρξει μη έλλογη Ποίηση; (πράγμα για το οποίο έχουμε και αλλού σε άλλες βιβλιοκρισίες μας αναρωτηθεί).Ακολούθως, μπορεί ο ίδιος ο υπερρεαλισμός να διαρρήξει κάθε σχέση με το έλλογο;Τέλος, ο ίδιος ο άνθρωπος που δημιουργεί και καλλιτεχνεί μπορεί να αποποιηθεί, τελικά, το έλλογο στη δημιουργία του; Έτσι, υφίσταται πραγματικά, εν τέλει, ο αυτοματισμός στην Τέχνη ή, σε τελική ανάλυση, πρόκειται για κάτι ουτοπικό και ανεφάρμοστο; Ο Μερακλής θέτει σαφώς (σελ.16) και το δεύτερο σκέλος του προβλήματος: μπορεί το καινούργιο να ξεπηδά από μιαν αδιάκοπη σχέση με τις ρίζες και απ’ ό,τι, συνήθως και συμβατικά, ονομάζουμε «παλαιό»; Έχω τη γνώμη ότι η Παράδοση που ανακαινίζεται και αναβαπτίζεται στο παρόν είναι πάντα μια Παράδοση οριοθετημένη, με κανόνες, σαφείς μορφές, καθαρά ταυτοτικά στοιχεία. Προσοχή: όχι ακίνητη με ακίνητα στοιχεία ταυτότητας. Ακριβώς όπως το ανθρώπινο γονιδίωμα και οι γονιδιακές εγγραφές. Αυτό καθαυτό το γεγονός διαπαιδαγωγεί άσφαλτα συλλογικότητες και άτομα τόσο στο δρόμο της σκυταλοδρομίας όσο και στο δρόμο της αντίδρασης. Εδώ τα πάντα τα διακρατεί η λαγαρότητα των ταυτοτικών γνωρισμάτων που ευνοεί, μετά λόγου, δριμείες και αμείλικτες, ολομέτωπα, επιθέσεις και μετά λόγου οικοδόμηση, παράλληλα, ενός παρόντος που θα έχει συνείδηση του εαυτού του.

Η γραφή του Θανόπουλου διαυγής. Δίχως συστροφές. Χαίρεσαι να διαβάζεις. Λαγαρότητα και χαρά, διόλου μικρά πράγματα στον αιώνα μας. Διόλου μικρά πράγματα στη ζωή. Και πάνω σ’ αυτά μια «τεχνοκρατική» τεκμηρίωση (!) που χαίρεται κανείς να την πίνει γουλιά-γουλιά. Να απολαμβάνει τις ατέρμονες και συνάμα απολαυστικές αντιστοιχίσεις που αποδεικνύουν και παράλληλα χτίζουν διάρκεια, συνέχεια, αυτογνωσία κριτήρια, αιτήματα. Στις σελ.16-17 ο Θανόπουλος, εν είδει συμπεράσματος, μας δίνει, μέσες-άκρες, τη συνταγή, ίσως, για το πώς μπορεί να συνομιλεί με την Ευρώπη η Ελλάδα επί ίσοις όροις και όχι από την περιφέρεια του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και, κυρίως, μειονεκτικά. Επίσης, για το πώς μπορεί, με τα ίδια μέσα, να ηγηθεί, ενίοτε, της Ευρώπης, βάσει της δικής της πνευματικής καταβολής και συνεισφοράς στον πολιτισμό (πράγμα που κατ’ επανάληψη έχουμε υπαινιχθεί, πολυεπίπεδα, σε άλλες βιβλιοκρισίες μας από τη στήλη αυτή) : «Εκείνο που πέτυχαν οι Έλληνες υπερρεαλιστές[…]και βέβαια ο Νίκος Γκάτσος με την «Αμοργό» του, ήταν να εντάξουν το ευρωπαϊκό ρεύμα σε μια εντοπιότητα, σε έναν κώδικα «ιθαγένειας»[…].Αφομοίωσε το ξένο στοιχείο και δημιούργησε ένα γνήσιο έργο, που οδηγούσε το αίσθημα κατευθείαν στην παράδοση». Σε σχέση μ’ αυτό να προσεχθεί ό,τι λέγεται από τον Ελύτη στη σελ.21. και επίσης ό,τι λέγεται στη σελ.17, όπου διατυπώνεται, νομίζω, το κριτήριο με το οποίο θα πρέπει να αποτιμηθεί συνολικά το έργο του Γκάτσου: «Πέτυχε[…]ο Γκάτσος[…]να εντάξει σε ένα «κώδικα ιθαγένειας» το ξενόφερτο υπόδειγμα και «να μας οδηγήσει έμπρακτα, ραγδαία και αυθεντικά στις ρίζες μας».». Αυτό το έμπρακτα πονά, θυμίζω, ιδιαίτερα στην Ελλάδα κι επίσης, υπενθυμίζω ότι, όπως κι ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει (σελ.17) , το υπόδειγμα δεν είναι και τόσο ξενόφερτο, μια που εντοπίζονται «σπέρματά» του στους Ομηρο, Αισχύλο, Ηράκλειτο, Ρωμανό Μελωδό κλπ.

Συνεπώς, το εξαίρετο βιβλίο του Θανόπουλου αποδεικνύει, με την πιο ανάλαφρη, ευχάριστη, ανακουφιστική και πληρωματική «τεχνοκρατικότητά» του το αληθές των διαπιστώσεων Μερακλή. Ας στοχαστεί κανείς, λοιπόν, δια του Γκάτσου, λαμβάνοντας υπόψη τα λεχθέντα στις σελ. 20,21, τη διάρκεια, τη σταθερότητα και τη συνέχεια που τόσο έντονα λείπει στη χώρα μας, όσο κι αν αυτή διατείνεται περί του αντιθέτου ή όσο κι αν πολλοί ρομαντικά ελληνόπληκτοι επιθυμούν να τις βλέπουν (…) μέσα στην τυχαιότητα των πράξεών μας και το φύρδην-μίγδην της ελληνικής περίπτωσης. Ειδικά, για κάθε επίδοξο ποιητή (και όχι μόνον…) χρησιμότατη είναι και η σκοποθεσία αυτής της μελέτης του Θανόπουλου, όπως διατυπώνεται στη σελ.23. Δυστυχώς, οι ποιητές, όπως και η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, θεμελιώνουν την Πράξη τους σ’ έναν ιδιωτικό (…) παρορμητισμό και αυτοσχεδιασμό, δίχως στάλα κοινοτικής συνείδησης, με αποτέλεσμα η Πράξη αυτή να είναι…κοντή. Ποικιλοτρόπως. Έτσι, παίρνοντας αφορμή κάποιος από το συχνά απαντώμενο ανερμάτιστο και κυρίως ιδιωτικό (…) , της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας (και όχι μόνον…, καθώς αντανάκλαση της κοινωνίας είναι η τελευταία) αντιπροτείνει τη γερή θεμελίωση της ποιητικής πράξης του Γκάτσου, που παραπέμπει σε (καλο) χτισμένο Σώμα:«Μ’ αυτή τη σύζευξη της παράδοσης με το νέο ρεύμα φέρνει ο Γκάτσος κάτι πιο σύγχρονο στην ποίηση αλλά και την αυθεντική σύνδεση με τις ρίζες.», (βλ.σελ.77). Θυμίζω, προς παντός είδους μοντερνιστές και μεταμοντερνιστές τα λόγια του Pound, όπως αυτά σημειώνονται στις σελ. 16 και 95 σημ.237: «Μια επιστροφή στις ρίζες ενδυναμώνει, γιατί είναι μια επιστροφή στη φύση και στο λόγο.»

∞ ∞ ∞

Το βιβλίο της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου – Κυπρίου «Κείμενα για το τίποτα», μια συνάντηση θεολογίας και λογοτεχνίας με αφορμή τα έργα του Σάμουελ Μπέκετ, είναι από τα βιβλία εκείνα που στην οικεία της θεματικής τους βιβλιογραφία βιώνουν, δυστυχέστατα, τη σχεδόν απόλυτη μοναξιά. Έπρεπε να κλείσει σχεδόν και η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα για να δούμε, επιτέλους, να υπάρχει στα ελληνικά ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Και νομίζω πως τέτοια βιβλία συμβάλλουν τα μέγιστα στην αυτογνωσία μας και στην ανάδειξη ταυτοτικών μας στοιχείων, -θέματα που συχνά, λόγω οργισμένης (;) οδύνης…, επανέρχονται τακτικά στις εδώ βιβλιοκρισίες μου. Μα τι είναι αυτό που προσδίδει ολότελα ιδιαίτερο χαρακτήρα στο βιβλίο αυτό; Η Κυπρίου αναλαμβάνει να εξετάσει και να μελετήσει τους πνευματικούς ογκόλιθους των έργων του γίγαντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας Σ. Μπέκετ από τη σκοπιά όχι απλά και γενικά μιας απροσδιόριστης (θεϊστικής) θεολογίας, αλλά από τη σκοπιά της ορθόδοξης (εκκλησιαστικής) θεολογίας. Συγκεκριμένα και ειδικά. Σκοπιά που, όπως θα αντιληφθεί άμεσα ο αναγνώστης του βιβλίου, κατατάσσει τους γνώστες της στην πρώτη γραμμή της αριστοκρατίας του πνεύματος. Μάλιστα, τους καθιστά απαιτητικούς συνομιλητές της παγκόσμιας πνευματικής κοινότητας. Σε τέτοιο βαθμό που κάποιος δεν μπορεί να μη συλλογισθεί ότι αν ο Μπέκετ, μα και πολλοί άλλοι του ίδιου μ’ αυτόν βεληνεκούς…, είχε και την αμυδρότερη ιδέα αυτής της «σκοπιάς» θα ήταν σίγουρο πως θα είχε επηρεαστεί σε βάθος όχι μόνο το έργο του αλλά και αυτή η ίδια η φύση της πνευματικότητάς του. Τονίζω, λοιπόν, ότι η συνάντηση, στο κείμενο της Κυπρίου, λογοτεχνίας-θεολογίας είναι μια ειδική και συγκεκριμένη συνάντηση και καθόλου κάτι αφηρημένο. Είναι η συνάντηση της ορθόδοξης θεολογίας με το λογοτεχνείν κι αυτό έχει μείζονα σημασία για μας. Φυσικά, δεν λείπουν οι εξωγενείς θεολογικές αναφορές, όμως το κυρίαρχο εργαλείο είναι η ορθόδοξη θεολογία (το δηλώνει, μετριοπαθώς η συγγραφέας στη σελ.11).

Το συγκεκριμένο εργαλείο-πρίσμα (η ορθόδοξη θεολογία) προσφέρεται σε δυναμικό διάλογο με τον Μπέκετ (ο ίδιος θα το αποζητούσε, έστω και για να ακυρώσει αυτόν το διάλογο… Όμως, η ακύρωση αυτή θα του κόστιζε πολύ, τουλάχιστον σε κόπο…) , αλλά και με κάθε άλλη καλλιτεχνική πρωτοπορία και διανόηση. Σε σχέση μ’ αυτό προτείνω, ολότελα ενδεικτικά, κάποιες «θέσεις» Πατέρων της Εκκλησίας για τους οποίους ο μέσος αναγνώστης δεν έχει απλά μια αμυδρή εικόνα, αλλά, κυρίως, βαθειά άγνοια κι αυτό είναι κάτι που, ως ευθύνη, βαραίνει τους πάντες: Εκκλησία και Πολιτεία, εκπαιδευτικούς θεσμούς και «πνευματικούς» ανθρώπους, και, φυσικά, έναν έκαστο εξ ημών: σελ.23 σημ.12-13, 24 σημ.14, 25 σημ.16, 32 σημ.30, 37 σημ.38, 148 κ.α. Ο Μπέκετ είναι σίγουρο πως θα συνομιλούσε με τέτοια κείμενα. Και μόνον ως τέτοιος συνομιλητής του είσαι Ευρωπαίος, εσύ ο Έλληνας, και μπορείς να μεταβαίνεις στην Εσπερία με αξιώσεις.

Του κειμένου προτάσσεται πρόλογος της συγγραφέως και η ύλη έχει χωρισθεί σε 6 άκρως ενδιαφέροντα κεφάλαια, με το πρώτο κεφάλαιο να θέτει το σπουδαιότατο ερώτημα «Τι είναι λογοτεχνία;» (σελ.13) (βλ. προδημοσίευσή μας επί του θέματος: https://www.academia.edu/5110762/). Στο βιβλίο παρατίθεται βιβλιογραφία και το πάντα χρήσιμο ευρετήριο ονομάτων. Εξαρχής χρωστώ μια παρατήρηση: όπως κατ’ επανάληψη έχω πει έμμεσα ή άμεσα για τη θεολογική κατάρτιση των ξένων λογοτεχνών, ο Μπέκετ είναι βαθύς γνώστης της θεολογίας που κομίζει η Παράδοσή του (βλ.π.χ. σελ.156 και επίσης, αυτόθι, σημ.174, όπου δηλώνει «Ο Χριστιανισμός είναι μια μυθολογία με την οποία είμαι απόλυτα εξοικειωμένος. Είναι, λοιπόν, φυσικό να τη χρησιμοποιώ.».), σε αντίθεση με τους Έλληνες «συναδέλφους» του, που η πλειονότητά τους δεν γνωρίζει ούτε το άλφα της αλφαβήτου της δικής τους (βλ. επίσης σχετική αναφορά της Κυπρίου στον Τζόυς, σελ.104 κ.ε.).Το έργο του Μπέκετ, που βρίθει παρόμοιων θεολογικών αναφορών, μαρτυρεί για του λόγου το αληθές (βλ.π.χ.σελ.310, όπου το μπεκετικό κείμενο θυμίζει Ησαϊα. Είναι, δηλαδή, κείμενο θεολογικό και κατά τούτο, ίσως, ριζικά ανθρώπινο… κι αυτός είναι ο μόνος και κύριος λόγος που ανέκαθεν επέμενα, σε θεατρολογικά κείμενά μου, ότι ο Μπέκετ μπορεί νομίμως να παρασταθεί στην Επίδαυρο) , μια που ο ίδιος έχει φυσικά αφομοιωμένη αυτή τη θεολογία. Υπό την έννοια αυτή, κάθε προσέγγιση του μπεκετικού και άλλων «παραπλήσιων» έργων οφείλει να έχει στον οπλισμό της τα εφόδια που προτείνει η Κυπρίου. Νομίζω πως με το βιβλίο αυτό η φολκλορική θρησκευτικότητα και «ελληνορθόδοξη» (…) παράδοση της γενιάς του ’30 φαίνεται πόσο πολύ του «δημοτικού» είναι που, κατά τούτο, να καταντά άγονη.

Μιλήσαμε παραπάνω για μοναξιά. Η Κυπρίου, με πολύ μετριοπαθείς και ήπιους τόνους, διαπιστώνει αυτό που κι εμείς διαπιστώνουμε, πολυεπίπεδα για την ελληνική πραγματικότητα, στο παρόν μα και σε άλλα κείμενά μας: ανυπαρξία σχετικής βιβλιογραφίας. Δεν πιστεύω να φταίει γι αυτό το κακό το …«μνημόνιο» ή να φταίνε οι «κακοί» και «μισέλληνες»… «κουτόφραγκοι».Από κάτι τέτοιες ελλείψεις προδίδεται, ωστόσο, η κακομοιριά και η μιζέρια του τόπου. Το πρόβλημα είναι διαρκές στην Ελλάδα και την ταλανίζει αδιάκοπα. Η δε υπανάπτυξη διαλόγου των θιγομένων πεδίων θλίβει και πονά. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ τη συμβολή της Κυπρίου στο θέμα της αποστεγανοποιήσεως των πεδίων λογοτεχνίας-θεολογίας πάρα πολύ σημαντική. Παραδείγματος χάριν, κρίνω εξαιρετικά χρήσιμο τον υποψιασμό της Κυπρίου όπως αυτός διαγράφεται, λόγου χάρη, στις σελ.222 σημ.241-242, που ωθεί και διδάσκει τον αναγνώστη να είναι φιλύποπτος («φρόνιμος» κατά το ευαγγελικό, Ματθ.10,16) σαν φίδι κατά την αναγνωστική του λειτουργία, -υποψιασμός που, δυστυχώς, κρίθηκε, από ιδεολογικά αφιονισμένες «πρωτοπορίες» και ιντελιγκέντσιες, σιωπηρά και άνευ λόγου, άχρηστος για δεκαετίες. Δεν θα υποκύψω στον πειρασμό να σχολιάσω με ποιο τρόπο η Κυπρίου φέρνει σε διάλογο τους πατέρες της Εκκλησίας με τον Μπέκετ. Επιθυμώ να το ανακαλύψει μόνος του, με έκπληξη, ο αναγνώστης, τον οποίο προτρέπω, με όλη μου την καρδιά, να μελετήσει το βιβλίο και με νηφαλιότητα να αναθεωρήσει «μουσειακές» του αντιλήψεις για τα δύο αυτά πεδία και τη σχέση τους, οι οποίες κρατούν πίσω τον ίδιο και τη χώρα του. Μπορεί κανείς να διαφωνεί, ίσως, με την Κυπρίου σε τυχόν σημεία ερμηνείας του μπεκετικού corpus ή και συνάφειάς του με συγκεκριμένες θεολογικές «θέσεις» και διδασκαλίες (η συγγραφέας, τονίζω, επιχειρεί πολύ γόνιμες διακρίσεις και δεν σπεύδει σε βεβιασμένες συμφύρσεις, προσβλέποντας πάντα, ωστόσο, στον αληθινό διάλογο των πεδίων και την αλληλογνωριμία τους, βλ. π.χ. σελ194,196). Εν τούτοις, αυτό δεν επηρεάζει ούτε στο ελάχιστο τον πυρήνα και τη δυναμική του κειμένου, τα οποία παραμένουν αλώβητα. Τονίζω, όμως, ότι η Κυπρίου θέτει θεμελιώδη ερωτήματα και αποπειράται (ή υπαινίσσεται) κάποιες απαντήσεις. Το σημαντικό είναι ότι τα ερωτήματα αυτά καταυγάζουν τη συνείδηση με μόνο το τίθεσθαι αυτών κι αυτό είναι μείζον κέρδος για τον αναγνώστη. Μάλιστα, έχω εδραία πεποίθηση ότι τα θεμελιώδη αυτά ερωτήματα, όπως λ.χ. «τί είναι η λογοτεχνία;», είναι και οι φυσικοί συνδετικοί κρίκοι που συνδέουν τα διαλεγόμενα πεδία με τρόπο λυτρωτικό, αφού καταργούν τα όποια ανθρώπινα «εφάμαρτα» κατασκευάσματα αποσυναγωγήσεων, στεγανοποιήσεων και αποσκορακίσεων, που τόσο καταλυτικά και μανιωδώς επιβλήθηκαν στην ιστορία του πνεύματος. Έτσι, το βιβλίο της Κυπρίου το εκλαμβάνω ως απόπειρα κατάργησης των διακρίσεων που αντιθεολογικά, αντιχριστιανικά και αντιπνευματικά, δυστυχώς, έχουν επιβληθεί, χιλιετίες τώρα, ελαφρά τη καρδία, στη ζωή του πνεύματος. Μάλιστα, θεωρώ ότι η κατάργηση αυτών των διακρίσεων συνιστά πια χρέος ενός εκάστου ημών, αλλά είναι, παράλληλα, και αίτημα των καιρών.

Ως αντιρρητικό λόγο θα έλεγα το εξής: εκεί που το βιβλίο κάποτε, ίσως, χάνει είναι όταν η Κυπρίου φοβάται να τολμήσει και ακολουθεί (ή υποτάσσεται σε) καθιερωμένες και συμβατικές παραδοχές (βλ.π.χ.σελ.101) , μη μπαίνοντας στον κίνδυνο να τις «δοκιμάσει», για να χρησιμοποιήσω θεολογική γλώσσα (περί του οφειλόμενου δοκιμάζειν, …παραδοσιακώς, βλ. Λουκ.12,56 Ρωμ.1,28 2,18 12,2 Α’ Κορ.11,28 Γαλ.6,4 Α΄Θεσ.5,21 Α΄Ιω.4,1) , αν και ή ίδια καταφάσκει, σε άλλα σημεία, στο απορείν, αμφισβητείν και ερωτάν εν τέλει (σελ.103).Υπογραμμίζω, ωστόσο, ότι ο αναγνώστης δεν χάνει επ’ουδενί, καθώς η σωστή, ως επί το πλείστον, σαφήνεια τοποθετήσεων και ιδεών της συγγραφέως τού προσφέρει το έναυσμα να «δοκιμάσει» (=να πειράξει…) μόνος του και να βιώσει τις συνέπειες αυτής της δοκιμής/δοκιμασίας. Δυστυχώς, κι αυτό από μια πλευρά είναι αστείο και κωμικό, όποιος δεν αισθάνεται το καθήκον να δοκιμάσει αντιστρατεύεται, εν τέλει, στην ίδια την Αποκάλυψη και τον Ιδρυτή της (…) , που δήθεν επί του λίθου Του χτίζουν (και ερίζουν…) οι Παραδόσεις. Η Κυπρίου λέει (σελ.101) :«Για τους πιστούς, η λογοτεχνία δεν προσφέρει σωτηρία ούτε οδηγεί στη θέωση.». Η «θέση» αυτή είναι αρκούντως διχαστική και πολωτική. Μα, επιτέλους, ποιος μπορεί να εντοπίσει ΠΟΥ βρίσκονται η σωτηρία και η θέωση; Δεν είναι Εκείνος που είπε πως «οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία» και ότι «πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» ( βλ.Ιω.4,23-24) απαλλάσσοντας μας έτσι οριστικά, μέσω της άγνοιας του τόπου (=εδώ, για το θέμα μας, του χ πεδίου…) πραγμάτωσης του αληθούς, από στεγανοποιήσεις και κλεισούρες «Σωμάτων», (μεταφυσικών) σωματείων και ομάδων; ΔΕΝ γνωρίζουμε, τελικά, και πάλι αγιογραφικώς, πως και τα έργα άλλων υποκειμένων εκτός της «ομάδας» του εκκλησιαστικού Σώματος τους οδηγούν κατευθείαν στην Βασιλεία (βλ. π.χ.Ματθ.8,11-12 21,43); Δεν αξίζει τον κόπο να αναρωτηθούμε επίμονα και τολμηρά αν μπορεί ποτέ το χ λογής Σώμα (εδώ η Εκκλησία) , λόγω των δήθεν ταυτοτικών και ομαδοποιημένων χαρακτηριστικών του, να διεκδικεί μονοπώλια σωτηρίας αντιπαρατασσόμενο, εν γένει, προς την ανθρώπινη Κοινότητα, λες και το πνεύμα ΔΕΝ πνει όπου θέλει; Επιτέλους, τι μπορεί να είναι η λύτρωση για να αποτολμούμε, υβριστικά θα έλεγα, να την οριοθετούμε και να εντοπίζουμε τη φανέρωσή της σε αποκόμματα ζωής και όχι στην ολότητά της; Πού, κατά τις Παραδόσεις…, εντοπίζεται αυτή και ΠΩΣ φανερώνεται; Βέβαια, οι Παραδόσεις και εδώ η ορθόδοξη δέχεται το ευρύ (…) ενδεχόμενο της σωτηρίας, όμως η παραδοχή αυτή είναι άτονη, υποτονική, συγκαλυμμένη, και φοβική, καθώς η Παράδοση επιζητεί την ομοιογένειά της (χρώματα ομάδων δηλαδή, καθώς δεν μπορεί να αντέξει στο άνοιγμα ελευθερίας που παρουσιάζει το Ιω.4,23 που προαναφέραμε) και γι αυτό πάντα θα διστάζει να αναγνωρίσει (και να συνομιλήσει…) το δικό της στο (δήθεν) αλλότριο και ξένο (εδώ τη λογοτεχνία…) και θα αφίσταται, από λίγο έως πολύ, από την ίδια την Πηγή της, την Αποκάλυψη, όπου πάντα σ’ αυτήν βρίσκουμε σ’ όλο της το μεγαλείο την κατάργηση των «ομάδων» και το άνοιγμα του ματιού στις ορθές του διαστάσεις!

Στο Ματθ.21,43 που προαναφέραμε γίνεται λόγος για «καρπούς». Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί οι καρποί; Και ΓΙΑΤΙ να ΜΗΝ είναι η λογοτεχνία που… δύναται, κι αυτή, να σώζει; Έτσι, θα έλεγα ότι η Κυπρίου (και έκαστος εξ ημών) όπου δεν τολμά να «πειράξει»/δοκιμάσει την Παράδοση θέλοντας να παραμείνει πιστή σ’ αυτή, βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, να αντιβαίνει στην Αποκάλυψη!…Σφάλμα, νομίζω, που χαρακτηρίζει, εμβληματικά, τους θεολογικούς, κυριότατα, κύκλους, τους πιστούς… Συνεπώς, ως άνθρωπος που, τουλάχιστον, αγωνίζεται να μην βιαιοπραγεί ή να βιάζει τη Λογική, θα πω ότι όσο κι αν γκρινιάζουν και κλαψουρίζουν Παράδοση και (λογής) αντιπροσωπευτικοί της Πατέρες, η «σωτηρία» μπορεί να προέλθει από παντού, όπως η ίδια η Αποκάλυψη διακηρύσσει και δεν θα με πτοήσει η ανάγκη των Παραδόσεων για οριοθετήσεις (επί ποινή αποσυναγώγησης…) και, κυρίως, σεχταριστικές ομαδοποιήσεις του Ενιαίου Υπαρκτού, οι οποίες υφίστανται κυρίως διότι συμφέρουν πρωτίστως τις ίδιες πελατειακά και μάλιστα πάρα πολύ…

∞ ∞ ∞

Το έργο του Λόρκα ευτύχησε από νωρίς να γίνει γνωστό στην Ελλάδα. Πρωταίτιος ο Καζαντζάκης. Οι μεταφραστικές απόπειρες αλλεπάλληλες και οι αποτιμήσεις του έργου του αρκετές. Η φαεινή ιδέα, όμως, που είχε ο Γ. Σουλιώτης είναι, ομολογουμένως, πρωτότυπη και άκρως ενδιαφέρουσα: να αναδειχθεί ο ελληνικός Λόρκα! Όπως και παραπάνω είπαμε, με έναν τέτοιον οπλισμό, επίσης, εξέρχεσαι στην Εσπερία με άλλον αέρα από το γνωστό μειονεκτικό του καθυποταγμένου επαρχιώτη. Ο Σουλιώτης υπογράφει την εισαγωγή, τη μετάφραση, την επιλογή των αποσπασμάτων και των έργων, τα σχόλια (βλ.σελ. 97) και τις χρησιμότατες σημειώσεις που συνοδεύουν το κείμενο. Η έκδοση συνοδεύεται, επίσης, από φωτογραφικό υλικό και σκίτσα του Λόρκα (βλ.σελ. 193). Η ελληνική μυθολογία στην ποίηση του Λόρκα, όπως τιτλοφορείται το κεφάλαιο του πρώτου μέρους, αποτελεί συγκεντρωμένη έκπληξη για τον αναγνώστη. Στάζει Ελλάδα το έργο του ισπανού δημιουργού. Όμως, το γνωρίζουν αυτό οι Έλληνες; Δεν θα κάνω καμία αναφορά εδώ στις ελληνικές πηγές του Λόρκα που ευστοχότατα παραθέτει ο Σουλιώτης. Επιβάλλεται να τις πληροφορηθεί ο αναγνώστης αυτής της στήλης από μόνος του. Του εγγυώμαι, ωστόσο, ότι έτσι όπως είναι συγκεντρωμένες θα ζαλιστεί από την πυκνότητα της Ελλάδας στο αίμα του κορυφαίου ισπανού ποιητή. Ο Σουλιώτης περνά απευθείας μετά την εισαγωγή στα Ποιήματα, ως προς αποδεικτικό υλικό. Ποιήματα, όπου η Ελλάδα δεν έχει, κυριολεκτικά, τελειωμό… Δεν θα παραθέσω ποιήματα ή κάποιους στίχους του Λόρκα που αφορούν στην Ελλάδα. Οφείλει να τ’ απολαύσει μόνος του ο αναγνώστης. Παραμερίζοντας τον τεράστιο όγκο αναφορών και οφειλών του Ισπανού στη χώρα μας θα παραθέσω μοναχά έναν στίχο, που κατά τη γνώμη μου, τα λέει όλα (σελ.78) : Όλη η θάλασσα/είναι ελληνική.

Η μετάφραση είναι από τη μια όμορφα πιστή και από την άλλη, σε εύλογα πλαίσια, αναπλαστική του ισπανικού λόγου στα ελληνικά. Κυρίως το πρώτο αποτελεί τη μείζονα εγγύηση εγκυρότητας που προσφέρεται στον αναγνώστη, διότι ο Σουλιώτης έχει καταφέρει την αρετή να σβήσει τον εαυτό του μέσα στη μετάφραση του ισπανικού πρωτοτύπου και όχι, μωροφιλόδοξα ή (νομίμως…) ριψοκίνδυνα, να τον προβάλλει. Στο πρώτο αυτό μέρος δεν δίνονται τα πρωτότυπα των ποιημάτων. Στο δεύτερο μέρος ο Σουλιώτης, μετά από μια διαφωτιστική εισαγωγή, μεταφράζει, με τα ίδια κριτήρια, τα «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα», που έχουν την τύχη αλλεπάλληλων μεταφραστικών δοκιμών στη χώρα μας. Εδώ δίνεται και το πρωτότυπο ισπανικό. Για τους ισπανομαθείς, η σύγκριση θα επιβεβαιώσει, νομίζω, τους ισχυρισμούς μας για τη μεταφραστική πολιτική του Σουλιώτη. Μπορεί, ίσως, κάποτε να χάνεται κάποιος ρυθμός, ή να μην υπάρχει μια όμορφη απιστία, που η φαντασία θα την έχει στηρίξει για να υπάρξει ένας Λόρκα… εκτός του Λόρκα στην ελληνική… Όμως, έχουμε αδιάκοπα το κέρδος του στέρεου εδάφους της πιστότητας, τον Λόρκα εντός του Λόρκα και το βλέμμα του, διαμεσολαβημένο ευσυνείδητα…, στα ελληνικά. Αυτό είναι και μέγιστος άθλος και αξιέπαινη αρετή. Στο τρίτο μέρος μεταφράζονται «Εννιά σονέτα και ένα νανούρισμα», όπου και πάλι αποφασίζεται να μην μας δοθεί το ισπανικό πρωτότυπο για συγκρίσεις. Τέλος, στο τέταρτο μέρος, και αφού έχει και πάλι προηγηθεί εισαγωγή του Σουλιώτη, μεταφράζεται η «Ωδή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας» (παρακαλώ, ας συσχετισθεί ο τίτλος αυτός με όσα παραπάνω ειπώθηκαν περί θεολογικής κατάρτισης του Μπέκετ και ελληνικής νοοτροπίας έναντι της θεολογίας…). Εδώ, και πάλι, ξαναδίνεται το ισπανικό πρωτότυπο για τυχόν παραβολές και συγκρίσεις. Μια μεταφραστική αρχιτεκτονική λοιπόν. Τη σέβομαι απεριόριστα, καθώς ό,τι και να αρχιτεκτονίσει κανείς δεν ξεφεύγει από τον ιερό εκείνο νόμο, όπως τον συλλαμβάνω και τον βιώνω, που επιμένει να τονίζει ότι η Μορφή είναι ο Τρόπος Προβολής του Ζώντος. Τέλος, η έκδοση επιλεγμένης ελληνικής γνωριμίας του Λόρκα κλείνει με ένα ποίημα του ίδιου του Σουλιώτη, γραμμένο στη Μαδρίτη.

Θεωρώ την ιδέα της έκδοσης και την ίδια την έκδοση, φυσικά, απαραίτητο εφόδιο κάθε επιθυμούντος έλληνα να καλλιεργηθεί και να ασκηθεί στη συνομιλία του με τους δυτικοευρωπαίους. Πέρα από την αισθητική (και άλλη) απόλαυση του ίδιου του έργου του μείζονος ισπανού ποιητή, ο έλληνας αναγνώστης αναμετρά το έχει του, μετρά το μπόι της χώρας του και επανεκτιμά ό,τι απόκειται προς επανεκτίμηση και …ανατίμηση.

 

_

γράφει ο Στάθης Κομνηνός

 

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος