Ήσυχο βράδυ

Ήσυχο βράδυ

girl_sad

Εκείνο το πρωί δεν είχα καταλάβει πως τα πάντα γύρω μου θα ανατρέπονταν. Ήταν Κυριακή. Το φως που έμπαινε από τις γρίλιες του παραθύρου μου με ξύπνησε γλυκά. Επιτέλους, μετά από τόσες μέρες συννεφιάς και ψύχρας, είχε φτάσει ένα ηλιόλουστο πρωινό να ζεστάνει την καρδιά μου. Δίπλα μου κοιμόταν ο Μάρκος κι αυτό ήταν ό,τι πιο όμορφο μπορούσα να έχω στη ζωή μου. Είχα βρει έναν άνθρωπο να συνεννοούμαι και να καταλαβαίνει τις ανάγκες μου. Ακόμα και τις ιδιαιτερότητές μου κατανοούσε. Δεν τον πείραζε που ήθελα να πιέζει την οδοντόκρεμα από κάτω και όχι από τη μέση. Δεν τον ένοιαζε που καθόμουν μέχρι αργά για να γράφω τις ιστορίες που πίεζαν ασφυκτικά το μυαλό μου. Έγειρα στο πλάι και τον αγκάλιασα. Εκείνος έβγαλε μόνο μια ανάσα. Ανακούφισης. Ή έτσι νόμιζα. Τον φίλησα στο λαιμό και τότε κουνήθηκε. Γύρισε και με άρπαξε στα χέρια και μου είπε ένα τρυφερό «Καλημέρα». Ένιωσα τη καρδιά μου να χορεύει σε απίστευτους ρυθμούς. Είχαμε επέτειο. Κλείναμε δύο ολόκληρα χρόνια μαζί και ήταν ιδιαίτερη μέρα. Είχαμε κανονίσει από καιρό ότι θα περνούσαμε μαζί αυτή τη μέρα.
Το τηλέφωνό του άρχισε να χτυπά. Πάνω που σκεφτόμουν τι θα του έφτιαχνα για πρωινό, ένιωσα πως το τηλεφώνημα ήταν ένα κακό σημάδι. Μισοκοιμισμένος το απάντησε και γούρλωσε τα μάτια. Βεβαίωσε το αφεντικό του πως θα περάσει αμέσως από την εταιρία. Αυτό ήταν. Ήταν μόλις πρωί και τα σχέδιά μας κατέρρεαν. Δεν ήθελα να του δείξω την απογοήτευσή μου. Του χαμογέλασα και τον φίλησα στο μάγουλο. Μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε ότι θα επανορθώσει το βράδυ. Πόσες φορές το είχα ακούσει αυτό; Ήξερα πως, όταν το έλεγε αυτό, δεν γινόταν ποτέ. Αποφάσισα να χουζουρέψω λίγο ακόμα μέχρι να ντυθεί και να φύγει. Δεν ήθελα να δει τα δάκρυα που κυλούσαν στο μαξιλάρι. Δεν ήθελα να καταλάβει πως πληγωνόμουν. Ήταν ο τέλειος άντρας με ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος, μου έλεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρή. Μα ήμουν πεπεισμένη πως ο Μάρκος θα άλλαζε. Το ήξερα. Αρκεί να παντρευτούμε. Είχα προαίσθημα πως θα μου το ζητούσε σύντομα. Η φίλη μου, η Κλειώ, τον είχε δει σε ένα κοσμηματοπωλείο προχθές το πρωί. Ίσως σήμερα να είναι πιο μεγάλη μέρα απ’ ότι φανταζόμουν. Αν βγαίναμε το βράδυ. Και το βράδυ έφτασε. Το τηλέφωνό μου δεν είχε χτυπήσει όλη τη μέρα. Πέρασα το χρόνο μου σε περιποιήσεις του εαυτού μου. Βυθίστηκα στη μπανιέρα, ήπια ένα ποτήρι κρασί και άφησα το σώμα μου να παραδοθεί στην απόλαυση ενός ζεστού αφρόλουτρου. Αλλιώς την είχα φανταστεί την επέτειό μας, αλλά προσπάθησα να μην το σκέφτομαι. Η ώρα ήταν εννέα και μισή. Αποφάσισα να ντυθώ για να είμαι έτοιμη, όταν θα γυρνούσε από τη δουλειά. Είχαμε κλείσει ένα τραπέζι στο αγαπημένο μας εστιατόριο για τις δέκα. Δε γινόταν. Θα ερχόταν σύντομα. Κοίταξα το ρολόι για μία ακόμη φορά. Η ώρα δέκα. Εγώ καθόμουν στον καναπέ με το κόκκινο μακρύ φόρεμά μου και περίμενα, μέχρι που αποφάσισα να τηλεφωνήσω στο γραφείο του. Η γραμματέας του μου είπε πως σήμερα είχε άδεια και δεν πήγε καθόλου στο γραφείο. Έκλεισα το τηλέφωνο και δε θυμάμαι για πόση ώρα έμεινα στο ίδιο σημείο ακούνητη προσπαθώντας να καταλάβω. Συνήλθα μόνο όταν το τηλέφωνο γλίστρησε από τα χέρια μου. Με αργές κινήσεις σηκώθηκα και ξεντύθηκα. Έπεσα γυμνή στο κρεβάτι και κουκουλώθηκα με το πάπλωμα. Τα μάτια μου δεν έλεγαν να κλείσουν. Δάκρυα δεν κυλούσαν. Απορούσα κι εγώ με τον εαυτό μου.
Όταν άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα, ήξερα πως η ώρα ήταν περασμένη. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν έξι και μισή. Προσποιήθηκα την κοιμισμένη. Τον άκουσα να ξεντύνεται κι έπειτα έπεσε στο κρεβάτι δίπλα μου. Η μυρωδιά του δεν έμοιαζε με την κολόνια του. Είχα παγώσει. Κοιμήθηκε με γυρισμένη την πλάτη και σύντομα άρχισε να ροχαλίζει. Εγώ έμεινα ξύπνια μέχρι το πρωί. Η καρδιά μου εκείνο το βράδυ δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Δεν την ένιωθα. Δε χτυπούσε. Δεν ήξερα αν ήμουν ζωντανή ή νεκρή. Αν ήμουν ξύπνια ή ονειρευόμουν. Δεν κατάλαβα για πότε είχε βγει ο ήλιος. Χτύπησε το ξυπνητήρι και ο Μάρκος άρχισε να κουνιέται. Είχε ξυπνήσει. Κι εγώ είχα ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε και πάλι «Καλημέρα». Ήξερα πως όλα ήταν ένα ψέμα. Ήμουν ψυχρή και το κατάλαβε. Του είπε πως έπαψα να τον αγαπώ και θα ήθελα να φύγει από το σπίτι μου. Προσπάθησε να με φιλήσει και να με αγκαλιάσει, μα τον έσπρωξα. Δεν ήθελα να με αγγίζει. Είχε ξεχάσει την επέτειό μας. Είχε ξεχάσει την αγάπη μας. Τέλειος άντρας; Πώς πίστεψα σε αυτό; Έκλεισα τα μάτια και άκουσα μόνο την εξώπορτα να χτυπάει, καθώς έφευγε εκείνος. Τότε ήταν που τα δάκρυά μου άρχισαν να κυλούν χωρίς σταματημό. Δεν μπορούσα να τα ελέγξω. Έμεινα όλη τη μέρα στο κρεβάτι. Το κινητό μου δε χτύπησε πάλι εκείνη τη μέρα. Ούτε και τον ξαναείδα. Έφυγε από τη ζωή μου, όπως ακριβώς είχε έρθει. Ξαφνικά.

-

γράφει η Νάσια Αλεξανδρίδη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

1 σχόλιο

  1. sofia25164

    Καθηλωτικό το κείμενό σας κυρία Αλεξανδρίδη…Μπράβο σας!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος