Ανάπλαση της φύσεως στο ποίημα

Ανάπλαση της φύσεως στο ποίημα

 

 

Ανάπλαση της φύσεως στο ποίημα

 

Κατά την απόδοση χαρακτηριστικών της φύσης εν τη παραδοσιακή ποιητική γραφή, σε μετρικά σχήματα ο λυρισμός εξαίρει την ειδική οπτική, το συναισθηματικό φορτίο με στόχο την αισθητική τελειοποίηση. Αλλά και στον ελεύθερο στίχο η αποτύπωση του φυσικού τοπίου δεν αντιβαίνει στους κανόνες του ελεγχόμενου ειδυλλιακού γραφήματος.

Στο απόσπασμα από το «Συλλέκτη»[1] του Δημητρίου Λεοντζάκου δεσπόζει η ζωντανή εικόνα της λίμνης που αλλάζει σχήμα ολοένα.

 

Η λίμνη αυτή τελικά σχηματίζει το περίγραμμα κάτι δικού του. Με όλα τα πουλιά, τα πνευστά, τα καλάμια, τα ερπετά που την κατοικούν, που τη συντροφεύουν, όλα τα αμφίβια όντα που τη διασχίζουν σαν σιωπή σιωπηλά. Τη διαπερνά-τη λίμνη αυτή-ο άνεμος και τη δονεί-την επιφάνεια της λίμνης αυτής-την πάλλει, την κουνά-πάλι, ξανά-σαν τεράστια χορδή τη χτυπά και ριγεί, και ηχεί το περίγραμμα του προσώπου του. Διότι ο θάνατος είναι το πρόσωπο του ανθρώπου. Και είναι-την ίδια ακριβώς στιγμή-το περίγραμμα και το γράμμα-το στίγμα-του προσώπου αυτού.

 

Οι επαναφορές των σημασιών στηρίζουν τη διεξοδική σήμανση της περιφοράς του αέρα στα ύδατα. Η μάζα της επιφάνειάς τους κυματίζει («ο άνεμος και τη δονεί», «την πάλλει»). Ο ρυθμός ενισχύεται με τις παρηχήσεις («σαν σιωπή σιωπηλά»), τις καταχωρημένες μέσω των σημείων στίξεων παύσεις˙ με τις παύλες το μοτίβο («λίμνη») επανέρχεται με επιμέλεια περισσή. Άρα καλύπτεται η επεξήγηση μιας ατελέσφορης παράστασης με παρομοιώσεις («σαν τεράστια χορδή»), λεπτομερείς ενδείξεις («πουλιά», «πνευστά», «καλάμια», «ερπετά»/«περίγραμμα», «γράμμα», «στίγμα»). Αιτιολογείται και το φιλοσοφικό ιδεώδες («διότι ο θάνατος είναι το πρόσωπο του ανθρώπου»), όπως κατανοούμε μέσα από την αντιπαράθεση των επιπέδων (φυσικό, ανθρώπινο).

Η λίμνη ως πηγή αλληλένδετων κρούσεων ουδέποτε ησυχάζει, αλλά ξεχωρίζουν τα δεδομένα της αναγέννησής της˙ η ακουστική διάσταση των δρώμενων, με κέντρο χειρισμού τον άνεμο, φυσιολογικά καταλήγει στην αναπόφευκτη αλήθεια του υπαρξιακού προσανατολισμού («ο θάνατος είναι το πρόσωπο του ανθρώπου», «είναι το περίγραμμα και το γράμμα-το στίγμα-του προσώπου αυτού»). Η μεταφυσική εκτίμηση της μοιραίας κατάληξης του βιωτού αισθητοποιείται με τη χρήση παροντικών χρόνων («διαπερνά-δονεί-πάλλει-κουνά-χτυπά-ριγεί-ηχεί») και κατηγορικών προτάσεων («είναι», «δεν είναι»).

Στο ποιητικό κείμενο του Θανάση Παπαθανασόπουλου, «Αγάπη στην Περίστα»[2], η ιδιαιτερότητα της τοπιογραφίας διανθίζει την εμφανή αμηχανία του ποιητικού υποκειμένου («Θά ζωντανέψει τό Μάρτη; Δέ θά ζωντανέψει;»).

 

Χιονονυφάδες.

Τό φίδι ξυλιασμένο στόν ξερότοιχο.

Θά ζωντανέψει τό Μάρτη; Δέ θά ζωντανέψει;   

……………………………………………………………..

Λαμποκοπάει τό σκιάχτρο μές στόν ἣλιο.

Σπασμένη τσουγκράνα στό ἂδειο ἁλῶνι.

Ἀρχές Νοέμβρη.

………………………………………………………………

Λείπω καιρό. Μά ὁ κορυδαλλός

δέν ἒπαψε νά τραγουδάει στή μάνα του.

 

Ειδυλλιακή η φύση στο άπλετο φως της μέρας («λαμποκοπάει τό σκιάχτρο μές στόν ἣλιο») ζωογονείται σ’ αχανές πεδίο («στό ἂδειο ἁλῶνι») αρχές του χειμώνα. Ωστόσο η συνειδητοποίηση της αποστασιοποίησης απ’ το φυσικό πλέγμα τιθασεύεται με την προσωποποίηση («τό φίδι ξυλιασμένο στόν ξερότοιχο»), τον ηχηρό εντοπισμό («σπασμένη τσουγκράνα», «ὁ κορυδαλλός δέν ἒπαψε νά τραγουδάει»). Ο εξακολουθητικός Ενεστώτας εδραιώνει την όσο το δυνατό πειστικότερη στην ποιητική πραγματικότητα πρόταση («τό Μάρτη», «ἀρχές Νοέμβρη», «λείπω καιρό»).

«Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης («Πάνω σέ μιά χειμωνιάτικη ἀχτίνα»[3]) μελετώντας την επίδραση της μεταβολής των φυσικών συνθηκών σε πραγματικότητες χωρίς σαφές ιδεολογικό σχήμα («καίγουνται τ’ ἂσπρα φύκια»).

 

Καίγουνται τ’ ἂσπρα φύκια

Γραῖες ἀναδυόμενες χωρίς βλέφαρα

σχήματα πού ἂλλοτε χορεῦαν

μαρμαρωμένες φλόγες.

Τό χιόνι σκέπασε τόν κόσμο.

 

Η αλληγορική κίνηση εκπορεύεται απ’ το παρελθόν («γραῖες ἀναδυόμενες», «χωρίς βλέφαρα σχήματα πού ἂλλοτε χορεῦαν») σ’ αντίθεση με την ακινησία της πλήρους εξάντλησης των αποθεμάτων ζωής («μαρμαρωμένες φλόγες»). Παράγεται ελκυστική η φαινομενικά άλογη εικονοποιία («καίγουνται», «φλόγες», «τό χιόνι»).

 

Ποιός βουρκωμένος ποταμός μᾶς πῆρε;

Μείναμε στό βυθό.

Τρέχει τό ρέμα πάνω ἀπ’ τό κεφάλι μας

λυγίζει τ’ ἂναρθρα καλάμια˙

 

οἱ φωνές

κάτω ἀπ’ τήν καστανιά γίναν χαλίκια

καί τά πετάνε τά παιδιά.

 

Πιο συγκινητική παρατίθεται η ερώτηση («ποιός βουρκωμένος ποταμός μᾶς πῆρε;»), εφόσον προκρίνεται το α πληθυντικό («μᾶς πῆρε;», «μείναμε») συνδέοντας την προσωπική αγωνία με την κοινή συνισταμένη της παραδεδεγμένης τελμάτωσης. Αλληγορικά αποτιμάται η θωράκιση της ευαισθησίας («τό ρέμα πάνω ἀπ’ τό κεφάλι μας») ή η σκοπιμότητα των ρήξεων, το ουσιώδες των αντιθέσεων («οἱ φωνές γίναν χαλίκια καί τά πετάνε τά παιδιά») σ’ ένα οριοθετημένο φυσικό τυπικό («τ’ ἂναρθρα καλάμια», «κάτω ἀπ’ τήν καστανιά»). Στην περίπτωση αυτή ο πεζός ρυθμός είναι επιτυχής συγκυρία γενίκευσης του εξομολογητικού τόνου («μείναμε στό βυθό»).

Είθισται βέβαια η συρραφή των υλικών της φύσης να συνδυάζεται και με τον προορισμό της τέχνης˙ «η ποίηση λοιπόν είναι ένα είδος λογοπαίγνιου που το εκτιμούμε εξαιτίας των εκφραστικών του ιδιοτήτων», πράγμα που παρατηρεί κανείς και στον Auden («ακολούθησε ως το βυθό της νύχτας»)[4].

 

Follow,   poet, follow right To the   bottom of the night

………………………………………………………….

With the   farming of a verse

Make a   vineyard of the curse

Ακολούθησε,   ποιητή, ακολούθησε ακριβώςως   το βυθό της νύχτας

……………………………………………………………………..

Με   την καλλιέργεια ενός στίχου

κάμε   ένα αμπέλι της συμφοράς

Ο συμβουλευτικός τόνος προς τον ποιητή με την Παραινετική Προστακτική («ακολούθησε, ποιητή, ακολούθησε») εμποτίζεται από τη νοσταλγία του στίγματος που χωρίζει την υψηλή δημιουργία από την απλώς εξωραϊσμένη με συναισθηματισμό ζωή («με την καλλιέργεια ενός στίχου κάμε ένα αμπέλι της συμφοράς»). Πιο πολύ η ποίηση αφορά τη δυσχερή συνείδηση του περιβάλλοντος κόσμου που προκύπτει πάντα από την ανελέητη εμβάθυνση («ως το βυθό της νύχτας»).

Η αποτύπωση του φυσικού μοτίβου είναι «έλα λεκτικό παιχνίδι στην αυθαίρετη διάταξη των λέξεων, καθώς μας οδηγούν να εξετάσουμε μια οπτική εικόνα που κυριαρχείται από αντιτιθέμενα χρώματα και ιστούς-πετούμενα άσπρα και γυαλισμένο κόκκινο, έμψυχα και άψυχα πράγματα», όπως σημειώνεται σχετικά με το επιγραμματικό ποίημα του William Carlos Williams[5].

so much depends
upon

a red wheel
barrow

glazed with rain
water

beside the white
chickens.
Τόσα πολλά εξαρτώνται
από

ένα κοκκινότροχο
καροτσάκι

γυαλισμένο με βρόχινο
νερό

πλάι στ’ άσπρα
κοτόπουλα

Διαβάζοντας, χαζεύουμε τον πίνακα των χρωμάτων μιας νηφάλιας ακινησίας, εν μέσω της αδιάλειπτης βροχόπτωσης. Άλλωστε ο αισθητικός ρόλος των λεκτικών τεχνικών γίνεται κριτήριο του γούστου με πινελιές έντονες («κοκκινότροχο καροτσάκι», «πλάι στ’ άσπρα κοτόπουλα») και ορίζεται η ποιότητα της κρίσης ή κυρίως της διάθεσης («τόσα πολλά εξαρτώνται»).   

Το ερώτημα σχετικά με την εκούσια υιοθέτηση της αποσιώπησης των μηνυμάτων («Πότε θά ξαναμιλήσεις;») επανέρχεται στο Γιώργο Σεφέρη σ’ ένα διάλογο με την άλλη όψη της ενσυνείδητης στράτευσης του ποιητή σε διαχρονικές αξίες αναλλοίωτες («εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας»)[6].

 

Πότε θά ξαναμιλήσεις;

Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας.

Σπέρνουνται γεννιοῦνται σάν τά βρέφη

ριζώνουν θρέφουνται μέ τό αἷμα.

Ὃπως τά πεῦκα

κρατοῦνε τή μορφή τοῦ ἀγέρα

ἐνῶ ὁ ἀγέρας ἒφυγε, δέν εἶναι ἐκεῖ

τό ἲδιο τά λόγια

φυλάγουν τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου

κι ὁ ἂνθρωπος ἒφυγε, δέν εἶναι ἐκεῖ.

Ἲσως γυρεύουν νά μιλήσουν τ’ ἂστρα

πού πάτησαν τήν τόση γύμνια σου μιά νύχτα

ὁ Κύκνος ὁ Τοξότης ὁ Σκορπιός

ἲσως ἐκεῖνα.

Ἀλλά ποῦ θά εἶσαι τή στιγμή πού θά ‘ρθει

ἐδῶ σ’ αὐτό τό θέατρο τό φῶς;

 

Οι παρομοιώσεις εξαίρουν την ταύτιση της φυσικής αλυσίδας με την επινόηση του ανθρωπισμού («σπέρνουνται γεννιοῦνται σάν τά βρέφη», «ὃπως τά πεῦκα κρατοῦνε τή μορφή τοῦ ἀγέρα»). Η πραγματεία αναφορικά με τη γλωσσική τέχνη ως αχτίδα του ανθρώπινου λογικού εισάγει την έννοια της αθανασίας του λόγου («τά λόγια φυλάγουν τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου»). Κι ο οίστρος που διασφαλίζει τη δραστηριοποίηση του «αγέρα» αναλώνεται στην παραδοχή μιας αναλογίας («ὃπως τά πεῦκα κρατοῦνε τή μορφή τοῦ ἀγέρα») και ενός ενδεχόμενου («ἲσως γυρεύουν νά μιλήσουν τ’ ἂστρα…ἲσως ἐκεῖνα»). Εν τέλει καταλυτικό το ερώτημα εις εαυτόν («ἀλλά ποῦ θά εἶσαι τή στιγμή πού θά ‘ρθει ἐδῶ σ’ αὐτό τό θέατρο τό φῶς;») επαναφέρει το δίλημμα της τοποθέτησης των λόγων στο φως.

Στη ροή της διακοπτόμενης ακολουθίας των ουσιαστικών («αἷμα», «πεῦκα», «ἀγέρας», «ἂστρα», «νύχτα») διατηρείται η αλληλοσυμπλήρωση των συμβάντων («ὁ ἀγέρας ἒφυγε», «ὁ ἂνθρωπος ἒφυγε», «γυρεύουν να μιλήσουν»). Βασική είναι η σύλληψη της επίτευξης της σιωπής, στον αντίποδα των λόγων που «ριζώνουν θρέφουνται μέ τό αἷμα», με οριακό προβάδισμα του πεπρωμένου μερίσματος εν ζωή.

Με αφορμή τη φυσική τάξη στο μείγμα της ποιητικής σύνθεσης, προεκτείνεται η «αμφιβολία», όπως κατανοούμε στο ομώνυμο ποίημα του Ιάσονα Ιωαννίδη[7].

 

Σάν τόν πελαργό πού στήν ἀποδημία, βλέποντας    

κάτω τήν ἂγρια θάλασσα ν’ ἀφρίζει, γύρω σέ μαῦρα,

κοφτερά βράχια, τρομάζει μή χάσει τή δύναμή του.

 

Ἒτσι κι’ ἐγώ ὑψιπετώντας τίς νύχτες στήν ποίηση,

γιά τίς φτεροῦγες μου φοβᾶμαι.

 

Στις απαιτήσεις της νύχτας ο τεχνίτης του λόγου υψώνει το διεισδυτικό διαλογισμό στη διαδικασία του σκεπτικισμού. Επιστρατεύεται η παραβολή με τον πελαργό που πετώντας διασχίζει τις ζώνες αναμέτρησης με τους φόβους («σάν τόν πελαργό πού τρομάζει μή χάσει τή δύναμή του»)˙ έτσι κι ο δημιουργός παλεύει να διατηρήσει αλώβητη τη διανοητική εφευρετικότητα από τις αδυναμίες του.

Στη διάρθρωση της κλιμάκωσης της μετατόπισης του πελαργού, τα τοπικά σημεία («κάτω», «γύρω», «σέ βράχια») τονίζουν τη νοηματική επάρκεια των ρηματικών τύπων («βλέποντας», «ν’ ἀφρίζει», «τρομάζει μή χάσει»). Με το α ρηματικό πρόσωπο («ἒτσι κι’ ἐγώ», «φοβᾶμαι») οι σημασίες ενσαρκώνονται: ο αφηγητής αντιμετωπίζει με αβεβαιότητα την περιπέτεια της γραφής σε χρονικό ορίζοντα αδιάκοπης εντατικής θεραπείας.

Το πλαίσιο αναζωπύρωσης της φυσικής αλυσίδας επομένως προσαρμόζεται στο λυρικό εύρημα της ποιητικής ακρίβειας ή στο ξετύλιγμα συλλογισμών («ὑψιπετώντας τίς νύχτες στήν ποίηση»). Ενίοτε συμπλέει μάλιστα με τη διάθεση διδαχής ή τις συναισθηματικές παρορμήσεις.

 

της Ελευθερίας Μπέλμπα 

 


[1] Δημητρίου Λεοντζάκου, «Τοπία ξανά», δύο πεζά ποιήματα, περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 101, Απρίλιος-Ιούνιος 2013

[2] Θανάση Παπαθανασόπουλου, «Ο ίσκιος του απόλυτου», Μελέαγρος, Αθήνα, 1996

[3] Γιώργου Σεφέρη, «Ποιήματα», 16η έκδοση, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, Ίκαρος, Αθήνα, 1989

[4] Robert Scholes, «Στοιχεία της ποίησης», μετάφραση Αριστέα Παρίση, Μελέτη 18, Κωνσταντινίδη, Θεσ/νίκη, 1986 (W. H. Auden, Another Time, Random House, 1940)

[5] Robert Scholes, «Στοιχεία της ποίησης», όπ. π. (William Carlos Williams, «So much Depends», Collected Earlier Poems, 1938)

[6] Γιώργου Σεφέρη, «Ποιήματα», όπ. π.

[7] Ιάσονα Ιωαννίδη, «Ἒλεος καί φόβος», Αστρολάβος-Ευθύνη, 61, Αθήνα, 1992

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος