Απόψε έχουμε ξεκούραση

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Αναπολούσε και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που βγήκε η παράλογη διαταγή να κλείσει το πανεπιστήμιό του και νά ’τον τώρα, ξενύχτη με το κρεβάτι ανακατωμένος ο ερχόμενος, να είναι καταδικασμένος να βλέπει ταινίες και να ακούει μουσική, σηκώθηκε από τον καναπέ, έκλεισε το ντουλάπι της κουζίνας που βαριόταν να το κλείσει, σκόνταψε πάνω στο όργανο γυμναστικής, έβαλε να φτιάχνει καφέ στο κουζινάκι.

Στο μεταξύ, στο πρακτορείο υπεραστικών λεωφορείων επικρατεί συνωστισμός:

«Όχι, δεν θα περάσεις» 

«Θα φας φούσκο», «αφήστε με να περάσω, πεθαίνει η μάνα μου.» 

«Όχι δεν επιτρέπεται να ανέβεις στο λεωφορείο», 

«Δεν κατεβαίνω, είστε υποχρεωμένοι από τη στιγμή που μου εκδώσατε εισιτήριο» 

«Κατεβαίνετε αυτή τη στιγμή κυρία μου, ή καλώ την Αστυνομία» 

«Δεν κατεβαίνω, έχω αριθμό θέσης» 

«Από σένα θα συγχωρεθεί η πεθαμένη», της αντιγύρισε ο εισπράκτορας εκνευρισμένος.

Εκείνη την ώρα, ο Αλέξης, έφευγε, μισοευχαριστημένος προς τη σκάλα για να κατέβει και να χωθεί ξανά στη μικρή του γκαρσονιέρα αφού είπαμε μένουμε σπίτι, χώρια που ήθελα να είναι στην ώρα του με το ραντεβού του με τις ειδήσεις των δύο το μεσημέρι, τις οποίες παρακολουθούσε με μια σαρδόνια ικανοποίηση, διαπιστώνοντας ότι και ο υπόλοιπος κόσμος ήταν μέσα στα σπίτια τους και όχι μόνο αυτός. 

Είχε λοιπόν το δικαίωμα ή ρεαλιστικά μια θαυμάσια πρόφαση να αισθάνεται «χριστιανικά» αισθήματα και μια ευδαιμονία, που έβλεπε και τους άλλους να είναι στην ίδια θέση που ήταν και αυτός εδώ και χρόνια ως εργένης και νομιμόφρων πολίτης σε μια ευνομούμενη κοινωνία όπου απαγορεύτηκαν οι κοινωνικές συναθροίσεις. 

Εξάλλου είχε και αυτός μερικές ευκαιρίες να βγαίνει μέχρι τη γωνία και να παίρνει μάτι τα ζευγαράκια και τις ερωτικές περιπτύξεις τους.

Από την τηλεόραση στο διαμέρισμα του Αλέξη ακούγονταν οι ειδήσεις: συνελήφθη κάποιος που παραβίασε τους περιορισμούς, αφού είχε φτύσει τους αστυνομικούς στα μούτρα. Πιάστηκε αμέσως. Δεν έπρεπε να μολύνει τους υπόλοιπους τρόφιμους της όμορφης και ήσυχης αυτής κοινότητας.

Ο Αλέξης, κλεισμένος στη γκαρσονιέρα του έπαιζε βιοντεοπαιχνίδια και χάζευε ταινίες, ήταν περασμένα μεσάνυχτα όπου ξαγρυπνούσε κοιτάζοντας το ταβάνι. Ήταν πολύ στενοχωρημένος και προβληματισμένος για το πόσο θα κρατούσε αυτή η κατάσταση την οποία είχε ενστερνιστεί στα κατάβαθά του ως μια αδιαπραγμάτευτη καταδίκη. 

Τα όνειρά του ήταν γεμάτα ερωτικές σκηνές, είχε παλαβώσει, όμως τα γρατσουνίσματα στο παρκέ του πάνω διαμερίσματος δεν ήταν όνειρο, ήταν η Μίνα και ο Παύλος. Ο Αλέξης, έβγαζε τον πόνο του και τα σωθικά του. «Πάρε ένα λεωφορείο και έλα», φώναζε ψες το βράδυ η μάνα του, «τι κάνεις εκεί μοναχός σου δυο βδομάδες», τσίριζε ο πατέρας του. «Πόσες φορές πλένεις τα χέρια σου τη μέρα;» η επιμελήτρια πήρε σκεπτικό ύφος και κοίταξε τα παπούτσια της. «Χρησιμοποιώ γάντια για να πιάσω το πορτοκάλι και να το καθαρίσω.»

Το σιχαίνομαι, όπως σιχαίνομαι και τα σταγονίδια που καταπίνω κάθε φορά που φτύνει ο κάθε γέρος στο πεζοδρόμιο. Τα παπούτσια μου είναι μαγαρισμένα, γιατρέ και μετά πάω και ανοίγω την τηλεόραση και βλέπω τα φέρετρα στην Ιταλία και αρχίζω και πιάνω το κεφάλι μου για να μην ουρλιάξω και καταριέμαι όλους τους επιστήμονες του κόσμου που δεν βρήκαν το φάρμακο για να γλιτώσω από αυτήν την κατάρα.» 

«Θα πάρεις αυτό το φάρμακο, θα σε βοηθήσει να μην ακουμπάς τα μικρόβια και να μη φοβάσαι τον κάθε γέρο που φτύνει στον δρόμο», η επιμελήτρια ήταν κατηγορηματική. «Νοσοφοβία», είπε και το πρόσωπό της πήρε μια συγκρατημένη γλυκύτητα. «Πάρε με τηλέφωνο, να μου πεις πώς τα πας», δίνοντάς του τη συνταγή.

«Και αποκατάστησον αυτούς υγειαίνοντας, από πάσαν νόσον.»

Όλα άρχιζαν, έχοντας τελειώσει με αυτά.



_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Το γρανάζι

Το γρανάζι

Η πεζή και τετριμμένη καθημερινότητα δεν επρόκειτο να διαταραχθεί. Τα ίδια και τα ίδια αδιέξοδα μεταξύ των οποίων ακροβατούσε επιδιώκοντας να βρει την ισορροπία της ζωής. Όμως αυτή δεν ερχόταν. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος σε έναν κόσμο ασταθή; Για να γίνει κάτι...

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

ο κόσμος της

ο κόσμος της

Ήρθε με μια ρόμπα που δεν ήτανε δική της Γύριζε και ξεγύριζε τα μανίκια Σε περίμενα, της είπα Δεν κοιτούσε, δεν άκουγε Προσπαθούσε να τα βρει με τη ρόμπα της  Και με εκείνο το μαντήλι που έψαχνε κάπου να το βάλει Κάποτε με κοίταξε Εσύ; μου κάνει. Τι γυρεύεις εδώ; Σε...

Νύφη

Νύφη

(Γάμος ήταν που δεν ήτανε να γίνει…) Προσπάθησε πολύ να τον μεταπείσει. Προέβαλε κάθε επιχείρημα. Άλλωστε μια χαρά ζούσαν τη ζωή τους έτσι. Τι τους χρειαζόταν ένας γάμος; Από τη φύση της ήταν πνεύμα ανεξάρτητο. Όσα χρόνια θυμόταν τον εαυτό της, της άρεσε η διασκέδαση,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *