Αυτή η υπέροχη θάλασσα

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Αξίζει άραγε τον κόπο;

Αυτό αναρωτιέμαι την ώρα που η ένατη χάντρα από το μικρό κομπολόι κυλά αργά αλλά σταθερά να συναντήσει τις άλλες οχτώ. Είναι αναπόφευκτο και το ξέρω. Το τέλος που φοβόμουν, το τέλος που ξόρκιζα, είχε έρθει· χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς να καμαρώνει, θαρρείς τσαλακωμένο και κείνο από το βάρος της απόφασης. Είναι μπροστά μου και με κοιτάζει επίμονα. Κλείνω τα μάτια.

Δεν είναι ακριβώς αναπόληση. Ούτε παρέλαση αναμνήσεων. Τρισδιάστατες εικόνες όλες με αρώματα του Μάρτη, λουλούδια του Απρίλη και ποτήρια γεμάτα από το χρώμα του φεγγαριού. Μέσα στο πλάνο, πανταχού παρούσα η μορφή της. Προσπαθώ να βρω ένα ψεγάδι, από κάπου να πιαστώ, να μαλακώσει ο πόνος. Άδικος κόπος. Το γέλιο της καλύπτει τα πάντα. Ένα γέλιο αβίαστο, κελαριστό, χωρίς να προσποιείται, χωρίς να υπολογίζει. Μα και η ανησυχία, το παράπονο, το κλάμα της, στολίδια είναι.

Επιχειρώ να το εξηγήσω να το αναλύσω. Τα βάζω με τον εαυτό μου.

Εσύ δεν έλεγες ότι το πάθος είναι το ζητούμενο; Πως παρά τις συμφορές που θα σου φέρει, πρέπει να το επιδιώξεις; Εσύ δεν ήσουν που συμβούλευες τους άλλους να το ζήσουν; Και τώρα αναρωτιέσαι αν άξιζε το κόπο; Ωραίος είσαι!

Τα παρατάω. Δεν βγαίνει άκρη με το συναίσθημα. Πάμε με τη λογική:

Ο έρωτας ορμάει σαν ταύρος, ακάλεστος και ανατρέπει τα πάντα. Και το ερώτημα είναι να αντισταθείς σε αυτή την επέλαση, να κρατήσεις τον παλιό κόσμο σου, ή να αφεθείς στη δίνη του; Είσαι μεγάλο παιδί πια και ξέρεις ότι δεν βρίσκεται στον έρωτα η λύση όλων των προβλημάτων σου. Και όσο πιο μεγάλο παιδί είσαι, τόσο πιο μεγάλο το ρίσκο να γκρεμίσεις όλα όσα έχτισες. Και μπορεί να μην έχτισες σπουδαία πράγματα, αλλά τα έκανες με κόπο, με αίμα. Τίποτα δεν σου χαρίστηκε. Από την άλλη τα χρόνια περνάνε, το άλλο τέλος, το οριστικό και αμετάκλητο, πλησιάζει και σου κουνάει μαντίλι. Και το πάθος από τη ζωή σου έχει εκλείψει, έχει θαφτεί βαθιά μέσα σου και το σκεπάζουν ανάγκες, πρέπει, σκοπιμότητες. Τελικά ποιο είναι το σωστό; Δεν ξέρω.

Αποφασίζω να πάω μια βόλτα στη θάλασσα. Η άνοιξη μου κάνει πλάκα. Από παντού φωνάζει ζήσε. Κρυφά μέσα μου ελπίζω στη θάλασσα. Για μια απάντηση, έστω μια ένδειξη. Πιστεύω στη θάλασσα. Όχι σαν γυναίκα που γέννησε τη ζωή σ’ αυτή τη γη και σαν μητέρα φροντίζει για τα πάντα. Μα σαν φίλη μοναδική, που με νοιώθει, με καταλαβαίνει. Πόσες φορές δεν μου τραγούδησε, πόσες φορές με ένα χάδι της δεν μου έδιωξε τη λύπη; Και πόσες φορές μέσα της ξαναγεννήθηκα!

Ό ήχος από το μέιλ με επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητα. Ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω τον υπολογιστή. Το γράμμα είναι από ένα παλιό και καλό μου φίλο, τον Στάθη. Συμμαθητές ήμασταν κολλητοί. Η ζωή μας χώρισε για χρόνια, αλλά να που πάλι βρεθήκαμε γιατί οι αληθινές σχέσεις τελικά τα καταφέρνουν. Διαβάζω:

«Σε γενικές γραμμές είμαι καλά, αν και η άνοιξη είναι μια εποχή που μου τσακίζει τα κόκαλα. Από τη μια η εαρινή ραστώνη κι από την άλλη οι τελευταίες (ας μην το παρακάνουμε – οι προτελευταίες, όχι – οι προ-προτελευταίες) εκκρίσεις ζωτικών χυμών μέσα μου, νιώθω σαν εκκρεμές που κινείται ανάμεσα στην έξαψη και την απραξία. Πού και πού συναντιέμαι με μια συμπαθητική ποιήτρια και αφήνουμε το χρόνο κατάπληκτο με τους παλιμπαιδισμούς μας. Δυστυχώς, αδυνατώ να σοβαρέψω και να ωριμάσω.

Τελικά, ακόμα δεν έχω καταλάβει τι πράγμα είναι η ζωή. Είναι λίγη; Είναι αρκετή; Έχει νόημα; Πρέπει να της προσδώσουμε εμείς νόημα; Τι θα πει νόημα; Έχει μεταφυσική; Μας έχει πετάξει στη θάλασσα του τυχαίου, χωρίς ούτε καν μια σανίδα να πιαστούμε; Μας έχει χρίσει βασιλιάδες σ’ ένα (έστω πεπερασμένο) βασίλειο χρόνου; Μας αγαπάει; Της είμαστε αδιάφοροι;… Το μόνο που συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο καθώς περνούν τα χρόνια είναι το απλούστατον ότι ‘‘η ζωή είναι ωραία’’. Ο κόσμος γύρω μας είναι πανέμορφος (ακόμα και στην όποια παρακμή του), ο έρωτας κρατάει πολύ γερά τα μπόσικα να μην μας πάρει ο διάολος και μας σηκώσει, κι αν πού και πού αισθανόμαστε εκείνη τη χαρακτηριστική φαγούρα στους ώμους (σημάδι ότι μόλις μας φύτρωσαν φτερά) και τολμάμε το ριψοκίνδυνο της πτήσης (τη δημιουργία εννοώ, την τέχνη, τη δίψα του κοινωνείν), τότε δεν έχουμε δικαίωμα να παραπονιόμαστε για τίποτα.

Εσύ τι κάνεις;»

Αχ η θάλασσα! Αυτή η υπέροχη θάλασσα! Μου έδωσε την απάντηση. Κόβω ανυπόμονα το κάτω μέρος του χαρτιού που περίσσευε από το μήνυμα, γράφω «σ’ αγαπώ», το βάζω στο μπουκάλι και το ξαναπετάω βαθιά μέσα της.

 

γράφει ο Δημήτρης Γιατρέλλης

Ο Δημήτρης Γιατρέλλης γεννήθηκε το 1959 στον Πολυχνίτο Λέσβου. Μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Από το 1989 ζει με την οικογένειά του στη Μυτιλήνη. Έχει εκδώσει το 2011 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το μυθιστόρημα: Το τραγούδι του κούκου. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα το μυθιστόρημα: Είμαστε ακόμα εδώ.

Ακολουθήστε μας

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Πιστεύουμε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως πιστεύουμε λάθος. Διότι η κοίτη διατηρείται αμετακίνητη, πάντα, σταθερή. Όπως τα λόγια που με αγάπη ειπώθηκαν. Όπως οι αναμνήσεις, όσο παλιές και να ήταν. Άλλωστε, το βάθος, το πλάτος, το μήκος, η θερμοκρασία των νερών,...

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Σάπιο πράμα

Σάπιο πράμα

Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη του 1943 ο Ντίνος Δρίτσας ο τελωνειακός,δεν κοιμήθηκε...η Σουηδέζατου Ερυθρού σταυρού ήταν μεγάλο μούτρο,όμως έπρεπε να μάθει τι είχε μέσα το σεντούκι με ταγερμανικά γράμματα,που ξεφόρτωσε το πλοίο με το σιτάρι...Σηκώθηκε μεσάνυχτα και...

10 σχόλια

10 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Ναι η ζωή είναι ωραία, η φύση, η θάλασσα….. ναι είναι ωραία που μας δίνεται η δυνατότητα να διαβάζουμε όμορφες ιστορίες σαν και τη δική σας και να ταξιδεύουμε με αυτές!!Συγχαρητήρια!!

    Απάντηση
  2. Δημήτρης Γιατρέλλης

    Ευχαριστώ πολύ Άννα!

    Απάντηση
  3. Maria Xiou

    Ανθρώπινο… μέσα στη καθημερινότητά μας… Ναι η ζωή είναι όμορφη, αψεγάδιαστη… σαν αυτά που μας διηγήσαι…!!!

    Απάντηση
    • Δημήτρης Γιατρέλλης

      Σε ευχαριστώ Μαρία!

      Απάντηση
  4. Στράτος Δουκάκης

    Δημήτρη, θαυμάζω το γράψιμό σου! Κι εγώ, να σου πω την αλήθεια “δεν έχω καταλάβει τι πράγμα είναι η ζωή. Είναι λίγη; Είναι αρκετή;”…

    Απάντηση
    • Δημήτρης Γιατρέλλης

      Στράτο, δεν μπορεί, κάποτε θα το καταλάβουμε. Καλά να είσαι!

      Απάντηση
  5. Μαρία

    Πολύ όμορφο….Μπράβο!!

    Απάντηση
    • Δημήτρης Γιατρέλλης

      Ευχαριστώ Μαρία!

      Απάντηση
  6. Καλλιόπη Δημητροπούλου

    ΄Αισιόδοξο,νοσταλγικό,ρομαντικό! εύγε!!!

    Απάντηση
  7. Δημήτρης Γιατρέλλης

    Σε ευχαριστώ Καλλιόπη!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *