Γράμματα στις κόρες μου, της Ελίζαμπεθ Νομπλ

Γράμματα στις κόρες μου, της Ελίζαμπεθ Νομπλ

grammata stis kores moyΗ Μπάρμπαρα πεθαίνει από καρκίνο νεότατη, γύρω στα εξήντα, αφήνοντας πίσω της τον δεύτερο σύζυγό της, Μαρκ, και τις τέσσερις κόρες της Αμάντα, Λίζα, Χάνα και Τζένιφερ. Έχει ετοιμάσει τέσσερα γράμματα για να παραδοθούν στα παιδιά της και ένα ημερολόγιο, στο οποίο τους περιγράφει διάφορα περιστατικά και τους δείχνει πολλά χαρακτηριστικά της. Θα βρουν τα κορίτσια τον δρόμο τους και θα ζήσουν καλά και σωστά μόνες τους; Η μάνα είναι πανταχού παρούσα αλλά χωρίς τη φυσική της παρουσία τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα ή χειρότερα; Πόσο καλά έχει προετοιμάσει το έδαφος της ωρίμανσης η Μπάρμπαρα;

Ένα συγκινητικό, κοινωνικό αριστούργημα, τόσο αληθινό και ρεαλιστικό που δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, ούτε να σταματήσω να δακρύζω ή να γελάω εναλλάξ. Σπάνια έχω ταυτιστεί τόσο έντονα με χαρακτήρες μυθιστορήματος και πραγματικά άφηνα τα πάντα στην άκρη ώστε να επιστρέψω στο γνώριμο, μυρωδάτο περιβάλλον της οικογένειας της Μπάρμπαρα. Από γυναίκα σε γυναίκες και όχι μόνο, το κείμενο έχει ανατροπές, δράση και αντίδραση, εξελίξεις απρόσμενες, υπέροχα σκιαγραφημένους πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, προσεκτικά διαλεγμένες καθημερινές σκηνές που σίγουρα θα θυμίσουν σε όλους τους αναγνώστες κάτι δικό τους και πολλά διαχρονικά και σημαντικά μηνύματα. Χωρίς να τραβάει την πλοκή στα άκρα, χωρίς να διαποτίζεται από πολύ συγκίνηση, κάτι που θα ευτέλιζε την πανέμορφη ιστορία, το κείμενο ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στο κοινωνικό και το ρομαντικό, χωρίς να βάφεται πολύ ροζ, ούτε να αφηγείται παρατραβηγμένα περιστατικά.

Η Λίζα είναι 35 χρονών και αποφεύγει τις ευθύνες μιας σχέσης. Ο Άντι της έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη ακόμη το σκέφτεται ενώ η κόρη του από τον πρώτο γάμο, Σίσι, πηγαινοέρχεται στα πόδια τους, μεγαλωμένη από μια γυναίκα που κοιτάει κυρίως τη ζωή της. Γιατί η Λίζα έκανε μια απονενοημένη κίνηση; Θα έρθει αντιμέτωπη ποτέ με τις συνέπειες αυτής της παράλογης πράξης; Τελικά ποια είναι τα πραγματικά της αισθήματα απέναντι στον άντρα που τη θέλει για γυναίκα του;

Η Τζένιφερ έχει παγιδευτεί στον γάμο της με τον Στέφαν. Πνίγεται, στριμώχνεται, δεν ξέρει τι της φταίει. Νιώθει ότι δε θέλει παιδιά αλά δεν έχει καταλάβει αν δε θέλει γενικά ή αν δε θέλει με τον Στέφαν. Κι αν ισχύει το δεύτερο, γιατί; Φταίει που την πιέζει ο Στέφαν πάνω σε αυτό, αρκετά εγωιστικά ομολογουμένως; Ή κάτι δεν της κολλάει στον χαρακτήρα του; Γιατί θεωρεί τον εαυτό της ρίψασπι της ζωής; Τι θα κάνει τελικά; Πόσο κατακριτέο είναι στη σημερινή εποχή να μη θες να αποκτήσεις παιδιά με τον σύντροφό σου, έναν άντρα που σε καλύπτει σχεδόν απόλυτα σε όλα όσα συνιστούν την καθημερινότητά σου;

Η Αμάντα είναι ένα κορίτσι που μεγάλωσε όσο μπορούσε μακριά από την οικογενειακή εστία και έχασε τις τελευταίες μέρες της μητέρας της, ένα βάρος που το ένιωσε περισσότερο όταν επέστρεψε για την κηδεία. Γιατί αυτό το κορίτσι δημιούργησε απόσταση ανάμεσα στον εαυτό της και τους δικούς της; Τι σκέφτεται; Τι της συμβαίνει; Θα συνεχίσει να ταξιδεύει ανά τον κόσμο ή θα βρει κάτι που θα την κρατήσει επιτέλους κοντά στην οικογένειά της και ίσως δίπλα στα προβλήματά της, από τα οποία θα σταματήσει να δραπετεύει; Πόσο έτοιμη είναι να μάθει ένα μυστικό που θα της αλλάξει για πάντα τη ζωή;

Η μικρότερη, η Χάνα, κόρη της Μπάρμπαρα και του Μαρκ, είναι ένα κορίτσι 16 χρονών, με τον δικό της συναισθηματικό κόσμο, τα δικά της προβλήματα, που μεγαλώνει με τον Μαρκ, έναν άντρα που αγωνίζεται να σταθεί αντάξια πλάι της και να καλύψει όσο μπορεί τα συναισθηματικά κενά της. Θα τα καταφέρουν; Πόσο αρμονική είναι μια τέτοια συμβίωση; Θα οδηγηθούν ποτέ στα άκρα οι σχέσεις τους;

Η Μπάρμπαρα, μια γυναίκα που αγάπησε δύο άντρες στη ζωή της, μια μάνα που μεγάλωσε ολομόναχη τρεις κόρες και ρίσκαρε όταν γνώρισε τον Μαρκ να ξαναμείνει έγκυος μετά τα σαράντα της. Μια μητέρα που φρόντισε όσο μπορούσε τα παιδιά της, χωρίς να τα διαχωρίζει στην καρδιά της, που αγωνιζόταν να κρατήσει τις ισορροπίες σε ένα πολυμελές σπίτι και τώρα το μόνο που έμεινε από κείνη είναι συμβουλές, νουθεσίες και αναμνήσεις. Νομίζετε ότι η Μπάρμπαρα είναι μια γλυκανάλατη, άψογη, συνηθισμένη μαμά; Κι όμως, στο ημερολόγιό της ξεδιπλώνονται όλοι οι φόβοι, οι ανασφάλειες και τα τραγικά λάθη που έχει κάνει στη ζωή της, λάθη των οποίων τις συνέπειες φοβήθηκε να υποστεί, γι’ αυτό τις καταγράφει απρόσωπα και ψυχρά σε ένα άσπρο χαρτί, χωρίς να δίνει το δικαίωμα στις κόρες της να την αντιμετωπίσουν και να συζητήσουν για αυτά από κοντά. Μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, πιο ανθρώπινη από κάθε άλλον χαρακτήρα που έχω συναντήσει.

Στο κείμενο λοιπόν αναλύονται οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών, οι σχέσεις των αδελφών με τους άντρες, οι σχέσεις Μπάρμπαρα και Μαρκ απέναντι στα παιδιά τους και τανάπαλιν, οι σχέσεις της Μπάρμπαρα με τους άντρες της και την ασθένειά της και όλα κλείνουν αρμονικά και αισιόδοξα, σε ένα τέλος που απλώς ολοκληρώνει αίσια την ιστορία, χωρίς κάτι ιδιαίτερο, ήταν όμως τόσα πολλά και τόσο έντονα τα αισθήματα που αποκόμισα διαβάζοντάς το που δε με ενόχλησε ιδιαίτερα.

Πολυεπίπεδο, ανθρώπινο, συγκινητικό (όχι μελό), τρυφερό (όχι πολύ ρομαντικό), πολύπλευρο, ψαγμένο, άμεσο, καίριο, αληθινό, γνήσιο, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω. Η γραφή και οι λύσεις που εμφανίζονται ίσως θεωρηθούν κλισέ και καθόλου πρωτότυπες, όμως το ύφος και η ροή της πλοκής με κέρδισαν. Το αγάπησα και θα το θυμάμαι πάντα!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Εσείς οι τέσσερις δεν υπάρχετε για να ζήσετε τα όνειρά μου στη θέση μου. Εγώ είχα τα δικά μου όνειρα και μερικά από αυτά εκπληρώθηκαν, ενώ άλλα όχι. Όμως, ήταν δικά μου όνειρα. Εσείς έχετε τα δικά σας. Κάντε όνειρα, φροντίστε τα και ποτέ μην τα εγκαταλείψετε. Κάντε κάτι που αγαπάτε» (σελ. 82).

«Εγώ λοιπόν θα σας πω πως είναι οδυνηρό και είναι αναξιοπρεπές [η γέννα]. Σας προειδοποιώ για να είστε προετοιμασμένες. Αν σας προσφέρουν παυσίπονα πάρτε τα…. Ελέγξτε την περιφέρεια του κεφαλιού κάποιου άντρα, πριν συμφωνήσετε να κάνετε παιδιά μαζί του. Μην πιστεύετε καμιά από αυτές τις ανοησίες σχετικά με μεγάλα χέρια και μεγάλα πόδια. Το θέμα είναι το μεγάλο κρανίο. Θα με ευγνωμονείτε. Αν μπορείτε, να μείνετε ξαπλωμένες και τους εννέα μήνες της εγκυμοσύνης, γιατί θα είστε τυχερές αν τους επόμενους εννέα μήνες καταφέρετε να ξαπλώσετε έστω και μια στιγμή» (σελ. 246).

«Ήταν σαν κάθε φορά να απομακρυνόμασταν λίγο περισσότερο ο ένας από τον άλλο, σαν ο καθε τσακωμός να πρόσθετε ένα εκατοστό στην απόσταση μεταξύ μας. Στο τέλος, δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε εκεί όπου ήμασταν πριν…Να μην το κάνετε ποτέ αυτό, εντάξει; Μην πέσετε για ύπνο με το σύντροφό σας προτού συμφιλιωθείτε» (σελ. 279).

«Απεχθάνομαι να ακούω γυναίκες να λένε πως οι κόρες τους είναι οι καλύτερες φίλες τους. Αυτό μου φαίνεται τόσο ασφυκτικό. Δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι οι μητέρες με τις κόρες τους. Εγώ ήμουν πάντοτε μαμά, πάντοτε σε επιφυλακή. Όμως αυτό δε μας απέτρεψε από το να διασκεδάζουμε» (σελ. 297).

«Όταν δεν μιλάς πολύ, δεν χρειάζεται και να παραδεχτείς πως κάτι πάει λάθος. Αν κανένας τους δεν σχολίαζε το χάσμα που όλο και μεγάλωνε ανάμεσά τους, τότε θα μπορούσαν να προσποιούνται επ’ άπειρον πως δεν υπάρχει» (σελ. 397).

«Νομίζω πως η μητρότητα είναι η απόλυτη ανιδιοτέλεια» (σελ. 494).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος