
γράφει η Παναγιώτα Μπαϊράμη
Το βιβλίο «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, μια συλλογή με οκτώ διηγήματα και μία παραλογή αποτελεί μια πρωτότυπη λογοτεχνική προσέγγιση της ανθρώπινης φύσης και των ανθρώπινων σχέσεων, όπως διαμορφώνονται αφενός στα πλαίσια ενός αυστηρού εθιμικού περί δικαίου κώδικα μιας κλειστής κοινωνίας και αφετέρου από τα ανεξίτηλα βιώματα της συμμετοχής σε έναν πόλεμο. Οι ήρωες των διηγημάτων, απλοί στρατιώτες στο μικρασιατικό μέτωπο, με κοινή καταγωγή από τα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας, αφηγούνται μια ιστορία προσωπική ή όχι με ιστορικό φόντο τη Μικρασιατική εκστρατεία, από την οποία έχουν επιστρέψει ζωντανοί, αλλά αναπότρεπτα αλλαγμένοι («ξεμάθαμε να’ μαστε άνθρωποι»). Αν και η αφήγηση δεν εκτυλίσσεται στο πεδίο της μάχης, η τραχύτητα, η αγριότητα, η βαναυσότητα, η διάπραξη ανομολόγητων πράξεων, ο κυνισμός, η ανθρώπινη εξαχρείωση και αποκτήνωση σε καιρό πολέμου είναι πανταχού παρούσες δικαιολογώντας (ή λειαίνοντας το έδαφος) για την προσέγγιση της μετέπειτα συμπεριφοράς των μαχητών που συνάδει ή κυρίως αντιτίθεται στην παραδοσιακά –ή και υποκριτικά δομημένη- ηθική πλαισίωση των χωριών της Λοκρίδας. Όποια από τις επιλογές των χαρακτήρων: η σύγκρουση, η υποταγή, η αποχώρηση είναι σχεδόν άρρηκτα συναρτημένη με τη βία και το αίμα.
Η βίαιη αυτή οπτική προοικονομείται ήδη από τον τίτλο. Το γκιακ είναι, στην αρβανίτικη διάλεκτο το αίμα, δεσμός συγγένειας, εκδίκηση για να ξεπλυθεί συγγενικό αίμα που χύθηκε άδικα σύμφωνα με το σώμα κανόνων (Κανούν) εθιμικού δικαίου, που διέπει σχεδόν ως πρόσφατα τη ζωή των αλβανικών και αρβανίτικων κοινοτήτων. Οι τραχείς χαρακτήρες των ηρώων, που ζυμώνονται στα μετόπισθεν και όχι στο μέτωπο αυτό καθεαυτό, εξοικειωμένοι με το αίμα και το θάνατο, δε θα δειλιάσουν να πάρουν εκδίκηση για το κακό που έγινε σε αγαπημένα τους πρόσωπα «πληρώνοντας» το αίμα με αίμα. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ο πόλεμος σφραγίζει ανεξάλειπτα την υπόλοιπη ζωή τους μετατρεπόμενος σε προσωπικές ριπές μνήμης και σπαράγματα συναισθημάτων για τα οποία δεν είναι περήφανοι και τα οποία καλούνται να ενσωματώσουν, στο βαθμό του εφικτού, στα τεκταινόμενα μιας τοπικής καθημερινότητας γεμάτης στεγανά εντός ενός ευρύτερου, ραγδαίως μεταβαλλόμενου, κόσμου. Η νατουραλιστική, προκλητική και συνάμα αναπόφευκτη ή και ηθικά επιβεβλημένη για λόγους επιβίωσης, χρήση της βίας συνιστά λογοτεχνική ιδιαιτερότητα στη συλλογή διηγημάτων του «Γκιακ». Ο Παπαμάρκου καταγράφει με απαράμιλλη ωμότητα τις σκηνές βίας, επιλέγοντας μια ασυνήθιστα τολμηρή, μη μονοδιάστατη και μη εξωραϊσμένη αποτύπωση της εθνικής ιστορικής σελίδας του μικρασιατικού πολέμου.
Η επιλογή αυτή δεν φαίνεται να γίνεται αβασάνιστα, καθώς διακρίνεται, σε λανθάνουσα μορφή, μια τρυφερότητα για τους χαρακτήρες, που συνάμα είναι θύτες και θύματα μιας πραγματικότητας που καθορίζεται από γεγονότα μεγαλύτερα από τους ίδιους, αλλά και ένας βαθύτερος προβληματισμός για το ηθικό περιεχόμενο του κώδικα τιμής που υιοθετείται από κλειστές κοινωνίες. Το τελευταίο αναδύεται κυρίως με το διήγημα «Νόκερ», που, αν και το έσχατο της συλλογής, αποτελεί την απαραίτητη αντίστιξη, μια ερμηνευτική δικλείδα για την αναγνωστική πρόσληψη και των προηγούμενων διηγημάτων. Ο Αργύρης, ο νόκερ, επιλέγει τη συνειδητή απομάκρυνση από το χωριό του και τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αμερική, όταν συνειδητοποιεί την ανηλεή και στα όρια του φαρισαϊσμού στάση των συγχωριανών του σε σχέση με την αναγκαιότητα των βίαιων πράξεών του στον αγώνα επιβίωσης στη Μικρά Ασία. Η παραδοχή του «Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο» ισοδυναμεί με έρεισμα μιας διαφορετικής αναγνωστικής προσέγγισης των υπόλοιπων διηγημάτων της συλλογής. Αν το ένστικτο της επιβίωσης, κυρίαρχο στην πολεμική πρακτική, ηθικοποιεί –ως ένα τουλάχιστον βαθμό-την εξαχρείωση και τις ποταπές πράξεις του ανθρώπου για τις οποίες επιδιώκει διακαώς δικαίωση και κάθαρση, η ενσυνείδητη ισχύς των δεσμών αίματος του εθιμικού δικαίου εμφανίζεται ανίσχυρη να την αποδώσει.
Ερμηνευτική δικλείδα προσφέρει και το πολύστιχο αφηγηματικό τραγούδι, μια παραλογή, που, εκτεινόμενη σε 280 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, εντάσσεται λειτουργικά ακριβώς στο μέσο της αφηγηματικής ροής των οκτώ σύντομων λογοτεχνικών επεισοδίων. Ο Παπαμάρκου αξιοποιώντας δύο αφηγηματικά προφίλ (εγγονός, παππούς) μεταβαίνει ελκυστικά από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη και επανέρχεται στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναπτύσσοντας κλιμακωτά με στοιχεία έντονης δραματικότητας και πυκνότητας τη συνάντηση της χήρας με τον Χάρο, φονιά του άντρα της, τη μεταξύ τους συνδιαλλαγή, τον όρκο, την κορύφωση και τη λύση. Η γοργή ροή και εξέλιξη του μύθου συζευγνύοντας έντονα παραμυθιακά, εξωλογικά ή και συμβολικά στοιχεία, προσφέρει την απαιτούμενη αντίστιξη στη ρεαλιστικά αποτυπωμένη οδυνηρή καθημερινότητα των χαρακτήρων. Από την άλλη, η λογοτεχνική συμβολή του αρχέγονου ή και του τραγικού συνειρμικά παραπέμπει στον τραγικά ιδωμένο βίο των ηρώων που αναζητούν εκείνο το λυτρωτικό μέσο που, όπως στην ολοκλήρωση της παραλογής, θα άρει τις σκοτεινές δυνάμεις που ταλανίζουν τη μνήμη και την καρδιά τους.
Αυτή τη βαθιά προσδοκία εξιλέωσης εκμυστηρεύονται οι αφηγητές των διηγημάτων, που όλοι τους είναι άντρες, πρωτοπρόσωπα, μια επιλογή που οικοδομεί την αναγνωστική αμεσότητα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον επικουρείται και από το συγγραφικό τέχνασμα της απεύθυνσης σε ένα πρόσωπο, με το οποίο πραγματώνεται ένας ιδιότυπος διάλογος, εφόσον, κατά τη διάρκειά του, ο συνομιλητής ακούει σιωπηλά, χωρίς την παραμικρή παρέμβαση, εν είδει εξομολόγου, ενώ έντεχνα απουσιάζει όποια νύξη για την ιδιότητά του, η οποία αποκαλύπτεται ανατρεπτικά στο κλείσιμο του διηγήματος. Ο βαθμός πρωτοτυπίας ενισχύεται από τις δονήσεις μιας άκρατης προφορικότητας και την εκφορά μιας γλώσσας φυσικής, λαϊκής με ιδιωματισμούς και στοιχεία της αρβανίτικης διαλέκτου, καθόλα εναρμονισμένης με την τραχύτητα της κουλτούρας των ηρώων και του ανομολόγητα κυνικού περιεχομένου των αφηγήσεων τους. Η πλοκή των τελευταίων ρέει αβίαστα και ατμοσφαιρικά, αλλά συνάμα υποβάλει καταιγιστικά τον αναγνώστη/στρια σε μια επίπονη διαδικασία ενδοσκόπησης περί ιστορικής αλήθειας, αυτοπροσδιορισμού της ανθρώπινης ύπαρξης εντός της κοινότητας, του έθνους, των συγκυριών.
Εν κατακλείδι, τα κείμενα του Παπαμάρκου, οκτώ διηγήματα και μια παραλογή, λογοτεχνικά συμπαγή και αναγνωστικά προκλητικά, αγγίζουν με προσωπικό ύφος και ιδιαίτερη οπτική την ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα αφήνοντας ειλικρινώς να αναδυθούν τραχιές και συνάμα τραγικές πτυχές της ανθρώπινης μοίρας.
.






0 Σχόλια