δοκίμιο (ποιητική), «ανάλυση της ανθρώπινης μειονεξίας»

δοκίμιο (ποιητική), «ανάλυση της ανθρώπινης μειονεξίας»

Ελευθερία Μπέλμπα

δοκίμιο (ποιητική)

                                                                                                     

ανάλυση της ανθρώπινης μειονεξίας

Η πραγμάτευση της ανθρώπινης μειονεξίας είναι κοινή αφόρμηση στην ποίηση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο λόγος επιδίδεται στην εσωτερική αναζήτηση του βάθους και των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Κάποτε βέβαια η ενδοσκόπηση ταυτίζεται με την απόπειρα αυτοσυνειδησίας και απολήγει δυσχερής, ώστε προκαλεί με τον αυτοέλεγχο τον αυτοϋποβιβασμό, την επίγνωση της ανεπάρκειας, ακόμα και την αυτοαναίρεση.

Το κλίμα της αυτοκριτικής που αγγίζει τα όρια της αυτοαναίρεσης είναι σαφές στο ποίημα «πάλι μεθυσμένος είσαι» του Κώστα Βάρναλη. Το κεντρικό πρόσωπο νιώθει μέσα στις τύψεις ταπεινωμένος από τη ζωή του, βαθιά απογοητευμένος από τον εαυτό του.

Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.

Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς

μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.

«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»

«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»

Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.

Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.

Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας – ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-

ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά…

Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.

Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;

Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!

Η εξάρτηση από το αλκοόλ υποκινεί τη διαδικασία αυτοελέγχου μέσα από τον ευθύ λόγο και τις ρητορικές ερωτήσεις, δηλωτικές των ψυχολογικών παραμέτρων («τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;»). Μιλά αυτός που δεν μπορεί να περιορίσει την κακή συνήθεια, ξενυχτώντας τα βράδια, μεθώντας, τριγυρίζοντας ανάμεσα στα τραπέζια στις ταβέρνες. Σε β ενικό πρόσωπο κατατίθεται η δυσαρέσκεια για τις επιλογές του, εφόσον πασχίζει να κρύψει την κατάσταση μέθης του. Η αιδώς του, που αποδίδεται με υποθετικό λόγο του πραγματικού στο παρελθόν («κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς»), οφείλεται στο ότι τον περιπαίζουν, ώστε προσπαθεί να κρυφτεί. Η οριοθέτηση του χώρου εφαρμόζεται με έμφαση στα ονοματικά σύνολα συνοπτικά («μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι», «ποτήρι», «ἐλιά», «τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά»), επαναλήψεις («σοὔδινε»), λαϊκές μεταφορές («πέρασες γραμμὴ», «ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες»).

Στον παρελθόν της νεότητάς του ο αφηγητής είχε φιλοδοξίες, όνειρα να οικοδομήσει μια άξια ζωή. Ωστόσο δεν πέτυχε τους ευγενείς στόχους και οδηγήθηκε στην ηθική πτώση. Με την πάροδο του χρόνου ο εθισμός στο αλκοόλ σταθεροποιήθηκε, χωρίς ελπίδα διαφυγής μελλοντικά. Βυθίζεται στη δυστυχία, χωρίς διέξοδο.

Συγχρόνως εξηγείται η κατάσταση του ανθρώπου που έχει μειωμένες αντιστάσεις, χωρίς ισχυρή βούληση να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, να απεξαρτηθεί. Ενδεχομένως και ο αυξημένος πόνος, τα βάσανα και η εσωτερική ανησυχία, που δεν αναλώνεται σε κάποιο δημιουργικό εγχείρημα, διαιωνίζει το ψυχικό τέλμα («ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ»). Επίσης σημειώνεται ότι ενδεχομένως στη νεότητά του κάποια ανατροπή να προκάλεσε την κατάντια του, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Με δεδομένο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι πηγές του εθισμού των ατόμων που έφτασαν στην ολοκληρωτική κατάπτωση θεωρούνται η κακοδαιμονία, οι πόλεμοι, κακουχίες, η φτώχια, αδικία, πολιτική κρίση.

Επιπλέον είναι σαφής ο σαρκασμός και προς τους άλλους για τον ξεπεσμό των αξιών και την υποκρισία. Με οπλισμό την κριτική αποτίμηση του κοινωνικού ιστού και μια ρεαλιστική οπτική, απορρίπτει την ωραιοποίηση των πραγμάτων. Η δημοτική γλώσσα, πλησίον της προφορικής ομιλίας, ενισχύει το ρεαλιστικό ύφος, μολονότι έχει έμμετρη μορφή[1].

Ενδεικτικά η προσφώνηση, οι ερωτήσεις και απαντήσεις συνιστούν την τεχνική γραφής ζωντανών παραστάσεων με λαϊκότροπο στιλ («-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»/«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»). Η περιγραφή της κίνησης στο χώρο εκφράζει με λιτότητα τις συνθήκες. Αναδρομικά στη διάρκεια της νύχτας («δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός») και με χρονική επιτάχυνση («χρόνος μπρός, χρόνια μετά») σηματοδοτούνται η απελπισία, το έρεβος, η εξαθλίωση. Το κλίμα της μονοτονίας υπογραμμίζεται με επιρρηματικές εκφράσεις («πάλι», «γραμμή», «χτες», «σήμερα», «ίδια κι όμοια») και τον παρατατικό της διάρκειας στο παρελθόν («τρέμαν», «ἐκρατιόσουνα», «δὲν ἔνιωθες», «ἐγλυκογέλας»). Το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής «Σκλάβοι πολιορκημένοι», όπου ανήκει το κείμενο, αναδεικνύει και την προσωπική περιπέτεια του γράφοντος, της υποτίμησης της αξίας του, των διώξεων που υπέστη. Ωστόσο ποτέ ο Βάρναλης δε μορφοποίησε την ηττοπάθεια, την παραίτηση, αλλά κατήγγειλε την ιδεολογική έκπτωση της εποχής του, απομυθοποίησε ιδανικές συγκυρίες ως πνευματικός άνθρωπος, διαφώτισε και ενδυνάμωσε με την πένα του τις συνειδήσεις.

Μια ανάγκη αυτεπίγνωσης εξυφαίνεται και στο απόσπασμα (στ.102-134) από τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου με επίμονη επαναφορά στην ατμόσφαιρα του σπιτιού («τούτο το σπίτι») που αισθητοποιεί το ψυχικό κενό.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.102

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ 105

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.

Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.110

Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να ζει απ’ τους νεκρούς του115
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του

και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,

είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,120

κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.

Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα,

– ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –

κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,125

πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,

διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,

το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή

παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο

σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;130

όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,

αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.134

Στην αφήγηση τη γηραιάς κυρίας σκιαγραφείται το σπίτι, όπου είναι κλεισμένη πεισματικά, προσωποποιημένο να μην ανέχεται την παρουσία της ούτε η ίδια να το υπομένει («δε με σηκώνει»/ «δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου»). Δεσπόζει η αυτοαναφορικότητα στην ομιλία της με αποδέκτη το νεαρό σιωπηλό άντρα με τη χρήση β ενικού προσώπου, την ανακύκλωση ρηματικών τύπων («να προσέχεις», «να στεριώνεις», «μην πέσουν, μην πέσεις») ή συνώνυμων («να βάζεις τον ώμο σου»). Τα συγκεκριμένα ουσιαστικά («τον τοίχο», «το μεγάλο μπουφέ», «το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι», «το τραπέζι», «τις καρέκλες», «το δοκάρι», «το πιάνο») οικοδομούν την εικόνα της κατάρρευσης του εσωτερικού της οικίας που αντιστοιχεί στην καταρράκωση της γυναίκας.

Η δεοντολογία («πρέπει») έχει αντίκτυπο στις αναγκαίες επιλογές της, αλλά και στην καθολική λογική της επιβίωσης στον εσωτερικό χώρο. Η διαλογική χροιά προσδίδει μια εσωτερικότητα, πράγμα καθόλου αντιφατικό, διότι πουθενά δεν κατανοείται η ξεχωριστή προσωπικότητα του άντρα παρά μόνο στο βασικό προτρεπτικό κλισέ («άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου»). Ο λυρισμός εξαρτάται από τις μεταφορικές διατυπώσεις («το δοκάρι που κρέμασε»). Η παρομοίωση εισάγει στο θέμα του θανάτου με αφετηρία τη φθορά και απόληξη την αναμονή του τελειωτικού χάσματος («σα μαύρο φέρετρο»). Η ψυχική διάθεση καταλυτική προβάλλεται με το φόβο των εθών της καθημερινότητας («δεν τολμάς») και το υπαρξιακό δείγμα («δεν αντέχω»). Άλλωστε η συμβίωση με τους νεκρούς φαίνεται επιβεβλημένη από τη θανατερή ατμόσφαιρα του σπιτιού («δεν εννοεί να πεθάνει», «να ζει με τους νεκρούς του», «βεβαιότητα του θανάτου του») εντοπισμένη στα πράγματα («σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια»).

Πολύ παραστατικό νυχτερινό στιγμιότυπο η κίνηση της γυναίκας («όσο σιγά κι αν περπατήσω») γίνεται έναυσμα ενδοσκόπησης καταρχήν μέσα από την αντίθεση ήχος-μη ήχος («είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη»)· το βάδισμα στους χώρους του οίκου δεν αποτρέπει το άκουσμα θορύβων άγνωστης προέλευσης («ένα τζάμι», «κάποιος καθρέφτης,/κάποια βήματα»). Η επιλογή ρημάτων επιτείνει την αγωνία για την έκβαση της ηχητικής αναζήτησης («θα τρίξει», «ραγίζει») που πιθανόν δεν έχει αντίκτυπο στον εξωτερικό χώρο («στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται»).

Η ορμή της συνείδησης περατώνεται με την προσωποποίηση της μετανόησης για τις ανεπίστροφες επιλογές της («ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα»). Διπλή και η σημασία του καθρέφτη που αφενός ραγισμένος θεωρείται σημάδι κακοτυχίας για τις λαϊκές δοξασίες («κάποιος καθρέφτης (ραγίζει)»), αφετέρου γίνεται σύμβολο της αυτοαναγνώρισης («αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη»). Το «πρόσωπο» επαναλαμβάνεται με επιθετικούς προσδιορισμούς που δηλώνουν αντιθέσεις του χαρακτήρα της γυναίκας («πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο», «καθάριο κι αδιαίρετο»). Μέσω της ανάληψης ομολογεί ότι πάσχιζε να επιτύχει την ηθική τελείωση άλλοτε («που άλλο δε ζήτησες στη ζωή»).

Ωστόσο η αυτοκαταστροφικότητα, έστω και ως πρόθεση, παρελαύνει σταδιακά με φράσεις αλληγορικές, φερ’ ειπείν παρατίθεται η λαϊκή μεταφορά («τα χείλη του ποτηριού»), η παρομοίωση («σαν κυκλικό ξυράφι»). Το επαναλαμβανόμενο ερώτημα εις εαυτόν («πώς να το φέρω στα χείλη μου;/πώς να το φέρω;») αποδεικνύει τη διάθεση να αποφύγει τον ηθελημένο θάνατο. Κατόπιν επεξηγεί τις λεκτικές συνήθειές της στον νέο, πράγμα που συνάπτεται με τη λογοτεχνική της ιδιότητα («βλέπεις;/έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις») και κατ’ επέκταση είναι αντίδοτο στο θάνατο («με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω»), επισφραγίζοντας τη συνέχεια της ζωής.

Μια προσέγγιση της αυτοαναίρεσης στα πλαίσια του αλληγορικού ρεαλισμού σηματοδοτείται στο κείμενο του Κωνσταντίνου Ποζουκίδη, «Και τώρα χαμογελάμε».

Με πρωτοστάτες τα ίδια μου τα χέρια

Που δέχτηκαν την εκτέλεση σαν αυτοκτονία

Προσπαθούσα να πλάσω

Συμβολικά

Τα πεσμένα μου μάγουλα

Αναζητώντας την εύκολη λύση σε χημικά παραισθησιο-

γόνα

Και ληγμένα δακρυγόνα

Που μάτωναν αυθόρμητα τη μύτη

Με φάτσα τόσο ξύλινη

Όσο και το χαρτί

Κι άσπρη σαν πυρετός

Προσπαθούσα

Έστω και ψεύτικα

Και ζωγραφιστά

Με την αθωότητα του αυτιστικού

Και τη στημένη μουσική

Μιας άφωνης TV

Ώσπου δεν άντεξαν

Τα ίδια μου τα χέρια

Με έπιασαν

Με έδεσαν

Και μου χάραξαν τα χείλια

Στο ύψος του αυτιού

Χαϊδεύοντάς με σαδιστικά

-Χαμογέλα τώρα ρε μαλάκα

Χαμογέλα

Μάλιστα δεσπόζει το μοτίβο της ανάγκης ανάληψης ρόλων προφανώς στο κλίμα της κοινωνικής σύμβασης που υποβόσκει πίσω από την περιγραφή της ανοικοδόμησης εαυτού. Στο παράδοξο σκηνικό του χειρισμού του θανάτου του ο αφηγητής ξετυλίγει το εγχείρημα να τοποθετήσει το σώμα σε «ζωντανή» στάση, αρτιμελές.

Παρασιωπούνται οι συνθήκες θανάτου, εμπλέκεται η «εκτέλεση» με την «αυτοκτονία», ως πράξη αποδεκτή από τη συνείδηση που συμβολίζεται με τα χέρια («πρωτοστάτες τα ίδια μου τα χέρια»/«δέχτηκαν») χωρίς συναισθηματική φόρτιση. Αναδεικνύεται το προσωπικό στοιχείο με τη χρήση πρωτοπρόσωπης αφήγησης με την προσωπική και την επαναληπτική αντωνυμία («τα ίδια μου τα χέρια»), ώστε καθορίζεται η επέμβαση των χεριών στη διαδικασία ανάπλασης μετά θάνατον. Η αμφισημία σχετίζεται με τη χρήση «παραισθησιογόνων» και «δακρυγόνων» ως αίτιο κατάρρευσης ή για επανόρθωση.

Το σατιρικό σχήμα εξασφαλίζεται με το χιαστό («χημικά», «παραισθησιογόνα»-«ληγμένα», «δακρυγόνα») και το ονοματικό μέρος («εύκολη λύση») που εισάγει στην τακτική αναζωογόνησης. Η επικέντρωση στο πρόσωπο τεκμηριώνει με μεγαλύτερη σαφήνεια το θανατερό «λευκό», το πλαστό με παρομοιώσεις∙ συγκρίνεται η ανέκφραστη φάτσα με το χαρτί («τόσο ξύλινη/όσο και το χαρτί») και η λευκότητα με τον πυρετό («άσπρη σαν πυρετός»). Η καλυμμένη ωμότητα διανθίζεται από την χρωματική αντίθεση κόκκινο-λευκό («μάτωναν»-«άσπρη»), τη φυσική φθορά («μάτωναν αυθόρμητα τη μύτη») και παρακάτω («μου χάραξαν τα χείλια/στο ύψος του αυτιού») με πυρήνα τα μέρη του προσώπου εκδηλώνεται ο συμφυρμός θύτη και θύματος.

Η διεργασία συνίσταται στη σμίλευση των παρειών («τα πεσμένα μου μάγουλα») με επαναφορά της σημασίας της απόπειρας εξακολουθητικά («προσπαθούσα»). Μάλιστα πραγματοποιείται κατά προσέγγιση («συμβολικά»), πλασματικά («ψεύτικα»), επίπλαστα («ζωγραφιστά»), με αποστροφή («χαϊδεύοντάς με σαδιστικά»). Καταλήγει σε μια διεξοδική αφήγηση («με την αθωότητα….TV») της συνεχόμενης πράξης («προσπαθούσα») με έντονο το ειρωνικό ύφος προς εαυτόν που εν τέλει δεν αναβιώνει. Έσχατο είναι το στάδιο της συναρμολόγησης λοιπόν («ώσπου») στιγμιαίας έκτασης («με έπιασαν/με έδεσαν/μου χάραξαν») με τα χέρια που εμψυχώνονται («δεν άντεξαν») σε ευθύ λόγο. Αποκορύφωση του αυτοσαρκασμού είναι ο τελευταίος στίχος, στον οποίο επιβάλλεται το χαμόγελο λόγω αδυναμίας της επανάκτησης εαυτού («χαμογέλα τώρα ρε μαλάκα»).

Η πραγμάτευση του θέματος της αναζήτησης του πραγματικού εαυτού που κρύβουμε μέσα μας εντοπίζεται στο ποίημα «ο άγνωστος» του Κώστα Στεργιόπουλου.

Στα σκοτεινά έγκατά μας

κατοικεί κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,

χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,

με μνήμη πιο παλιά απ’ τον κόσμο, φορτωμένος

με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,

αόρατος μας κυβερνά·

δέχεται απ’ έξω τον αντίχτυπο

και δίνει την απάντηση.

Τα παρελθόντα μάς θυμίζει

και τα μέλλοντα μας προμυνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.

Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,

εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει

κι είν’ έτοιμος ν’ αποδημήσει, αδιαφορώντας

για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.

Η διαδικασία ανακάλυψης του εαυτού διδάσκει ότι αυτός δεν είναι πασιφανής, αλλά κατοικεί στα «σκοτεινά έγκατα» όπου κρατά το νήμα της αφετηρίας της ζωής («το κλειδί της ύπαρξής μας»). Τα επίθετα, επιθετικές μετοχές του προσδίδουν ιδιότητες («χαμένος», «μοναχός», «ανεξιχνίαστος», «φορτωμένος»), όμως βαραίνει περισσότερο το υποσυνείδητο.

Η σημασία της μνήμης, πέραν της προσωπικής εμπειρίας, τονίζει το μεταφυσικό («μνήμη πιο παλιά απ’ τον κόσμο»), ενώ γίνεται φορέας των τύψεων και των κακουχιών που δοκίμασε η ανθρωπότητα, κοινά για όλες τις συνειδήσεις («με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας»). Ενίοτε απογοητευμένος ή περιπαιχτικός ή ευδοκιμήσας, εντούτοις πάντοτε αφανέρωτος («θλιμμένος περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,/αόρατος») κυριαρχεί από τα βάθη. Αφομοιώνει τα εξωτερικά ερεθίσματα, ανταποκρινόμενος στις προκλήσεις του περιβάλλοντος και αντιδρά όπου απαιτείται («απ’ έξω τον αντίχτυπο», «δίνει την απάντηση»). Υπενθυμίζει παρωχημένες εποχές («τα παρελθόντα») με αντίκρισμα και στις μελλοντικές («τα μέλλοντα μας προμυνά»).

Καταπονείται αδιάλειπτα, ακάματος, μέχρι (ενδεικτική η αντίθεση) να ταλαιπωρηθεί πλειστάκις, να αναπαυτεί και να μας εγκαταλείψει («μας αφήνει ανυποψίαστους») σε άχρονο επίπεδο («κάποτε»). Τα ανθρώπινα όνειρα, οι στόχοι, οι επιδιώξεις («εφήμερα επίγεια σχέδια») βρίσκονται στον αντίποδα της ευχέρειάς του να αποδημήσει στο διηνεκές (όλη η μεθόδευση του λόγου στηρίζεται στην προσωποποίηση).

Στο ποίημα παρατηρείται εδραία στοχαστική ακολουθία, με φιλοσοφική προοπτική. Ορατός ο φαινομενικός, ο εξωτερικός, ο υλικός, εκτατός εαυτός μας διεκπεραιώνει τις διαπροσωπικές δοσοληψίες, τον εργασιακό ρόλο, την κοινωνική δράση μας. Η αφήγηση διαπιστώνει ότι μέσα στον άνθρωπο, στη ρίζα του «εγώ», εδρεύει κάποιος άλλος, άυλος και μυστηριώδης, ανεξιχνίαστος, ομιχλώδης που χειρίζεται την ουσία της οντότητας ανεπαίσθητα («μας αφήνει ανυποψίαστους»)· αυτό είναι και το περιεχόμενο του τίτλου του ποιήματος. Στην ανάλυση αυτή υπάρχει επιρροή από την ψυχολογία του βάθους, την ψυχανάλυση, τη μεταφυσική φιλοσοφία (οντολογία). Με το α πληθυντικό πρόσωπο («μας κυβερνά», «μάς θυμίζει», «σχεδιάζουμε») εναγκαλίζεται ο ποιητής τις εκδοχές της ανεπάρκειας της θνητότητας («ανυποψίαστους», «ανίδεοι»).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

٠Στεργιόπουλος, Κ. 1988. Τα ποιήματα 1944-1965. Αθήνα: Νεφέλη

٠Ποζουκίδης, Κ. 2009. Αυτόχειρες σκορπιοί. Θεσσαλονίκη: Σαιξπηρικόν

٠Βάρναλης, Κ. 2014. Άπαντα τα ποιητικά 1904-1975. Αθήνα: Κέδρος

٠Ρίτσος, Γ. 1997. Η σονάτα του σεληνόφωτος. Αθήνα: Κέδρος

[1] χρησιμοποιείται τροχαϊκός δεκαπεντασύλλαβος παροξύτονος στους δύο πρώτους στίχους και στον τρίτο οξύτονος-στον τέταρτο στίχο υπάρχει ιαμβικός ρυθμός

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος