Εγώ, η γυναίκα

Εγώ, η γυναίκα

Woman_alone

Εγώ, λοιπόν, έπρεπε όλα να τα αποδείξω. Εγώ, η γυναίκα. Η κόρη των κάποιων γονιών, που πάσχισαν για μένα όσο μπορούσαν. Άλλοτε πολύ κι άλλοτε λιγότερο. Έπρεπε να τα αποδείξω, όπως όλες οι γυναίκες. Έπρεπε να αποδείξω πως είμαι ικανή, καλή, ηθική, έξυπνη, σκεπτόμενη, ότι νοιάζομαι για τους γονείς μου, για την οικογένεια μου, για όλους. Έπρεπε να αποδείξω τα αυτονόητα. Αυτά που ήθελα να κάνω, αυτά που έπρεπε, κι αυτά που δεν ήθελα. Σκόνταφτα, έπεφτα, σηκωνόμουν, έπρεπε να είμαι όρθια. Γερή, δυνατή, ικανή, καπάτσα -αν θες-, αλλά πολεμίστρια. Πάντα στις επάλξεις του κάστρου της ζωής που το λένε «Πρέπει». Ήθελα-δεν ήθελα. Μπορούσα-δεν μπορούσα. Άντεχα-δεν άντεχα. Μου άρεσε-δεν μου άρεσε.
Και με το χαμόγελο, ε; Μόλις το έχανα, έπρεπε να απολογηθώ.
«Γιατί δεν χαμογελάς; Θυμωμένη είσαι;»
Οι λέξεις κουρασμένη, φοβισμένη, στενοχωρημένη, τους ήταν άγνωστες όταν αφορούσε εμένα. Ήμουν γυναίκα, άρα έπρεπε όλα να τα κάνω καλά. Δεν δικαιούμουν ούτε ένα γλίστρημα, ούτε ένα παραστράτημα απ’ τα δεδομένα.
Πάντα στο μάτι του κυκλώνα. Να παίζω το ίδιο έργο κάθε μέρα, κάθε νύχτα. Τον ίδιο ρόλο συνεχώς. Εκείνον με τα πολλά πρόσωπα. Της εργαζόμενης, της μητέρας, της σκλάβας, της ερωμένης, της νύφης, της συζύγου, της μαγείρισσας, της πλύστρας, της babysitter, της… της… ατελείωτης, ακούραστης, δυνατής. Χωρίς δικαίωμα ούτε καν να πονώ. Δεν έχω δικαίωμα να πονώ. Πονούν άλλοι πιο μπροστά από μένα. Ούτε να κουραστώ. Είναι άλλοι πιο κουρασμένοι από εμένα. Κι ούτε μια καλή κουβέντα. Κι από πάνω: «Είσαι τυχερή. Αν είχες έναν τεμπέλη, έναν χαρτοπαίκτη, έναν μέθυσο;» Δεν πειράζει αν έχω έναν αγνώμονα, άσχετο και αδιάφορο για τον ψυχικό κόσμο των παιδιών του και της γυναίκας του. Έναν Οιδίποδα. Έναν που δεν προσπαθεί να αποδείξει σε κανένα τίποτα, αφού όλα είναι γι’ αυτόν δεδομένα κι αποδεδειγμένα. Που έξω από το κάγκελο είναι ο εαυτός του κι από μέσα ο κουβαλητής, ο σκληρά εργαζόμενος, το καλό παράδειγμα. Δεν πειράζει που είναι μέσα κι έξω ο μεγάλος εραστής. Τι να το κάνεις; Συνεννόηση στο κρεβάτι δε γίνεται. Πρέπει να συζητάς κοιτώντας τον άλλον στα μάτια, να βρίσκεις κοινές λύσεις και μετά να ενεργείς. Όχι να αποφασίζεις και να ανακοινώνεις. Αυτή είναι σχέση αφεντικού-υπαλλήλου. Αφεντικού-σκλάβου. Όχι συζύγων.
Τέλος πάντων… Φτάνεις γυναίκα να λες «αφού δεν έχω κότσια, τι να γίνει; Πόσα χρόνια θα ζήσω; Μετά θα γλυτώσω.»
Κάθεται στο τραπέζι η γυναίκα. Μπροστά της ένα σωρό χαρτιά. Άδεια.
«Θα τα γεμίσω», αποφασίζει. «Με σκέψεις… εξομολόγηση ζωής. Έτσι, για να βγουν από μέσα μου.»
Έχει κλατάρει πια. Σα τη χαλασμένη σαμπρέλα του παλιού της αυτοκινήτου. Περιμένει ξανά το βουλκανιζατέρ.
«Κάτι θα γίνει» λέει με αφέλεια.
Την κοιτάω και μου ’ρχεται να την αρπάξω από τους ώμους, να την ταρακουνήσω. Να τη φωνάξω, να της σπάσω τα τύμπανα.
«Ηλίθια! Σε ποιο βωμό θυσιάζεσαι τόσα χρόνια; Ηλίθια!»
Την ιστορία την ξέρω. Είναι η ιστορία κάθε θηλυκού που είχε την ατυχία να μεγαλώσει με «ηθικές αρχές». Τα «πρέπει» για όλους κορώνα στο κεφάλι της. Κι εκείνη δεν κουνιέται τόσο δα για να μην της πέσει η κορώνα. Αναρωτιέται γιατί οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν.
«Ηλίθια!» της φωνάζω. «Ακόμα κι όταν το καταλαβαίνουν, βολεύονται! Πόσες φορές θα σου το πω; Γιατί δεν εννοείς πια να το καταλάβεις; Κανείς δεν θα σου αποδώσει δάφνες. Ούτε καν μετά θάνατον! Άσε που θα σε πουν και βλάκα. Συγκεντρώσου, ακούς; Με ποιο δικαίωμα δολοφονείς τον εαυτό σου;»
Ουρλιάζω απεγνωσμένα. Κάποια στιγμή γυρίζει προς το μέρος μου. Με βλέμμα απλανές.
«Μίλησες;» με ρωτά.
«Όχι! Ούρλιαξα! Προσπαθώ να σε προσγειώσω. Δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται γύρω σου; Δεν έχεις ψυχή εσύ; Δεν έχεις κότσια;»
«Φυσικά. Δε βλέπεις πόσο κοπιάζω για το καλό των άλλων; Δε βλέπεις πόσο προσπαθώ για να είναι όλοι ευχαριστημένοι;»
«Ψυχή για σένα! Για τον εαυτό σου!»
Με κοιτάει με βλέμμα υπνωτισμένο.
«Φυσικά… Ό,τι κάνω για μένα το κάνω… για την ψυχή μου.»
Τρελαίνομαι. Θα τη σκοτώσω.
«Ποια ψυχή σου; Αυτήν που θα κληρονομήσει τη Βασιλεία των Ουρανών; Και για εδώ τι κάνεις; Για το σώμα σου που το έχεις καταντήσει ερείπιο και που ο Θεός είπε πως πρέπει να το σεβόμαστε για να μπορεί να κατοικήσει μέσα η ψυχή μας ήρεμη και χαρούμενη, τι κάνεις; Για πες μου!»
Σιωπή! Έχει μείνει άφωνη.
Και κάποια στιγμή ξυπνά. Με κοιτάζει. Σκέφτεται.
«Δεν ξέρω» λέει.
«Θεέ μου! Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανόητη; Δεν σου μίλησε ποτέ κανείς για δικαιώματα; Για απαιτήσεις; Για ικανοποίηση του εγώ;»
Της τα ρωτάω όλα με τη σειρά.
«Πώς, πώς» απαντάει. «Αλλά δεν έχω κότσια. Ποια είμαι εγώ που θα απαιτήσω; Πώς μπορώ να έχω δικαιώματα; Τι έχω φέρει μαζί μου; Μια ξερή γυναίκα ήρθα.»
«Κι αυτά που δημιούργησες;»
«Δεν ξέρω… Αυτά είναι μετά.»
«Και λοιπόν; Δεν μετρούν αυτά; Είναι δικά σου δημιουργήματα. Έχεις αντιληφθεί πόσο ικανή είσαι;»

Θέλω να βρω έναν τρόπο να της μάθω να απαιτεί πρώτα από τον εαυτό της και μετά από τους άλλους. Υπολογίζω πως το πρώτο βήμα πρέπει να είναι να μάθει να αγαπά τον εαυτό της.
«Τι τα θέλεις αυτά τα χαρτιά;» τη ρωτάω.
«Θέλω να γράψω.»
«Ψώνια;»
«Όχι, σκέψεις.»
«Τι σκέψεις;»
«Δεν ξέρω…»
«Θέλεις να αδειάσεις το μυαλό σου και δεν ξέρεις πώς να ξεκινήσεις;»
«Ακριβώς.»
«Να βοηθήσω;»
«Μπορείς;»
«Αν σου ’λεγα να γράψεις εκατό φορές σ’ αγαπώ;»
«Ποιον;»
«…και στο τέλος εαυτέ μου;»
«Έλα τώρα! Αυτό εννοείται!»
«Είσαι σίγουρη πως μπορείς να γράψεις, να ουρλιάξεις σ’ αγαπώ εαυτέ μου;»
«Θα προσπαθήσω…» διστάζει.
«Πάμε!» την προκαλώ.
«Σ’ αγ…απώ…. Εαυ…τέ μου…» ψελλίζει.
«Πολύ ωραία» την ενθαρρύνω. «Γράφε!»
«Μα εκατό φορές;»
«Και χίλιες, κι ένα εκατομμύριο! Εσύ πρώτα! Εσύ αξίζεις πιο πολύ! Εσύ πάνω απ’ όλους!»
«Δε γίνεται.»
«Φυσικά και γίνεται. Αν δεν αγαπάς τον εαυτό σου, ούτε οι άλλοι σ’ αγαπούν, ούτε σε υπολογίζουν.»
Παίρνει το μολύβι. Γράφει… γράφει… Κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι.
«Τελείωσα» μου λέει. «Εκατό φορές.»
Ερευνώ προσεκτικά το πρόσωπό της. Κοιτώ βαθιά μέσα στα μάτια της. Θέλω να μπω μες στο μυαλό της. Φτάνω κάπου. Μετά ένας τοίχος.
Κάποια πρόοδος είναι κι αυτή.
«Νιώθω κάπως καλύτερα» την ακούω να λέει.
«Ωραία!» σκέφτομαι με ικανοποίηση. «Αργά και σταθερά. Καλύτερα να μην πιέζω πολύ για να μη μου σπάσει.»

-

γράφει η Μαρία Χασάπη-Σιδερά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος