
“To reveal art and conceal the artist is art’s aim.
The critic is he who can translate into another manner
or a new material his impression of beautiful things.
Oscar Wilde – Preface to The Portrait of Dorian Gray
Η λογοτεχνία –και ειδικά η ποίηση– είναι μια πράξη έκφρασης και έκθεσης. Ως η κατεξοχήν πράξη επικοινωνίας, η λογοτεχνία επιτυγχάνει τη σύνδεση συγγραφέα και αναγνώστη, καθώς ο λογοτέχνης εκθέτει το μήνυμά του στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται να το κατανοήσει και να το ερμηνεύσει. Βεβαίως δεν μιλάμε πάντα για προσωπική έκθεση ή για μια κατάθεση ψυχής. Ο διαχωρισμός μεταξύ του υπαρκτού προσώπου και του προσωπείου του συγγραφέα έχει βοηθήσει στο να αποφεύγονται τέτοιου είδους παρεξηγήσεις. Όταν ένας ποιητής γράφει ένα ερωτικό ποίημα δεν σημαίνει πως είναι υποχρεωτικά ερωτευμένος, και όταν υποστηρίζει κάποιες θέσεις μέσω ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, δεν σημαίνει πως τις ενστερνίζεται κιόλας.
Όμως πρέπει να δεχτούμε πως η λογοτεχνία είναι μια πράξη έκθεσης. Ακόμη κι αν δεν είναι ερωτευμένος ο ποιητής του ερωτικού ποιήματος, μας χαρίζει την οπτική του γωνία για τον έρωτα ή έστω μια από τις πολλές σκέψεις που έχει κάνει για τη συγκεκριμένη θεματική. Κάθε λογοτεχνικό έργο είναι μια πύλη για τη φαντασία και τον ψυχισμό του καλλιτέχνη, ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα κομμάτι που φέρει τη σφραγίδα του εαυτού του. Μια ποιητική συλλογή είναι αναπόφευκτα μια έκθεση του λογοτέχνη στο αναγνωστικό κοινό και ως έκθεση ενέχει όλα τα ρίσκα και τους κινδύνους που μπορεί να παραμονεύουν.
Η Ίρις Ματωμένη, η ποιητική συλλογή της Σταυρούλας Μπίου είναι μια συλλογή που χαρακτηρίζεται από αυτή την έκθεση. Στα λιγοστά ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να εκθέσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της στον αναγνώστη, τα όνειρά της και τις ευαισθησίες της, τις απογοητεύσεις της και τις πληγές της. Με λυρισμό αλλά και απαισιοδοξία, η Ίρις ερωτεύεται, τσακίζεται και κοιτάζει το μέλλον, καθώς με κάθε ποίημα αποκαλύπτει κι ένα μέρος του εαυτού της, μέχρι που στο τέλος μένει γυμνή, ακάλυπτη και κυρίως ευάλωτη στα χέρια του αναγνώστη.
Μια επιδερμική ανάγνωση θα θεωρούσε πως η ποιήτρια εκθέτει και η ίδια τον εαυτό της, ακόμη κι αν δεν την ταύτιζε με την Ίριδα. Ποίημα με το ποίημα η Σταυρούλα Μπίου εκθέτει τα ποιήματά της στον αναγνώστη, του επικοινωνεί τον ψυχισμό της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ακόμη κι αν θεωρούσαμε την Ίριδα και την ποιήτρια δύο εντελώς διαφορετικά και διακριτά πρόσωπα, πάλι η ποιήτρια εκθέτει τον εαυτό της και τη γραφή της, γίνεται αντικείμενο ερμηνείας και κριτικής. Ο λυρισμός και η ευαισθησία που βρίσκεται σε αυτά τα ποιήματα δεν μπορεί παρά να είναι και η ευαισθησία και ο λυρισμός της κυρίας Μπίου. Οι επιδράσεις και οι αναφορές σε αυτά τα ποιήματα πρέπει να ανταποκρίνονται στα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα της ποιήτριας.
Όμως πιστεύω πως μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν επιδερμική, όχι γιατί θα ταύτιζε την έκθεση της Ίριδας με την έκθεση της ποιήτριας, αλλά κυρίως γιατί θα έμενε σε μια επιφανειακή έκθεση χωρίς να αντιληφθεί το παράδοξο, πως αυτή η έκθεση αποτελεί στην πραγματικότητα πέπλο.
Η συλλογή στο σύνολό της είναι μια τεράστια έκθεση, συναισθημάτων, φόβων, αμφιβολιών, σκέψεων. Η Ίριδα-Ποιήτρια εκθέτει τον εαυτό της ποίημα με το ποίημα, αποκαλύπτεται σελίδα με τη σελίδα στον αναγνώστη. Αλλά η πραγματική συλλογή, κρύβεται πίσω από τα ποιήματα, όχι στις λέξεις αλλά στη σιωπή τους. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τα ποιήματα, θα καταλάβει πως η οδυνηρή έκθεση αυτή κρύβει κάτι άλλο από πίσω της, μια ακόμη πιο οδυνηρή σιωπή. Η Ίριδα αποκαλύπτεται στον αναγνώστη μόνο στο σημείο που αυτή επιλέγει, ξεγελώντας έτσι τον αναγνώστη, ο οποίος εξαντλεί την προσοχή του μόνο σε ό,τι του αποκαλύπτεται και εφησυχάζει, χωρίς να υποψιάζεται τι άλλο μπορεί να κρύβεται πίσω από τα ποιήματα.
Η έκθεση παραμένει αληθινή, αλλά όχι απόλυτα ειλικρινής. Λειτουργεί σαν πέπλο που σκεπάζει ό,τι πραγματικά πρέπει να ειπωθεί ή σαν φως που αποκαλύπτει μόνο ό,τι βρίσκεται στο διάβα του, αλλά ταυτόχρονα ρίχνει μια μεγάλη σκιά πίσω από αυτή την αποκάλυψη. Η Σταυρούλα Μπίου κρύβεται από τον αναγνώστη τη στιγμή που του παρουσιάζεται, εκθέτει τον εαυτό της στην προσπάθειά της να κρυφτεί από το βλέμμα του. Η Ίρις είναι εκεί ερωτευμένη και τσακισμένη, εκθέτει τον έρωτά της, την αμαρτία της και τις πληγές της, κι όμως η αποκάλυψη αυτή δρα ως κάλυψη, σχεδόν σαν άμυνα. Η Ίριδα είναι ταυτόχρονα κρυμμένη αλλά και σε κοινή θέα.
Θα μου πείτε, δικαίως, πως στην φιλολογία και την κριτική ασχολούμαστε μόνο με το κείμενο, με όσα είναι ρητώς γραμμένα στο χαρτί και με τα συμφραζόμενα που συνοδεύουν το κείμενο. Όμως ο υποψιασμένος αναγνώστης πρέπει να έχει τα αναγνωστικά του αισθητήρια όργανα οξυμένα, ώστε να μπορεί να αντιλαμβάνεται όχι μόνο την έκθεση αλλά και το πέπλο της, όχι μόνο την λέξη αλλά και την σιωπή, όχι μόνο αυτό που εμφανίζεται αλλά κι εκείνο που κρύβεται και το προλαμβάνουμε μόνο σαν υποψία.
Υπό αυτή την έννοια, η Ματωμένη Ίρις είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, όχι μόνο για όσα πραγματεύεται με λυρισμό και ευαισθησία, αλλά επειδή μας διδάσκει την υποψιασμένη ανάγνωση, να βλέπουμε τόσο το φως τον λέξεων αλλά και τις σκιές της σιωπής.






0 Σχόλια