Η μοίρα της περιπλάνησης ή η περιπλάνηση ως μοίρα

Η μοίρα της περιπλάνησης ή η περιπλάνηση ως μοίρα

μια στάση, 4 Ιστορίες, μια Έξοδος… ίσως ένα δράμα…

 ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ

 «Στάσου. Δες μια στιγμή[1].Αυτές οι ξιφομαχούσες φωνές από πού έρχονται ; Τις φέρνει μαζί του το νερό[2], πάντα. Ψάξε να το βρεις. Είναι το ΟΛΟΝ[3]. Αλλιώς Ζωή.». Αντιλάλησε η φωνή μέσα του και ο δρομέας[4] κοκάλωσε. Έτρεχε και σκεφτόταν[5] ολόκληρη ζωή[6]. Και όταν δεν σκεφτόταν έτρεχε. Άλλοτε σκεφτόταν δίχως να τρέχει. Ή έτσι του φαινόταν. Στάθηκε[7] και έφερε το βλέμμα  του γύρω. Πώς δεν το είχε δει ; Μπρος[8] στα πόδια του ένα ποτάμι !

            Συλλογίσθηκε :«Ξιφομαχία! Βέβαια. Δύο όχθες. Αντίθετες. Το κέρας της μιας ολόισα καταπάνω σ’ εκείνο της άλλης.».Κύλησε μια

στιγμή και, ακίνητος τώρα, άρχισε να κωπηλατεί τη σκέψη του. «Συνδέονται δύο πλευρές ; Πώς; Τί συνδέει ορκισμένους εχθρούς;». Δύσκολο το αυτονόητο. Δύσκολη και η ματιά. Η απλή θέαση. «Τί συνδέει τις όχθες ;». Ξαφνικά[9], σκίρτησε από άγρια χαρά. «Το προφανές[10].Αυτό τις συνδέει. Το αυτονόητο. Το θεατό ! Το ίδιο το ποτάμι[11] !». Συνέχισε :«πήραν τα πρόσημα των τόπων τους, των… θέσεών[12] τους, των κεράτων[13] τους, σε ΑΝΑΦΟΡΑ[14] προς αυτό! Ω, έχουν αρθρωθεί από την ίδια τη γλώσσα[15] του». Σκεφτόταν πως, ουσιαστικά[16], και με θέα μιαν αντικειμενική ευθεία, το νήμα της συνδέει τις δύο όχθες, καθώς τις βρέχει το ίδιο νερό. Ανάβλυσε στα σπλάγχνα του μια καυτή απορία : «Μα ποιό όμως νερό ; Πώς λέγεται[17] ο ποταμός ;» Ακουγόταν πως το ποτάμι εκείνο έχει πολλά ονόματα. Κάποια πιο ηχηρά από άλλα. Ίσως και πιο ενδιαφέροντα. Αυτός άκουσε ένα :«η ανθρώπινη συνθήκη… στον Κόσμο». Κι ένα άλλο, πιο αχνά :«Το Πρόβλημα[18]».Και σκέφτηκε χαρούμενα, «Α, να ένας ισχυρός δεσμός. Ας μείνουμε ενωμένοι για πάντα σ αυτό. Βέβαια. Οι όχθες συνουσιάζονται. Έστω ακραία. Διαφωνούν

πάνω στο ίδιο πρόβλημα : το ποτάμι. Είναι[19] συνδεδεμένες εξαρχής. Η καθεμιά με την αντίπαλή της. A priori[20]. Τις… γεννά το ίδιο Πρόβλημα. Το ίδιο[21] Πρόβλημα συνέχει τις… «διαφορές[22]» τους. Αυτό τις… βάφτισε στα αντίθετα πρόσημα που διασαλπίζουν.». Πέρασε άλλη μια στιγμή. Ανατρίχιασε. «Τις ενώνει ακόμη και το τέλος[23] του : η Λύση ! Ενική, κατά πάσα πιθανότητα, και για τα δύο στρατόπεδα. Αν πάλι πληθυντική : το ίδιο κοινή! Αν πάλι ενική για το ένα κέρας και πληθυντική για το άλλο : το ΙΔΙΟ. Καθότι το ΕΙΝΑΙ της ανάλλαχτο και όμοιο : ΛΥΣΗ.».

            Ωστόσο, είναι φανερό : κάτι τον ανησυχεί. Το βλέμμα του ακόμη ταραγμένο. Ολοφάνερο : τον καίει[24] η αρμονία. Την διεκδικεί στο ΟΛΟΝ. Μα ναι, το ένιωσε[25] ! «Μπορεί όλη αυτή η… ενικότητα να κατενθουσιάζει, αλλά συνιστώ αυτοσυγκράτηση. Είμαι χαρούμενος πολύ: πρέπει να γιορτάζουμε[26] τις διαφορές μας. Ποιές ; θα ’λεγε κανείς. Μα, εκείνες του Περιεχομένου[27] σ’ όλα τα παραπάνω. Αυτό τα διαφοροποιεί, αυτό τα οξύνει… μη παύοντας, πάντα, να ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ (!) ως αυτό τούτο, ενωτικό, ενικό, και έτσι ΚΟΙΝΗ μοίρα.».

            Ξαπόστασε μέσα του μια στιγμή. Κομμάτι γαληνεμένος. Μ’ άξαφνα πάλι τινάχτηκε.«Πού[28] γιορτάζει, σκέφτηκε, κανείς ; Ποιός είναι ο τόπος της γιορτής ;».Ανήσυχος, έστρεψε ολόγυρα το κεφάλι. Ανέβασε το βλέμμα του ύστερα πάνω στον γαλάζιο θόλο. Κι άφησε το βλέμμα του, με μια βίαιη κι απότομη κίνηση του αυχένα, να βυθιστεί ίσαμε την καρδιά του εδάφους. Αυτό ήταν. Το είχε βρει. «Μα ναι. Ο τόπος της γιορτής είναι ο ίδιος ο πηλός. Ο ένας. Ό ίδιος. Ο άνθρωπος. Όσες μορφές κι αν πάρει. Όσες κι αν έχει. Ο πηλός – μ αυτή την τόσο κοινή διαφορετική ΜΟΡΦΗ[29], την τόσο κοινότοπη αντινομική μοίρα.

      Τα πόδια του τα έβρεχε το ποταμίσιο ρεύμα. Διάφανο. Μια κατάδροση συμφωνία χρωμάτων, απλωμένων σε μιαν ασημένια ροή. Όλα σαν πρώτη μέρα[30]. Ασφαλή. Απλά. Αδιάφορα. Σαν λήθη. Σαν τίποτα[31]. Σαν ειρηνικό μηδέν. Σαν θαύμα φιλήσυχο. Σαν υπόσχεση χωρίς διαπιστευτήρια[32], όπως μια αύρα. Μα περίεργο πράγμα, δεν το ένιωθε. Αισθανόταν μόνο έδαφος[33]. Θα ’παιρνε όρκο βαρύ γι αυτό. Τα σωθικά του τά ’τρωγε κάτι αβόλευτο[34]. Μια επιθυμία[35] να τα ανακατώσει όλα, να τα ανασηκώσει, κάτι ΑΛΛΟ[36] να δει, κάτι ΑΛΛΟ ν’ αγγίξει, κάπως να χώσει το χέρι του παντού, κάτι να στήσει, μα ναι,ναι να στήσει, δικό του ολότελα, κατάδικό του, μέσα σ’όλα αυτά, κάτι που αυτά ολόγυρα δεν το είχαν και τό’χε αυτός μόνος.

            Ένιωθε μόνο όχθες, έβλεπε μόνο απορίες, μετρούσε σύνορα, κοινά εδάφη. Θαρρούσε, πίστευε βαθιά, πως είναι καταμόναχος. Κι άξαφνα διέκρινε σκιές, που λεπτό-λεπτό έπαιρναν σάρκα, έβγαζαν φωνές. Τεντώθηκε. Προσπάθησε να ακούσει. Δυό δεκάχρονα αγόρια[37] κοιτάζονταν και με χάσματα σιωπών άρθρωναν δυο κουβέντες. Ω, ναι ! ποτέ δεν ήταν μόνος. Πώς το φαντάστηκε ; Τώρα θυμήθηκε. Γύρισαν στο νου του οι φωνές της πόλης του, οι μυρωδιές, τα παιδικά[38] του χρόνια. Πώς έφτασε ως εδώ ; Πόσο ξεμάκρυνε ; Πού είχε έλθει[39];  Σκοτείνιασε το βλέμμα του. Σκεφτόταν τώρα και πονούσε. Το ’νιωθε βαθιά και μονολόγησε :«Μάς γαλουχεί παντοτινά η έλλειψη[40]. Λειψοί ζούμε. Και μέσα απ’αυτόν τον καθρέφτη της λειψής κατάστασής μας κοιτάμε[41] τον Κόσμο! Και κρίνουμε!». Άφησε μια στιγμή να διαβεί και : «Το παιδί ΕΙΝΑΙ πριν απ’όλα.». Κύλησε μικρή σιωπή. «Και ΜΕΤΑ απ’όλα», συμπλήρωσε καταφάσκοντας στην ίδια του τη σκέψη.

-Πώς σε λένε ;

-Μιχάλη.

-Εσένα;

-Πάρη.

Κοιτάζονται. Σαν ποτάμι τους χωρίζουν[42] πολλές συνοικίες. Ένα ολόκληρο πολυσύμπαν. Πώς να ακουμπήσει ο ένας το χέρι του άλλου ; Ωστόσο ΜΙΛΟΥΝ[43]. Διαλέγονται[44]. Ευτυχώς δεν γίνεται αλλιώς[45]. Όλοι είναι ΕΝΑΣ στη φωνή. Τους ενώνει ο ΛΟΓΟΣ[46]. Κι ευτυχώς η φωνή, ο Λόγος, φτάνει μακριά. Αναρωτήθηκε τι λένε. Έστησε αυτί.

-Πού μένεις;

-Στο Πέραμα. Είμαι (;) γιός του Παντελή του λιμενεργάτη.

-Εσύ;

-Στη Δροσιά. Είμαι (;) γιός του Κωνσταντίνου του βιομηχάνου.

            Τό’βλεπε καθαρά. Κάτι ακαθόριστο έκαιγε τα δυο αγόρια από καιρό και τώρα, στο βλέμμα του ενός στο άλλο, ξεπήδησε σα λάβα ακατάσχετη, γεμάτη καημό απ’ την κλεισούρα της Απορίας, από το στρίμωγμα στον Εαυτό, από τη ολοσκότεινη ρίζα αυτού του Εαυτού που λαχταρά το Όλον, που ’ναι φουρτουνιασμένο μέσα στις όχθες του, στα κάγκελά του, στο αναγκαίο… υποκείμενό του…

Μονολόγησε ψιθυριστά, με μια πίκρα πού ’μοιαζε πολυκαιρισμένη : «Αχ ζωή, να επιμένεις να δείχνεις την μεγαλοσύνη σου στην ικανότητά σου να χωράς στην πιο άθλια κλεισούρα ! Αχ δερβενοζωή !»,είπε κι έστησε πάλι αυτί.

-Πώς ΕΙΝΑΙ ένα μεγάλο σπίτι ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ ένα μικρό ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ η ασφάλεια ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ η ανασφάλεια ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ να νομίζεις πως δεν φοβάσαι;

-Πώς ΕΙΝΑΙ να φοβάσαι;

Κοιτάχτηκαν κάπως έντονα. Σιώπησαν μια στιγμή. Σαν να αναλογίζονταν κάτι. Σαν να έβλεπαν να δημιουργείται εκείνη τη στιγμή, τώρα δα, μπροστά τους ένα …Φως !

-Πώς ΕΙΝΑΙ να παίζεις στο σπίτι ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ να παίζεις έξω ; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ να μην μετράς τις μπουκιές; δεν ξέρω…

-Πώς ΕΙΝΑΙ να τις μετράς ; δεν ξέρω…

-Πώς ΓΙΝΕΤΑΙ να παίζεις με πολλά παιχνίδια; δεν ξέρω…

-Πώς ΓΙΝΕΤΑΙ να παίζεις με λίγα ; δεν ξέρω…

     Μια απότομη παύση έγινε. Κι έπειτα σαν να ξεπήδησε με τον ίδιο τρόπο, απότομα, μια ΚΟΙΝΗ πίκρα, μια ΚΟΙΝΗ συναίσθηση, μια ΚΟΙΝΗ μοίρα, που τους έδενε καρδιά με καρδιά κι είπαν,

-Μου λείπει η θέση σου. Δεν θα τη μάθω ποτέ.

-Κι εμένα η δική σου. Ούτε κι εγώ.

Με μια δυσφορία σκέφτηκαν βουβά την ίδια σκέψη : «-Όχι η όχθη σου. Όχι. Η κατάσταση που αντιπροσωπεύει. Αυτήν εννοώ. Αυτή μου λείπει. Δίχως αυτήν Πώς θα με μάθω ; Πώς θα σε νιώσω ; Πώς θα σμίξει το βλέμμα μας ; »

Με μια φωνή ψέλλισαν με τρόμο,

-Και ΠΩΣ θα ΓΙΝΟΥΜΕ[47] άνθρωποι ;

Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια. Με ΜΙΑ φωνή συνέχισαν,

-Άνθρωποι. Δηλαδή, Ολόκληροι. Όχι μισοί. Ούτε λειψοί.

Κύλησε άλλη μια στιγμή και με ΜΙΑ φωνή κατέληξαν,

-Ειλικρινά Δεν ξέρω.

Ένα χαμόγελο άρχισε να στρώνει τις γραμμές του στα δυό τους πρόσωπα. Κοιτάχτηκαν με νόημα. Ω ναι, έμοιαζε με παιχνίδι όλο τούτο. Με καλοστημένη φάρσα. Και αυτοί, αυτά τα δυό Παιδιά ήταν πανέτοιμα να την μυκτηρίσουν. Κοιτάζονταν ολόισα στα μάτια κι ήταν λες κι έδιναν, πάνω απ’ τις όχθες, πάνω από το πολυσύμπαν που τους χώριζε, τα χέρια στην κοινή κοροϊδία για το… δράμα του ποταμού.

-Πολλά Πώς μάς ενώνουν. Πολύ λιγότερα Γιατί και ακόμη λιγότερα Τί. Όλα τα Πώς μάς ενώνουν. Το ίδιο και τα Γιατί. Τί να πώ ;… Λες και τα… πρόσωπά μας πλάστηκαν από τη μια μόνο πλευρά, από τη μια τους όχθη, και την άλλη μισή τη συμπληρώνει, τη… σώζει, το πρόσωπο του Άλλου[48]. Η αντίπερα όχθη. Χαχαχα! Λες κι είμαστε… ανάπηροι, ανάπηροι ΑΝΘΡΩΠΟΙ και όχι σκέτες όχθες, και την υγεία μας την κρατά στα χέρια του ο Άλλος.

            Κάτι ρίγησε μέσα του κι αποζήτησε να κάτσει. Να νιώσει τη γη. Να κάτσει πάνω της. Λύγισε τα γόνατα κι έφερε το δεξί του χέρι για να στηριχθεί στο χώμα. Μια αρχαία αγαλλίαση τον πλημμύρισε στο άγγιγμα. Τόσο που χορτάριασε και μύρισε χώμα η σκέψη του και, ξαπλώνοντας στο χώμα, μονολόγησε ηδονικά : «Απ’ την πλευρά της μονομέρειας είμαστε όλοι ΕΝΑ. Απ’ τη μεριά της έλλειψης, της απορίας. Της Άγνοιας. Της αγωνίας προπαντός. ΚΟΙΝΗ η …κατάστασή μας. Η ανθρώπινη κατάσταση[49]. Κι από τις δυο της όχθες. Ω ναι, όλες οι καταστάσεις ΕΙΝΑΙ ενικές. Ενικές μέσα στη διαφορετικότητά τους, καθότι ΕΙΝΑΙ καταστάσεις. Δηλαδή, υφίστασθαι τι[50]…ενικώς. Ω Θεέ μου τί θα απογίνουμε ; Πώς θα διαβούμε ; Ο καθένας έχει τους μύες εκείνους που λείπουν στον άλλον.». Η φούχτα του άδραξε μια μπάλα χώμα. Την

έσφιξε δυνατά. Έτσι που τα νύχια του να χαράξουν βαθιά το δέρμα του και να το πληγώσουν. «Χωρίς ποτάμι δεν μιλά κανείς. Δεν διαλέγεται. Διότι δεν θά’χει …όχθες. Δεν θά’χει …στίγμα. Η …όχθη συστήνει τον …Διάλογο ! Πώς να προχωρά κανείς δίχως ΚΕΝΟ χώρο, δίχως ποτάμι ;»  αντιγύρισε απότομα τη σκέψη του, έχοντας ήδη κάνει την πρώτη κίνηση να σταθεί και πάλι στα πόδια του, να σηκωθεί όρθιος και να ξανακοιτάξει. Το χώμα γλιστρούσε ήδη από τη φούχτα του στο έδαφος. Το μάτι του λοξά, ήδη αντικατόπτριζε το γαλάζιο θόλο. Η σκέψη του ακατάσχετη μέχρι να σταθεί όρθιος συνέχισε, κάνοντας αλλεπάλληλες σπονδές σε στροφές κι αντιστροφές :«Όμως το γνωρίζειν είναι κινητικό[51]. Επιθυμεί[52] την άγευστη[53] σ’ αυτό ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Ο κόσμος γυρίζει και ο γύρος αυτός σημαίνει αντίθετους πόλους. Κι οι πόλοι είναι επώδυνο πράγμα. Όπως όλο το σώμα της Γνώσης. Ελεητικό ωστόσο. Μα, παραμένει χάραγμα στο νου αυτή η ενικότητα του Πώς και του Γιατί, ο κοινός αυτός ποταμός που γεφυρώνει δύο όχθες. Που γεφυρώνει δυο μισά. Κοινά, μα την αλήθεια, μέσα στο… ήμισύ τους !».

            Άπλωσε το χέρι στον κορμό του δέντρου να στηριχθεί. Ζαλιζόταν κάπως, εκεί που σηκωνόταν για να δει τα δυο αγόρια πάλι, και τώρα τά’βλεπε λάβρους νέους, στον ανθό της νιότης, είκοσι χρονώ λεβέντες κι απόρησε κομμάτι τρομαγμένος. Τι συνέβαινε ; Πούθε ξεφύτρωσαν αυτοί οι πολεμιστές ; Πώς στήθηκαν ολομέτωποι ο ένας αντικρύ στον άλλον ; Ποιός τους έστησε εκεί ; Προσπάθησε ν’ ακούσει.

-Τα μέσα παραγωγής[54] ΚΑΤΑΚΤΟΥΝΤΑΙ.

-Απάτη ! Ανήκουν στο λαό. Κατάκτηση σημαίνει ιδιοποίηση, ΛΗΣΤΕΙΑ !

-Απάτη ! Ανήκουν στην Ιδιωτική πρωτοβουλία, που κάνει τον κόσμο να κινείται.

-Αιματορουφήχτρες ! Ο λαός θα κατακτήσει και θα ιδιοποιηθεί τα μέσα παραγωγής. Του ανήκουν.

-Ατάλαντοι κηφήνες του ταλέντου των ριψοκίνδυνων της πρωτοβουλίας ! Πού είδατε γραμμένο σε ΠΟΙΟΝ ανήκει η φύση ; Πού θα ήσασταν χωρίς εργοδότες ; Ποιός έστησε τη δουλειά που κάνετε, τα νωθρά σας μυαλά μήπως ; Ποιός τη συνέλαβε, ποιός τη σχεδίασε, ποιός την αξιοποίησε, ποιός ΜΟΡΦΩΣΕ την αρτιότερη ΙΔΕΑ της ; Πώς θα ισοπεδώσετε το χάρισμα, το προσόν της οργάνωσης, της διεύθυνσης, της σύλληψης, του επιτελικού μυαλού ; Ω, άβουλα, ετεροκίνητα ΟΝΤΑ !

-Ο κλεμμένος μας ιδρώτας και η απλήρωτη εργασία μας είναι τα θεμέλια της… πρωτοβουλίας σας, κλέφτες, κλέφτες, κλέφτες ! Οι… «ιδέες» σας γεννιούνται από τα ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ, και στα χέρια μας ΑΝΗΚΟΥΝ τα πάντα.

-Οι …ιδιοκτήτες που μάχονται την …ιδιοκτησία ! Χαχαχαχα.

-Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε !

-Πρωτοπόροι της πρωτοβουλίας αντισταθείτε !

-Δικτάτορες της αξίας της εργασίας !

-Δικτάτορες της θέλησης του ατόμου ! Ποιός θα μου πει τι και πώς να πράξω με τα αρχικά ελάχιστα χρήματά μου, που επιθυμώ να τα κάνω παραγωγή γάλακτος όπου θα δουλεύετε εσείς και θα πίνουν τα παιδιά σας;

-Και ποιός σου είπε πως θα αγοράζεις την εργατική μου δύναμη όσο ακριβώς φτάνει για τη συντήρησή μου και τη διαιώνιση του είδους των σκλάβων που θα γεννώ για σένα ; Ατομικιστικό γουρούνι !

Είμαστε η τελευταία επανάσταση ! Είναι γνωστοί πια οι νόμοι του Κόσμου και η τελική του κατάληξη.

-Η τελευταία πριν την επόμενη, χαχαχαχαχα. Καμιά επανάσταση δεν είναι η τελευταία. Άσε που οι επαναστάσεις είναι οι …«σαρκοφάγοι» των επαναστατών. ΕΙΣΑΙ ήδη γαλωνάτος επαναστάτης, καημένε.

-Λόγια της αντίδρασης ! Είναι πια γνωστοί οι νόμοι που χτίζουν τη σκλαβιά μας. Κι οι σκλάβοι θα …σκλαβώσουν τους «νομοθέτες» !

-Οι προνομιούχοι των… επαναστάσεων ! Χαχαχαχα, ποιός σας βάφτισε αλήθεια ; Κάποιος αστός φιλόσοφος μήπως ; Χαχαχαχαχα

-Η άνοδος της αστικής τάξης ήταν μια ιστορική αναγκαιότητα. Το ίδιο είναι και η εξαφάνισή της. Που θα την πραγματώσουμε !

-Συλλογικοποιείτε την ατομική σας ανικανότητα, ώστε με τη δύναμη των …πολλών, των… μπολσεβίκων, της απρόσωπης πλειονότητας να εκμηδενίσετε το ιδιαίτερο χάρισμα. Η αφετηρία ΕΙΝΑΙ… αταξική ΚΑΙ άνιση. Τα παράπονά σας στον διοργανωτή !

-Και ποιός σου είπε πως το ιδιαίτερο χάρισμα πρέπει να ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ανεξέλεγκτο ; Ακριβώς γι αυτό του πρέπει έλεγχος, παρέμβαση και περιορισμός. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΕ τις ικανότητές σου, γιατί ΑΝ δεν θέλεις θα στο επιβάλλομε εμείς ! Αλλιώς θα γίνεις ο νεκροθάφτης του εαυτού σου. Δεν ζείς ΜΟΝΟΣ στον Κόσμο. Δεν είναι laissez-faire ο κόσμος. Δεν είναι ανεξέλεγκτος. Κινείται σε ΟΡΙΑ.

-Ανόητε, και με τον περιορισμό ή την δικτατορική επιβολή, στοχάστηκες ποτέ πόσα και τι χάνεις ; Πόση ανάπτυξη πάει του βρόντου. Πόση καινοτομία.

-Αν είναι να γυρίσει τούτη η… «ανάπτυξη» και να μου γίνει θηλιά ας πάει στα τσακίδια.

-Μα εσύ νοιάζεσαι για τη συσσώρευση πλούτου.

-Οχι όμως στα χέρια ενός. ΕΜΕΙΣ είμαστε οι αληθινοί παραγωγοί. Εσείς διευθύνετε μόνο.

-Η διεύθυνση, ανόητε, παράγει… την παραγωγή !

-«Διευθύνετε» μονάχα το έκτρωμα που φτιάξατε για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Θεός σας ΕΙΝΑΙ το κέρδος, το χρήμα, όχι η αποκλειστική ικανοποίηση πραγματικών αναγκών. Χ>Ε>Χ ! Λήσταρχε !

-Και ποιός ορίζει ποιά είναι και πόση η …ικανοποίηση των αναγκών ; Βρήκες φαίνεται τα όρια μέσα σου…χαχαχαχα. Αποφάνθηκες πως δεν κουβαλάς το… άπειρο ! Ανόητε, λέξεις, λέξεις κούφιες :κεφάλαιο, χρήμα…! Κατέχω διότι δραστηριοποιώ το χρήμα, καταπιεστή της δεξιότητας.

-Μου έχεις κλέψει τα μέσα με τα οποία μπορώ να δημιουργήσω και μετά με ληστεύεις επ’ άπειρο, αυτό ξέρω εγώ.

-Ας τά ’χες κάνει… δικά σου.

      Σχεδόν ακίνητος σαν άγαλμα ένιωθε βιτσιές στο μυαλό και το σώμα του αυτόν τον αντιρρητικό. Προσπάθησε να αγγίξει και πάλι το χώμα, μα ήταν τώρα αδύνατον. Ένιωθε αργά πια για κάτι τέτοιο. Σαν νά’χε βίαια ξεκόψει απ’ αυτό κι εκείνο πια του σε αντίποινα τού αντιστεκόταν. Οι φωνές, οι μύδροι λέξεων συνεχίζονταν. Λες και ξεβράζονταν από την άβυσσο.

-Η αξία δεν αποτιμάται ΚΑΘΕΑΥΤΗ ποτέ ! Η ανθρώπινη εργασία ΕΙΝΑΙ ακοστολόγητη, ά-τιμη ! Χα χα, το κλέψιμο, λοιπόν, υπάρχει  a priori. Τα παράπονά σου στον Δημιουργό.

-Συμβατικά, συμβατικά ! Με κάποια σύμβαση μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της εκμετάλλευσης. Αυτό καίει.

-Όλα ΕΙΝΑΙ αυθαίρετα. Μας δένουν αξιώματα !Δεν υφίσταται μέσος όρος στην αξία, δεν ΕΙΝΑΙ αντικειμενική ουδεμία ΤΙΜΗ. Η τιμή είναι μια ΟΥΣΙΑ που δεν την ξέρει ΚΑΝΕΙΣ. Άγνωστη. Σε τούτο τον κοσμάκη ΔΕΝ θα μάθει ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ποιός ΕΙΝΑΙ ο κλέφτης. Ποτέ !

-Φτάνει πια με το ναρκωτικό αυτό ! Τάχατες πως όλος ο πόνος ΕΙΝΑΙ φυσικός. Πως εσείς όλοι λυπάστε βαθιά γι αυτό, μα δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Πως η εκμετάλλευση είναι η «φυσική» τάξη των πραγμάτων. Ο φετιχισμός της προσφοράς και της ζήτησης !

-Δεν κοιτάτε ελόγου σας το φετιχισμό της «εργατικής δύναμης» που άλλο δεν είναι από υποταγή των κοινωνιών στην προγραμματική και βίαιη κυριαρχία των μετρίων ;

-Τα χέρια μου, η εργατική μου δύναμη δεν εμπορευματοποιούνται.

-Τα πάντα ΕΙΝΑΙ προϊόν, εμπόρευμα. Ακόμη κι η βασιλεία των ουρανών.

-Μου ληστεύεις το χρόνο με τα.. «εμπορεύματά» σου. Παράγω περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζομαι και αυτό μου το επιβάλλεις, ληστή!

-Με ποιό δικαίωμα θαρρείς πως γεννήθηκα ΓΙΑ ΣΕΝΑ ; Οφείλω να στήσω την οικονομία για να συντηρηθείς εσύ; Αν μπορείς, λοιπόν, χτίστην μόνος σου ! Ο επιπλέον χρόνος σου πληρώνει την ίδια τη ζωή, όπως ΕΙΝΑΙ φτιαγμένη.

-Το πλεονάζον οφείλει να ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ.

Αν δεν έκανε μια βίαιη κίνηση πιέζοντας τα μηλίγγια του αυτός ο διάλογος θα συνεχιζόταν επ’ άπειρον. Εκεί οι φωνές πάγωσαν, έμειναν ακίνητες και εκκρεμείς. Η κουρασμένη σκέψη του, σαν μια πληγή ανοιχτή κατάφερε, αδύναμα, να συντάξει δυό προτάσεις. «Μπορεί να γίνει να ΕΙΣΑΙ ό,τι είσαι χωρίς την αυταρέσκεια και την αίσθηση της κατοχής; Μπορεί να γίνει να ΕΙΣΑΙ ό,τι Δεν είσαι με την αίσθηση αυτής της κατοχής; Ψηλαφητά, ολοζώντανα, ρεαλιστικά ; Μπορούμε να ανταλλάζουμε… αέρα ; Οτιδήποτε άλλο κατασκευάζει συρματοπλέγματα. Τί ΕΙΝΑΙ σύμφυτα άδικο σε μιαν αθώα ενέργεια ; Είμαστε ΚΟΙΝΑ μισοί.». Ξάφνου, ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Γελούσε άγρια, τραχιά. Και το γέλιο του λες και ξεπηδούσε από την πηγή κάποιας πληγής, και σαν να εκδικιόταν αυτήν την πληγή με το ίδιο του το γέλιο, γελούσε μανιασμένα, χαιρέκακα, σαν να τη δολοφονούσε σχεδόν! «Μα ναι, ναι, ναι, αυτός τούτος ο διάλογος, αυτή η ίδια η αντίθεση, σαν ριζωμένος αξερίζωτα πόλεμος -πώς αλλιώς άλλωστε-, ΕΙΝΑΙ η επαφή, ο ΚΟΙΝΟΣ τόπος, η συνομιλία, η επικοινωνία… Ένα παίγνιο, που α-νόητα ίσως, ΓΙΝΕΤΑΙ για να…». Δεν έβρισκε να συμπληρώσει τη φράση. Απόμεινε όπως ΟΛΑ τ’ άλλα μισή στο στόμα του, μισή στ’ άδυτα της σκέψης του, μισή στο τρυφερό φύλλωμα της καρδιάς του. «Μιλούμε περισσότερο και ασταμάτητα για τις διαφωνίες μας, παρά για όσα συμφωνούμε ! Αυτές τούτες μάς οδηγούν σε τούτο το ματοβαμμένο ΟΜΙΛΕΙΝ, ωστόσο, μα την αλήθεια, ΟΜΙΛΕΙΝ. Η γέφυρα που ενώνει τραγικά τις όχθες πάνω από τον ποταμό είναι τούτος ο διάλογος.».

Τίναξε, ξαφνικά, το σώμα του σαν να απεχθανόταν τόσο αυτή του τη σκέψη, όσο και τον εαυτό του που την έκανε. «Οχι, όχι. Υπάρχει μια αδικία, ένας πόνος, μια ευθύνη, μια σιωπή ασάλευτη, ένας προδότης, ένα κλάμα βαθύ, ένα κατακρεουργημένο όνειρο, ένα καταπατημένο δικαίωμα, μια μαστιγωμένη αξιοπρέπεια, ένας ιδρώτας ξεπουλημένος, μια σκέψη περιφρονημένη, μια επιθυμία βάναυσα περιφραγμένη, μάτια στανικά εμποδισμένα να βλέπουν, μανάδες που γέννησαν ΠΑΙΔΙΑ, μια λησμονιά ένοχη, μια λησμονιά αθώα, μια μνήμη απάνθρωπη, μια μνήμη φιλάνθρωπη κι εργατική… που ΠΡΕΠΕΙ να ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΙ αντικειμενικά. Κάποιος αγοράζει φτηνά και κάποιος πουλά μέσα στην ατίμωση. Η χαρά …ΕΙΝΑΙ ανάπηρη!… Είναι διπλής όψεως, μα ο άνθρωπος ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΣ !.. Ω, πρέπει να υπάρχουν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ φωτός και σκότους. Πρέπει κάποια όχθη να τιμωρείται επειδή ασελγεί στην άλλη.

Πρέπει ο ΠΟΤΑΜΟΣ, ναι ο ποταμός ο ίδιος, να δηλώνει ΣΑΦΩΣ ποιός ο ένοχος, ποιά όχθη τερατουργεί και βασανίζει. Να υποδεικνύει ως κριτής τις όχθες. Οχι, όχι, δεν μπορεί να τα συμφύρει όλα, να τα αθωώνει με μια βαθύτερη σκέψη, να τα παρασέρνει στο διάβα του ΜΑΖΙ, να τα κυλά αξεδιάλυτα. Δεν έχει αυτό το δικαίωμα ο ποταμός απέναντι στις ίδιες τις όχθες ! Πρέπει κάτι να δικαιώνεται και κάτι να τιμωρείται ! ΠΟΥ αναγνωρίζονται αυτά ; ΠΟΙΟΣ ο τόπος της αναγνώρισης ; ΠΟΤΕ έρχεται αυτή η ΣΤΙΓΜΗ ; ΠΩΣ ; ΤΙ περιεχόμενο έχει ;». Τα ερωτήματα αυτά

ένιωσε να τον τυλίγουν σαν νά’ταν τα παιδικά του σπάργανα. Αισθάνθηκε οικειότητα μέσα τους. Άφησε τη σκέψη του να κοιτά ασάλευτη κάτι σα βάραθρο κι ένιωσε πως αγαπά πεισματικά κι ανένδοτα ΟΛΟ τον κόσμο. Όλο τον ποταμίσιο αυτόν τόπο. Και πως η αγάπη του αυτή ΕΙΝΑΙ σκληρή σα θάνατος. Και γι αυτό θέλει να σκοτώνει τ’άδικο και την ασχήμια ΟΠΟΥ τη βρεί. Να υπερασπίζεται κάποια όχθη μέχρι θανάτου, αφήνοντας τον αέρα της ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ να περνά ασταμάτητα από το διάτρητο ερωτηματικά ΣΩΜΑ του. Λύγισε τα γόνατα να αδράξει μια φούχτα χώμα, μα στάθηκε αδύνατον.

_

γράφει ο Στάθης Κομνηνός

Αφιερώνεται με ΤΙΜΗ σε όλων των ειδών τους μεταλλωρύχους απανταχού της γης και ιδιαίτερα στους νεκρούς Τούρκους μεταλλωρύχους, που αντιμετωπίστηκαν με τον αναμενόμενο κυνισμό από αναμενόμενες κυβερνήσεις αναμενόμενων δοσοληψιών κι αναμενόμενης αλητείας


Σημείωμα

Το κείμενο που ακολουθεί μου παραγγέλθηκε πριν 3 περίπου χρόνια από περιοδικό που δραστηριοποιείτο στο εξωτερικό. Ζητούσε να γραφεί κάτι σχετικά με την κοινωνική θεωρία, το οποίο θα δημοσιευόταν σε 4 συνέχειες, και πιο συγκεκριμένα, κάτι που να αφορούσε στον καπιταλισμό-κομμουνισμό, και θα ανίχνευε τη δυνατότητα ή όχι του μεταξύ τους… διαλόγου. Δέχτηκα δίχως δισταγμούς, μόνο και μόνο από τον ήχο της λέξης «διάλογος» που ηχούσε ανακουφιστικά στ’ αυτιά μου. Η λέξη αυτή προοικονομούσε μια θέαση πραγμάτων που ήδη υπήρχε μέσα μου αναζητώντας ονειρικές χρυσές τομές. Η πρώτη σκέψη, που αυτόματα σχεδόν έκανα, ήταν να εμπλέξω στον διάλογο ό,τι συνηθίζουμε να αποκαλούμε υπαρξιακό στοιχείο. Ήταν κάτι που έλειπε έντονα, έκρινα, από παρόμοιες αρθρογραφικές προσεγγίσεις, αλλά και, από μια σκοπιά, από τα ίδια τα κείμενα των θεωρητικών αυτών των κοινωνικών θεωριών. Η αμέσως επόμενη ήταν να μην «στήσω» ένα πολιτικό/κοινωνιολογικό άρθρο, που ενδεχομένως θα ήταν κάτι αναμενόμενο και πιθανόν θα κινείτο σε συμβατικά πλαίσια, και έτσι επέλεξα να δώσω τη μορφή διηγήματος στην… πολιτική θεωρία. Αυτό παρείχε τη δυνατότητα να επιστρατευθεί στο …«αμιγώς» πολιτικό παιχνίδι το… παραμύθι, το φαντασιώδες, η προσωπική ιστορία, κάτι ίσως που θα εμφάνιζε μεγαλύτερη φυσικότητα, ένας… καρδιακός,  εν πάση περιπτώσει, χτύπος. Φυσικά, όλα αυτά, θέλω να πιστεύω, δημιουργούν από μόνα τους τις αλληλουχίες τους, που διαστέλλουν ίσως τη θέαση και διανοίγουν περισσότερους δρόμους οικείωσης των εν λόγω θεωριών. Τις αλληλουχίες αυτές τις αφήνω στην αυτοκρατορική ισχύ του αναγνώστη για πρόσληψη και αναδιάταξη, με ολότελα αναρχική διάθεση και προτροπή. Παράλληλα, οφείλω να πω πως αυτή η διηγηματικής μορφής παρουσίαση κάποιων θέσεων/θεωριών δεν παραποιεί στο ελάχιστο αυτές τις θέσεις που πρεσβεύουν οι εν λόγω κοινωνικές/πολιτικές θεωρίες. Αυτές παρουσιάζονται σχηματικά μεν στο διήγημα, ωστόσο ελπίζω με ακρίβεια και αναπαραστατικότητα.

        Όμως, μια που πρόκειται για …θεωρίες, έκρινα καλό να παραθέσω, σχεδόν βήμα-βήμα, μέχρις ενός σημείου στο κείμενο όπως θα δει και ο αναγνώστης, και κάποιες άλλες θεωρίες, υπό μορφή υποσημειώσεων, που θα εμπλούτιζαν διανοητικά το υπαρξιακό μας αυτό παιχνίδι. Ας τις ονομάσουμε «μικρή ιστορία της φιλοσοφίας». Τις υποσημειώσεις αυτές, δεν έχει καμία υποχρέωση ο αναγνώστης να τις υπολογίσει διεξερχόμενος το κείμενο. Δύναται να τις αγνοήσει επιδεικτικά. Μπορεί μεν να του κλείνουν το μάτι, όμως αυτός έχει ευχέρεια να προσπεράσει αδιάφορος. Το διήγημα δεν τις επιβάλλει. Η πρόσληψή του μπορεί κάλλιστα να συντελεσθεί ερήμην τους. Ωστόσο, εκείνος που θα θελήσει να τις συνυπολογίσει για τη μόρφωση κάποιας πιο έγκοπης γνώμης, θα μπει πραγματικά σε μεγάλο κύκλο μπελάδων. Του εύχομαι καλή δύναμη και καλό κουράγιο. Οι απαιτητικές αναγνώσεις, άλλωστε, προϋποθέτουν και τα δύο.

        Μολαταύτα, οι προθέσεις του μικρού αυτού διηγηματικής υφής άρθρου δεν σταματούν εδώ. Δεν θα μπορούσαν άλλωστε, μια που αυτή είναι μια μόνιμη επιδίωξη και μανία των κειμένων μου : η ελάχιστη νέα συμβολή. Δεν θεώρησα ούτε στιγμή πως έστω και η καινοτομική δήθεν μυθιστορηματική αφήγηση κοινωνικών θεωριών μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ολικής παρουσίασης ενός θέματος. Απλής, έστω, παρουσίασης. Θεώρησα, όπως πάντοτε στα γραπτά μου, πως οφείλεται να συσταθεί μια επιπλέον προσωπική θέση, μια θέση όχι αυθαίρετη φυσικά, η οποία θα προκύπτει από τα προτάγματα που οι ίδιες οι θεωρίες έχουν θέσει. Τουλάχιστον, έστω και υπό τη μορφή ερωτήματος, έστω ακροθιγώς αναλυτική, σχηματική, έωλη ακόμη. Είναι βέβαιο, άλλωστε, ότι η ολική θέση/στάση/πρόσληψη ενός θέματος μπορεί να συσταθεί με τη διατύπωση ενός επιπλέον ερωτήματος προς αυτό. Έστω και ενός. Ένα ερώτημα, ανοικτό πιθανόν, διάτρητο, χωλό, αχτένιστο ίσως, νευρικό ακόμη, ανασφαλές, επηρμένο ενδεχομένως, μπορεί να ολοκληρώσει καλαισθητικά μια πλήρως αναπτυγμένη θέση. Κάποτε να την υπερβεί. Άλλοτε να τη μονοπωλήσει. Πιθανόν να την συμπυκνώσει δημιουργικά και… ακυρωτικά! Αφού, στο τέλος-τέλος, τα ερωτήματα και οι απορίες, έτσι κι αλλιώς, ολοκληρώνουν, σφαιρ[ικ]οποιούν τα ταξίδια, εμπνέουν τα πανιά και ανατάσσουν τα ήδη επίπονα καλλιεργημένα εδάφη των θεωριών και των επιχειρημάτων. Έτσι, στο κείμενο διατυπώνεται με ένταση το ερώτημα, μεταξύ άλλων, της αξίας, της ανταλλακτικής αξίας ενός χ εμπορεύματος, ενός προϊ-όντος, και προπαντός το ερώτημα για την ύπαρξη μιας δυνατότητας αποδείξεως, με ρεαλιστική, αντικειμενική βάση και πιστοποίηση, μιας χ αξίας ενός οιουδήποτε χ πράγματος, όπου πιστεύω πως εδώ κείται ένα τεράστιας σημασίας, πυρηνικής σπουδαιότητας, ερώτημα που οφείλει να θέτει ασταμάτητα η οικονομική επιστήμη. Κρίνω, πως ίσως να μιλάμε για την σπονδυλική στήλη της οικονομίας, αλλά και του τμήματος εκείνου των κοινωνικών θεωριών που συνδέονται στενότατα μ’ αυτήν. Φυσικά, στο ανά χείρας κείμενο δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα επέκτασης στο θέμα. Ωστόσο, τίθεται. Και τίθεται νομίζω υπό οντολογικές προδιαγραφές, τις οποίες δεν δείχνει γενικά να έχει πολυεκτιμήσει η οικονομική θεωρία και καλό θα ήταν να το ξανασκεφτεί σοβαρότατα. Πρέπει, επίσης, να πω ότι αυτό που χάνεται – και είναι πάρα πολύ – από τη σιβυλλική σχεδόν «ανάπτυξη» του ερωτήματος, κερδίζεται κάποτε, έστω σ’ ένα ελάχιστο κάτι, από την εικονογράφηση που επέλεξα στην τωρινή αναδημοσίευση να κάμω. Αν ο αναγνώστης δεν σταθεί στο εντυπωσιολογικό, πιθανόν, μέρος της και θελήσει να διαβάσει ΚΑΙ τις εικόνες θα ωφεληθεί και το σπουδαιότερο θα ανασυστήσει μέσα του το ερώτημα και θα νιώσει, ίσως, τη βαρύτητά του, ερχόμενος σε επαφή με τα ΠΡΑΓΜΑΤΑ δια της εικόνας. Βλέποντάς τα δηλ. μέσα του, αφού πρώτα τα δει μπρος του, θα αντιληφθεί πιστεύω ψυχοσωματικά τα χρώματα, τις εντάσεις και τα βάρη του κειμένου. Αναφορικά δε με το ζήτημα της αξίας, περιττεύει ολότελα θαρρώ να υπενθυμίσω τη σπουδαιότατη θέση που καταλαμβάνει στη μαρξιστική θεωρία, αλλά και, ακόμη περισσότερο, τη σπουδαιότητα που έχει σε μια αλυσίδα οικονομικών μαρξιστικών θεωρήσεων, με κολοφώνα, φερ’ειπείν, τη θεωρία για την… υπεραξία, που δείχνει να ψυχανεμίζεται, από πολύ μακρινή απόσταση όμως, ό,τι εδώ αποκαλώ οντολογική προσέγγιση στο ζήτημα της αξίας και στο, πιθανότατο, αντικειμενικό του αθεμελίωτον. Περιττεύει να πω ότι αν κάποιος θελήσει να καταδυθεί στα βάθη αυτού του οικονομικού οντολογικού ερωτήματος θα δεινοπαθήσει σφόδρα και το άπορον, τελικά, θα είναι η άγρα του. Που σημαίνει, με άλλα λόγια, την επισημοποίηση της κόλασης της Ιστορίας ή, αν προτιμάτε, της κόλασης στην Ιστορία και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο. Φυσικά, θα ήταν αναγνωστική ανεπάρκεια και μονομέρεια να μου προσάψει κανείς μόνο την επισημοποίηση μιας τέτοιας διαπίστωσης. Είναι βέβαιο πως υπάρχει κι ένας «παράδεισος» εντός των κολάσεων, ένας οπωσδήποτε δρόμος διαφυγής, και μολονότι δεν τον τονίζω ανοικτά και με έντονο τρόπο στο κείμενο, ωστόσο σε 2-3 σημεία του τον υποσημαίνω σαφώς.

        Παράλληλα, θα πρέπει να κλείσω πονηρά το μάτι στον αναγνώστη λέγοντάς του ότι οι υποσημειώσεις, που λίγο παραπάνω αναφέραμε, αναδεικνύουν καίριες συσχετίσεις με πυρηνικά, ας πούμε, σημεία του κειμένου και το κυριότερο : στήνουν προβλήματα. Δηλαδή, μικρούς ή μεγάλους παραδείσους. Οάσεις αληθινών συναντήσεων. Ηφαιστειακές υδατοπτώσεις στον αυχμηρό τόπο του λογής μικροαστικού εφησυχασμού, που έχει τελειώσει με τα σκαλίσματα, τις αγωνίες και τους πόθους των κήπων και κυρίως με τις αναστατώσεις των συνουσιών. Στήνουν αληθινές προοπτικές μιας μακρινής, ίσως, γιορτής. Ωστόσο, ολότελα απαιτητής. Γιορτής, που ακριβώς λόγω αυτών των προβλημάτων που επισημαίνονται, εμφατικά ίσως εδώ, μπορεί να διεκδικήσει τα κατηγορήματα του εδάφους, της πέτρας, της υψηλής αξίωσης, κοντολογίς της πιο διεκδικητικής ηδονής. Γιορτής, που ακριβώς χάρη στο υψηλό και αριστοκρατικό βλέμμα των συσχετίσεών της με τα όντα πριν συσταθεί, διεκδικεί σοβαρότατα εχέγγυα επιτυχίας και διάρκειας όταν αναφανεί.

         Τα σοβαρά παιχνίδια γίνονται και στήνονται από σοβαρές θεάσεις σοβαρών ανθρώπων, δηλαδή ανθρώπων με το αίσθημα μιας πραγματικής δίψας και πείνας (ιδού ένας ορισμός της σοβαρότητας και του σοβαρού ανθρώπου…), εκείνης της αξεδίψαστης και αχόρταστης που αληθεύει πάντα εντός μας όσο παραμένει τέτοια, και η οποία έχει, ακριβώς για το λόγο αυτό, αρκετές πιθανότητες να συστήσει κάτι ακριβές, ιλαρό, γόνιμο και στιβαρό. Η ισχύουσα διαϊστορική εμετική καρικατούρα όλων όσων παραπάνω αναφέραμε, αποτυπώνεται έκτυπα και ανάγλυφα στη διηνεκώς βροντώδη παιδαριωδία των «πολιτικών» κομμάτων και των αχυροπροσώπων, των νευρόσπαστων, των ανεπαρκών σαλτιμπάγκων που τα απαρτίζουν. Διαχρονικά. Κυριότατα θα τους χαρακτήριζε κανείς ως νταβατζήδες των σπουδαίων ερωτημάτων, εμπόρους τους, πλανόδιους πωλητές τους, παρατρεχάμενούς τους, μοιχούς τους, βιαστές τους, λωποδύτες τους, φονιάδες τους και προπάντων αργυραμοιβούς τους. Γι αυτό και μόνο το λόγο άλλωστε, θεωρώ, πως ανάλογη θα πρέπει να είναι και η σπουδαιότητα να τεθούν ερωτήματα, αλληλουχίες και συσχετίσεις που η εκτίμησή μας γι αυτά τόσο θα αναδεικνύεται σφριγηλή και εδραία όσο θα ξεφεύγουν από την πεζοδρομιακότητα, την ευκαιριακότητα, την προχειρολογία, τον συμφεροντολογισμό, την επιπολαιότητα, τη χυδαιότητα, την αφασικότητα, και την αρπακτικότητα των «επισήμων» δύσμοιρων ανθρωπάκων, των λιλιπούτειων εκείνων που θορυβωδώς επαγγέλλονται τους «πολιτικούς» για να ασχημονήσουν προγραμματικά, ΚΑΙ με την αδαημοσύνη τους, πάνω στο ερωτικό σώμα του Κοινού Βίου, στο Σώμα της Πόλεως, στην πολιτική πτυχή του όντος. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί την ιερότητα, το πάθος, την έγκοπη προσπάθεια, τη χειρουργική αγωνία, τον διανοητικό και ψυχικό ΙΕΡΟ κάματο ανθρώπων όλου του φάσματος της πολιτικής/οικονομικής θέασης, όπως ο Μάρξ, ο Άνταμ Σμιθ ή ο Κέυνς, ας πούμε, για να αντιληφθεί με επάρκεια και εύστοχα ποιος ο νόμιμος εραστής του κοινωνικού σώματος και ποιος ο ανέραστος πηδηχτούλης βιαστής του.

         Το ξένο περιοδικό μου πρότεινε 2-3 ζεύγη αντικρουόμενων θεωριών σε αντίστοιχα πεδία. Στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας, ας πούμε, επιλέχθηκε το ζεύγος που προανέφερα. Εν καιρώ θα δημοσιεύσω και τις υπόλοιπες δυάδες μαζί με την καταληκτική έξοδο από το … ΠΑΙΓΝΙΟΝ. Η αναδημοσίευση σήμερα ολοκλήρου του κειμένου στα ελληνικά στο δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net, άλλο λόγο δεν έχει παρά να ονειρευτεί κάποιες απελπιστικά ελάχιστες και περιφρονημένες μειοψηφίες που θα θελήσουν να δουν και να πάρουν απολύτως σοβαρά, δηλαδή εξόχως ερωτικά, το στήσιμο της ζωής, που σε τρέχοντες όρους ονομάζουμε ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Άλλωστε, οι διαπαντός εμπορευόμενοι έξω «πολιτικοί» κρωγμοί έχουν σκεπάσει όλο το πεδίο, ώστε να αδυνατεί πια και να υπάρξει ακόμη ελπίδα για μια οποιαδήποτε φωνή στην έρημο. Είναι τέτοια η έκπτωση και η ανθρώπινη υποστροφή, τέτοια η ασχημοσύνη στην ηδονή, τέτοια η κακοποίηση του ερωτικού κοινωνικού σώματος, τέτοια η σπατάλη και το αναίτιο ξόδεμα σε δρόμους αλλότριους της χαράς που ριζικά εκπροσωπούμε ΖΩΝΤΑΣ το ΚΟΙΝΟ, ώστε αυτό το όνειρο φαντάζει σχεδόν αλλόκοσμο…

Στάθης Κομνηνός

[1]  Βλ. Σ. Κίρκεγκωρ, στιγμή.

[2]  Βλ. Ηράκλειτος, ροή, ποταμός.

[3]  Καθολικότητα, μονισμός, αλληλοπεριχώρηση αντιθέτων.

[4]  Γίγνεσθαι

[5]  Νοείν

[6]  Φιλοσοφία της ζωής (π.χ. Νίτσε)

[7]  Φιλοσοφείν, αχρονίζειν.

[8]  Φαινόμενον, προφάνεια.

[9]  Πλάτων, εξαίφνης.

[10]  Χαϊντεγκερ, φαινομενολογία.

[11]  Ενικότητα του ΕΙΝΑΙ

[12]  Δυισμός κατά…«απορροή».

[13]  Διαλεκτική

[14]  Αναφορικότητα και Λακάν

[15]  Λόγος και ομιλείν

[16]  Ουσία

[17]  Νομιναλισμός

[18]  Βιτγκενστάιν, Tractatus.

[19]  Οντολογία

[20]  Κάντ

[21]  Παρμενίδης

[22]  Ηράκλειτος

[23]  Τελεολογία, εσχατολογία, θάνατος, υπερβατικότητα

[24]  Ηράκλειτος

[25]  Υπαρξισμός και φιλοσοφία του ζην

[26]  Διονυσιασμός

[27]  Νόημα

[28]  Χωρόχρονος

[29]  Αριστοτέλης

[30] Προπολιτισμός, ρουσσωική φυσιοκρατία

[31] Μπέκετ

[32] Φυσική θρησκευτικότητα

[33] Εν-τω-κόσμω-είναι

[34] Ερωτάν

[35] Ειδέναι ορέγεται φύσει (Αριστοτέλης, Μεταφυσική)

[36] Γεγονός του αναδημιουργείν (Τέχνη)

[37] Περιεχόμενο του υποκειμένου

[38] Ηράκλειτος, Ηρόδοτος (κρίση αιγυπτίων για έλληνες), Ευαγγέλιο και ΠΑΙΔΙ

[39] Γίγνεσθαι, μονάζειν, σκέπτεσθαι, Αριστοτέλους ΠΟΛΙΤΙΚΑ : θηρίο ή θεός.

[40] Μονοδιάστατος άνθρωπος (πχ. Μαρκούζε)…ως ΟΛΟΝ ωστόσο. Το θραύσμα ως ΟΛΟΝ (βλ.Στάθη Κομνηνού, «Χάσμα εν λόγω και ρυθμώ»)

[41] Οράν και ειδέναι

[42] Ταξικές διαφορές και πάλη των τάξεων

[43] Λέγειν

[44] Διαλεκτική

[45] Αναγκαιότητα …και ελευθερία

[46] Η Γλώσσα ως Οίκος του ΕΙΝΑΙ

[47] Γιγνεσθαι και Είναι, Ιστορικότητα του Dasein

[48] Λακάν και γέννηση του υποκειμένου

[49] Χάνα Αρεντ

[50] Παθείν, πάσχειν

[51] Αριστοτέλης και έννοιας της Κίνησης

[52] Βουλησιοκρατία, Σοπενχάουερ

[53] Μετοχή στο ΕΙΝΑΙ

[54] Στο εξής είναι φανερό πως υποδηλώνονται οι Μάρξ, Ένγκελς, Α.Σμίθ, Ρικάρντο, Προυντόν, Τρότσκι, Κευνς, Μπαμπέφ, Σαιν Σιμόν κλπ κλπ, με άλλα λόγια ο κοινωνικός στοχασμός από τον διαφωτισμό και δώθε.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος