Η προίκα της Μελτέμ, της Ηλέκτρας Δικαίου

Η προίκα της Μελτέμ, της Ηλέκτρας Δικαίου

proika meltemΧανιά 1898. Η καρδιοκλέφτρα πολιτεία, η πορσελάνινη πόλη, η πόρτα για ένα παρελθόν ρομαντικό και σκληρό, μας καλωσορίζει σε μια ιστορία που διαδραματίζεται στα σοκάκια της και στα τζαμιά της, πίσω από καφασωτά παράθυρα και κλειστές πόρτες, με ανθρώπους Κρητικούς ντρέτους, με γυναίκες αθώες και τρυφερές, με άντρες σκληρούς και απαιτητικούς. Και η μοίρα, σαν κακιασμένο αποπαίδι, να τους χειρίζεται όπως αυτή θέλει, αγνοώντας πάθη, έρωτες, φιλίες, συμφέροντα, ευχές. Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που φωτίζει άπλετα τη ζωή των Τουρκοκρητικών πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923.

Ο Χασάν μπέης, υφασματέμπορος ειδικευμένος «στα μεταξωτά και στα πολυτελή υφάσματα για τις μελάγιες και τα γιασμάκια…», και η φθισική γυναίκα του, Ζεϋνέπ, η απαιτητική, αναψοκοκκινισμένη αδερφή του, Ντουρού, ο γιος του, Ντενίζ, η μία οικογένεια. Ο σηροτρόφος Μουσταφά με τις δίδυμες Σεμά και Μεριέμ, δυο διαφορετικές γυναίκες που ερωτεύονται τον Ντενίζ, η μία ουσιαστικά, η άλλη πεισματικά, η άλλη οικογένεια. Και γύρω τους η Κρητική Επανάσταση του Θέρισου, η Κρητική Πολιτεία, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή….

Η ιστορία εξελίσσεται σε δύο περιόδους, το 1898 και το 2010. Τότε έχουμε την ιστορία των Τουρκοκρητικών, σήμερα έχουμε την ιστορία της Μελτέμ, δισέγγονης της Σεμά, που ζει στην Κωνσταντινούπολη, με τα δικά της ντράβαλα και χάνει τον κόσμο όταν ανακαλύπτει ότι δεν είναι Τουρκάλα αναντάμ παπαντάμ αλλά η καταγωγή της κρατάει από τα Χανιά. Έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι στο παρελθόν της οικογένειάς της, με αποκορύφωμα ένα ταξίδι στα Χανιά. Η ιστορία είναι δοσμένη σωστά και αρμονικά, η Μελτέμ δε μας απασχολεί πολύ, είναι απλώς μια ωραία κατακλείδα της πιο τρυφερής και ωραία γραμμένης ιστορίας που έχω διαβάσει ως τώρα. Με χαρά διαπίστωσα ότι η συγγραφέας δεν εκμεταλλεύεται το θέμα της για να γράψει σελίδες επί σελίδων, αντίθετα, παραμένει στον κεντρικό της άξονα, τα Χανιά του 19ου αιώνα ενώ η ιστορία της Μελτέμ είναι διακριτική, μικρότερη σε έκταση, χωρίς πολλές περιπλοκές και κουμπώνει ταιριαστά με την υπόλοιπη ιστορία ώστε να δοθεί το απαραίτητο φινάλε.

Το κείμενο είναι υποδειγματικό: λεξιλόγιο και χούγια της εποχής, εκπληκτικές περιγραφές των Χανίων και της καθημερινότητας της πόλης που άλλαζε τάσεις και συμπεριφορά ανάλογα με την πολιτική κατάσταση. Διάλογοι παραστατικότατοι, χαρακτήρες σάρκινοι, συνθήκες και καταστάσεις ανάγλυφα. Η πλοκή είναι συνταιριασμένη με τα ιστορικά γεγονότα αληθοφανέστατα. Η συγγραφέας δεν εκμεταλλεύτηκε την Ιστορία για να τραβήξει σχοινοτενώς την ιστορία της, ούτε έβρισκε αναληθοφανή ή αδικαιολόγητα περιστατικά ώστε να τα κολλήσει με το ζόρι στο χαμσίνι της Ιστορίας. Όχι. Η ιστορία του Χασάν μπέη δοκιμάστηκε από τη Μοίρα, δε βιάστηκε, ούτε έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η κυρία Δικαίου ξέρει καλά την ιστορία της αλλά και τον αναγνώστη. Νιώθει και δικαίως ότι οι χαρακτήρες που έπλασε έχουν δύναμη από μόνοι τους και αυθυπαρξία, το μόνο που έκανε ήταν να τους ντύσει με πλουμιστές λέξεις, να τους ψεκάσει με τ’ αρώματα του παζαριού και να τους τοποθετήσει μπροστά στον Βενιζέλο και τον Ινονού.

Σεργιάνισα με λαχτάρα τα παλιά Χανιά, από τις αγαπημένες μου πόλεις της Ελλάδας: Καλέ Καπί, το Χάνι του Μπάμια, ο φάρος, η Χαλέπα. Ίχνη ιστορίας, χνάρια ανθρώπων. Έζησα από κοντά την ευημερία της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, την αγωνία μετά την κρητική Επανάσταση, τη νηνεμία της Κρητικής Πολιτείας και μετά το αίμα του άδικου ξεριζωμού. Ναι, η ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν σφαγή και για τους δυο λαούς. Είχανε κι οι χριστιανοί τις ιστορίες τους και τους προγόνους τους στη Σμύρνη αλλά είχαν και οι μουσουλμάνοι τους δικούς τους στα ελληνικά εδάφη από όπου εκδιώχθηκαν βιαίως. Και η Προίκα της Μελτέμ είναι ακριβώς η ιστορία τους. Διαβάστε το και απολαύστε τι μπορεί να γράψει μια πένα όταν ξέρει καλά τι θέλει να δώσει στο αναγνωστικό κοινό.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Πίσω του, δυο βήματα μονάχα, αλλά ακολουθώντας τον καταπόδας, μια νεαρή γυναίκα με λεπτή κορμοστασιά, τυλιγμένη ολόκληρη με μια κάπα από απλό βαμβακερό ύφασμα χωρίς κεντίδια. Τα δάχτυλά της γυμνά από στολίδια, οι καρποί της άηχοι από βραχιόλια, τα αυτιά της άδεια από σκουλαρίκια, τα μάτια της άβαφα από μαύρο κολ, η ψυχή της πάλι γεμάτη μαύρο» (σελ. 10).

«Τα σπίτια είναι οι μήτρες των συναισθημάτων, τα γεννούν, τα θρέφουν, τα φιλοξενούν. Για πάντα. Είναι οι ανάσες των ανθρώπων που πότισαν τον χώρο, είναι τα λόγια τους και οι εικόνες τους που μένουν πάντα ζωντανές. Αρκεί να μην προσπαθήσεις να τις δεις με τα μάτια ανοιχτά. Αρκεί ν’ αφήσεις την καρδιά σου ν’ ανασκαλέψει. Αρκεί ν’ αφήσεις λίγο τη λογική στην άκρη» (σελ. 71).

«Άλλοι έκοβαν κι έραβαν πια τα ρούχα καταπώς τα είχε σχεδιασμένα ο καθένας τους. Και μερικές φορές καλά έκαναν, γιατί το νησί τις τελευταίες χρονιές είχε πνιγεί στο αίμα, είτε το δημιούργησε ο Θεός, είτε ο Αλλάχ, αδιακρίτως»  (σελ. 137).

«Καφασωτά παράθυρα και περιστεριώνες πάνω στις κορνίζες των σπιτιών έβλεπε, κοτζαμπάσηδες καλοντυμένους κι αβρούς και μεροδουλευτές με μπράτσα μελαψά και γυαλισμένα που τα γαλβάνισε η δουλειά, και χανούμισσες και καντίνες με φερετζέδες και τσαρτσάφια πλουμιστά, κρατώντας ανοιγμένες μαύρες ομπρέλες, να τραβάνε για την αγορά να ψωνίσουν τα στολίδια που φορούνε στα σοκάκια και τα καλούδια που κερνάνε στα χαρεμλίκια τους και τέλος, ομορφιά, αληθινή ομορφιά έβλεπε σε τούτο το μαχαλά με τα μάτια της ψυχής της, άνθη και κλαριά και βασιλικούς και δροσιά και φρεσκάδα» (σελ. 422).

Κράτα το

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος