Η φυγή

Η φυγή

Το είχε αποφασίσει, θα έφευγε! Έβαλε τα ρούχα της σε μία βαλίτσα, λίγα και απαραίτητα. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει. Δεν την ένοιαζε τι θα έπαιρνε ή τι θα άφηνε απλά μόνο να έφευγε μακριά, όσο πιο μακριά μπορούσε! 


Είχε ολόκληρη ζωή πίσω της. Οικογένεια, παιδί, σύζυγο, φίλους κι ατελείωτες υποχρεώσεις, όμως είχε φτάσει στα όριά της. Είχε τα πάντα, εκτός από τον εαυτό της. Αυτόν τον είχε παραμελήσει. Τον είχε αφήσει σε μία γωνία μόνο και απαρηγόρητο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος, είχε ξεχάσει ότι ζούσε… Πολλές φορές κοιτώντας στον καθρέπτη έβλεπε μια άλλη. Η παλιά της εικόνα, αυτή της όμορφης, χαρούμενης αισιόδοξης παρουσίας, είχε ξεθωριάσει και στα μάτια και στην ψυχή της. Έφταιγε, ναι, έφταιγε γιατί είχε αφήσει να συμβεί αυτό. Είχε επιτρέψει να ξεθωριάσει, είχε επιτρέψει να ξεχαστεί. να χαθεί μέσα στα πρέπει, στους συμβιβασμούς στις υποχρεώσεις που δεν της άφηναν χρόνο αλλά ούτε και διάθεση να «βγάλει βόλτα» την ψυχή της. Έτσι την άφησε εκεί, μόνη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που όσο περνούσε ο καιρός τόσο αποξενωνόταν και κάθε μέρα όλο και περισσότερο ξεθώριαζαν τα χρώματά της.

Την απόφαση την δούλευε καλά στο μυαλό της καιρό τώρα. Κάθε της ανάσα, κάθε της σκέψη την πήγαινε όλο και πιο κοντά στο ρίσκο. Στο ταξίδι χωρίς γυρισμό. Το ήξερε ότι αυτή η φυγή δεν θα είχε επιστροφή. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Όταν αφήνεις πίσω τη ζωή σου που την μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους, με σύζυγο και παιδί, ξέροντας πως δεν είναι τίμιο αυτό που κάνεις, ξέρεις ταυτόχρονα ότι δεν θα είναι τίμιο να επιστρέψεις. Οι πληγές που θα τους δημιουργήσει αυτή η φυγή θα μείνουν ανεξίτηλες και θα σκάβονται όλο και πιο βαθιά στην ψυχή με το πέρασμα των χρόνων. Είναι γεγονός πως η απουσία όσων αγαπάμε δεν ξεθωριάζει με τον χρόνο, αντιθέτως γίνεται όλο και πιο αισθητή, πιο δυνατή. Βγάζει κραυγές που η ηχώ τους δεν σβήνει. Περνάει μέσα από τα όρια του χρόνου, χτυπάει στα τοιχώματά του και επιστρέφει σε εμάς δυνατότερη και απελπιστικά πιο σπαρακτική. Πόσο μάλλον όταν αυτή η απουσία είναι ηθελημένη.

Εφόσον λοιπόν αποφάσισε να κάνει την ατιμία, γιατί ήξερε ότι αυτή ήταν η λέξη που χαρακτήριζε την απόφασή της να φύγει, έπρεπε να αναλάβει και το κόστος της απόφασής της. Να μη γυρίσει ποτέ, όσο κι αν ίσως κάποια στιγμή να το θέλει.

Τα ήξερε όλα αυτά, τα είχε σκεφτεί. Όμως, πως μπορούσε να καταπιέσει πάλι για άλλη μία φορά την ψυχή της; Ήδη της είχε κάνει μεγάλο κακό. Αν έμενε κι άλλο θα την έχανε για πάντα. Αναρωτιόταν τι άραγε θα μπορούσε να προσφέρει και τι θα μπορούσε να χαρεί με άδεια ψυχή; Μία ήταν η λύση… Η φυγή! Η φυγή, λένε, είναι το φάρμακο των αδύναμων κι αυτή ποτέ της δεν ήταν αδύναμη! Ούτε κι όταν, μικρό παιδί ακόμα. έχασε τον πατέρα της σε εργατικό ατύχημα κι έπρεπε να πάρει αυτή τα ηνία της οικογένειας. Έπρεπε να δουλέψει για να την συντηρεί, μιας και δεν έφτανε ο πενιχρός μισθός της μητέρας της, ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε σε νυχτερινό σχολείο. Έτσι είχε μάθει από μικρή, να παλεύει έστω κι αν ήξερε ότι ίσως στο τέλος θα έχανε το παιχνίδι.

Τώρα όμως έπρεπε να κάνει αυτό που δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να κάνει ποτέ. Να πληγώσει τους ανθρώπους που αγαπούσε. Περισσότερο από όλους το ίδιο της το παιδί, εγκαταλείποντάς το! Είχε φτάσει στα όριά της κι ήξερε πολύ καλά ότι αν έμενε, στην ουσία πάλι θα απουσίαζε. Θα ήταν και πάλι μια ακόμη ατιμία, απλά αυτή τη φορά θα ήταν με το προκάλυμμα του γάμου και της αρμονικής οικογενειακής ζωής. Πόσοι άνθρωποι άραγε δεν ζουν συμβατικά μόνο και μόνο γιατί έτσι πρέπει, είτε γιατί το επιβάλλουν οι κανόνες της κοινωνίας, είτε γιατί υπάρχουν παιδιά που θα πληγωθούν. Έτσι, μένουν σε έναν γάμο για το θεαθήναι, ενώ στην ουσία απουσιάζουν από αυτόν.
«Άραγε τι είναι πιο τίμιο;» αναρωτήθηκε, «Να μένεις σε έναν γάμο συμβατικά και να κάνεις την ζωή που θα ήθελες στο παρασκήνιο κοροϊδεύοντας τους γύρω και τον ίδιο σου τον εαυτό ή να πάρεις την απόφαση να περπατήσεις τον δρόμο της φωτιάς, αυτόν που προστάζει η ψυχή σου; Να τον περπατήσεις μόνος, επωμιζόμενος όλες τις ευθύνες που ακολουθούν αυτή την απόφαση;» αναρωτήθηκε ξέροντας όμως ότι η απάντηση ήταν η πράξη που μόλις θα έκανε… Η φυγή.

Έβαλε στην βαλίτσα την φωτογραφία της κόρης της, αυτή από τα τελευταία της γενέθλια. Δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε σε έναν λευκό φάκελο κι έγραψε απ’ έξω «σε σένα και στην κόρη μας»… Τρεις φράσεις μόνο υπήρχαν σε αυτό το γράμμα. Τρεις φράσεις που δεν εξηγούσαν τίποτα στους αγαπημένους της, λες και τους έκανε χάρη να τις γράψει:
«Φεύγω γιατί δεν αντέχω άλλο! Μη με ψάξεις. Να προσέχεις το παιδί.»

Άφησε το φάκελο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Προχώρησε προς την πόρτα. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη και το σκοτάδι ήταν πυκνό έξω. Γύρισε και κοίταξε το χώρο που μέχρι πριν λίγο φιλοξενούσε τα όνειρα, τις επιθυμίες, την ίδια της τη ζωή. Χαμογέλασε πικρά κι ένα δάκρυ κύλησε από τα λυπημένα μάτια της.

«Δεν υπάρχει γυρισμός» ψιθύρισε, σαν να ήθελε να το πιστέψει η ίδια περισσότερο.

Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στη νύχτα βιαστικά, πριν στείλει ο ήλιος τις πρώτες ζεστές του αχτίδες στην μικρή αυτή άκρη του κόσμου… Ενός κόσμου που πλέον δεν ήταν δικός της.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά.

«Μπαμπά, κοίτα! Επιτέλους! Διορίστηκα! Είμαι πολύ χαρούμενη!!!»

Ο Δημήτρης την κοίταξε με έκπληξη. Δεν πίστευε στα αυτιά του! Η κόρη του είχε κάνει τεράστιες προσπάθειες για να καταφέρει αυτό που μόλις του ανακοίνωσε!

«Αλήθεια Χαρά μου; Λες αλήθεια; Μη με κοροϊδεύεις, γιατί δεν θα το αντέξω κι αυτό!», απάντησε ο Δημήτρης με αγωνία.

«Ναι πατέρα!!» φώναξε εκείνη, «Κοίτα! Επιτέλους, θα μπορώ να προσφέρω στους ανθρώπους αυτό για το οποίο πάλεψα, αυτό που αγαπώ! Περίθαλψη, ιατρική φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη!», ανακοίνωσε περιχαρής κρατώντας το πολυπόθητο χαρτί ψηλά στον αέρα.

Η Χαρά είχε μεγάλη αγάπη στην Ιατρική. Μετά από πολλούς αγώνες και της ίδιας, αλλά και του πατέρα της κατάφερε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα.

Ο Δημήτρης ήταν ένας απλός άνθρωπος του μεροκάματου, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, όμως λάτρευε τόσο την κόρη του που έγινε στήριγμά στον αγώνα της για την επίτευξη του στόχου της, την Ιατρική. Δούλευε μερόνυχτα. Γιορτές και αργίες τις είχε ξεχάσει, άλλωστε δεν ήθελε να τις θυμάται. Στο σπίτι πλέον, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. δεν τον περίμενε κανείς. Γιορτές, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, ήταν μόνος. Η Χαρά σπούδαζε στην Αγγλία κι έτσι, ακόμη και τις γιορτές, προτιμούσε να εργάζεται οπουδήποτε τον καλούσαν. Μετά την φυγή της γυναίκας του, δεν υπήρχε τίποτα πλέον γι’ αυτόν πέρα από την Χαρά του. Η αιτία της ύπαρξής του ήταν η κόρη του και μόνο αυτή.

«Δώσε μου βρε άτιμο πλάσμα το χαρτί! Μη με βασανίζεις άλλο!», της φώναξε και αμέσως εκείνη έτρεξε πάνω του. Πατέρας και κόρη αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να χοροπηδούν σαν μικρά παιδιά που μόλις πήραν το πιο όμορφο δώρο από τον Άγιο Βασίλη.

«Ας το γιορτάσουμε!» φώναξε ο Δημήτρης. «Κερνάω σουβλάκια!»

«Χα! χα!... βρε μπαμπά, με σουβλάκια νομίζεις ότι θα την βγάλεις;»

«Πάμε όπου θες Χαρά μου, σήμερα έχουμε μεγάλες χαρές!»

Κι έτσι πατέρας και κόρη, με αυτό τον απλό τρόπο, γιόρτασαν το πιο χαρμόσυνο γεγονός που συνέβη στη ζωή τους τα τελευταία χρόνια.
Ο διορισμός την Χαράς ήταν γεγονός. Σύντομα ένα νέο ξεκίνημα θα την περίμενε, αλλά και μια έκπληξη που θα της άλλαζε τη ζωή..

Μια εβδομάδα μετά.

Το πιο όμορφο πρωινό της ζωής της ήταν αυτό! Ένα πρωινό που σηματοδοτούσε το πιο αισιόδοξο ξεκίνημα. Οι σκέψεις της καθώς οδηγούσε προς το Ίδρυμα Ψυχικών Νοσημάτων, από σήμερα ο χώρος εργασίας της, ήταν οι πιο ελπιδοφόρες, αυτές που περίμενε χρόνια τώρα. Πάρκαρε στον προαύλιο του Ιδρύματος και προχώρησε προς το εσωτερικό του, χαζεύοντας παράλληλα τον χώρο. Κατά την είσοδό της στο εσωτερικό του κτιρίου μια ανδρική φωνή την υποδέχθηκε. Ήταν ο διευθυντής του Ιδρύματος:

«Καλημέρα σας! Καλώς ορίσατε και καλή σταδιοδρομία σας εύχομαι!»

«Σας ευχαριστώ θερμά κύριε διευθυντά και σας υπόσχομαι να ανταποκριθώ επάξια στα καθήκοντά μου βρισκόμενη πάντα δίπλα στους ασθενείς και σε όσους με έχουν ανάγκη!»

Ο διευθυντής του Ψυχιατρικού Ιδρύματος χαμογέλασε και με μια εγκάρδια χειραψία καλωσόρισε επισήμως την νεοφερμένη επιστήμονα. Είχε ακούσει τα καλύτερα γι’ αυτή την κοπέλα. Το βιογραφικό της ήταν χάρμα οφθαλμών, όπως κι η ίδια φυσικά..

«Εδώ είναι το γραφείο σας» της είπε, παρουσιάζοντάς της παράλληλα το χώρο «για οτιδήποτε χρειαστείτε, μη διστάσετε να με ενημερώσετε. Εμείς εδώ στηρίζουμε τους συναδέλφους, ειδικά τους νεοφερμένους και αξιόλογους όπως εσείς. Ότι χρειαστείτε λοιπόν στη διάθεσή σας!»

«Σας ευχαριστώ, απάντησε με ικανοποίηση η Χαρά. Σας υπόσχομαι να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου και να υπηρετήσω πιστά και ευσυνείδητα αυτό για το οποίο πάσχισα τόσα χρόνια και φυσικά λατρεύω. Τον άνθρωπο», απάντησε με περηφάνια εκείνη.

«Είμαι σίγουρος πως αυτό θα κάνετε!» της απάντησε χαμογελώντας και κάνοντας μεταβολή κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.

Η Χαρά έμεινε μόνη. Περιεργάστηκε το χώρο και πήρε θέση στο γραφείο της. Ένα νέο ξεκίνημα, μια καινούργια ζωή, η ζωή της ως γιατρού, άρχιζε μόλις τώρα. Το χαμόγελο της ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη της. Άνοιξε τον φάκελο με τα ονόματα των ασθενών που θα είχε υπό την εποπτεία της κι άρχισε να διαβάζει το ιστορικό τους. Αυτό όμως το άψυχο χαρτί με τα ονόματα, έμελλε να ζωντανέψει το παρελθόν της και να χαράξει το μέλλον της οριστικά και αμετάκλητα..

Αρκετές ημέρες μετά…

Η κυρία με τα γκρίζα μαλλιά και τα θλιμμένα μάτια καθόταν πάντα στον κήπο εκείνη την γλυκιά ώρα του σούρουπου.. Κρατούσε στο χέρι της ένα βιβλίο, το οποίο όμως σπάνια την είχε δει να το διαβάζει. Κάποιες στιγμές το άνοιγε σε μια συγκεκριμένη σελίδα, το κοιτούσε και έτσι ξαφνικά τα δάκρυα ξεχύνονταν σαν ορμητικοί χείμαρροι από τα θλιμμένα μάτια της. Στη συνέχεια κάτι ψιθύριζε, έκανε μια κίνηση σαν να χάιδευε το άψυχο βιβλίο και το ξανάκλεινε. Και τότε, όπως έτσι ξαφνικά άρχιζαν όλα, το ίδιο ξαφνικά τελείωναν. Τα δάκρυα που πριν κυλούσαν ασταμάτητα στέρευαν, οι λυγμοί που την έκαναν να τραντάζεται ολόκληρη σταματούσαν και το βλέμμα ξαναγυρνούσε στην προηγούμενη κατάστασή του. Στο πλήρες κενό. Έτσι ξαφνικά, σαν να πατούσε κάποιος αόρατος χειριστής ένα κουμπί και η ανθρώπινη μαριονέτα υπάκουε στις εντολές του. Ξεκίνημα, σταμάτημα. Αρχή και τέλος.

Η Χαρά την είχε παρατηρήσει άπειρες φορές. Διαβάζοντας το ιστορικό της ήξερε ότι η γυναίκα αυτή στην ουσία ήταν πολύ νεότερη σε ηλικία από ότι φαινόταν. Στα 55 της φαινόταν ήδη μια δεκαετία μεγαλύτερη... Τα γκρίζα μαλλιά, το γερασμένο πρόσωπο, η άρνηση για ζωή και για επικοινωνία κάθε είδους, φαινόταν στα μάτια της. Δεν είχαν ελπίδα, ήταν μάτια νεκρού, μάτια χωρίς ψυχή. Την Χαρά όμως, όποτε την εξέταζε, αυτά τα μάτια την άγγιζαν. Έβλεπε μέσα τους πολλά πράγματα. Έβλεπε μέσα τους βαθιά συναισθήματα που όμως ένιωθε πως είχαν φυλακιστεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν μπορούσαν να βρουν την έξοδο προς το φως... Ήταν περίεργο, αλλά αυτά τα μάτια κάτι της θύμιζαν, της έδιναν την αίσθηση ότι κάποτε τα είχε λατρέψει σαν να τα ήξερε από την πρώτη της ανάσα… Το χειρότερο όμως όλων ήταν η παραμόρφωση στο πρόσωπό της. Αυτή τη γυναίκα είχε πέσει θύμα ενός παράφρονα άνδρα που την βασάνιζε, την κακοποιούσε και την εκμεταλλευόταν. Στην τελευταία πράξη το δράμα της ζωής της είχε σαν επίλογο την πυρπόληση. Ναι, ο διεστραμμένος νους του «συντρόφου της», τον όπλισε να βάλει το σχέδιό του σε πράξη. Ενώ λοιπόν εκείνη κοιμόταν, την έλουσε με βενζίνη, άναψε ένα σπίρτο και η γυναίκα αυτή έγινε παρανάλωμα. Ενώ εκείνη ούρλιαζε από τους τρομερούς πόνους κι εκλιπαρούσε, εκείνος παρακολουθούσε γελώντας. Όταν τελικά αποφάσισε να σβήσει την φωτιά από το κορμί της, ήταν ήδη αργά. Οι σάρκες της κρέμονταν καρβουνιασμένες και οι πληγές της ήταν τόσο βαθιές, που μπορούσες να δεις τα οστά της σε κάποια σημεία. Την μετέφερε στο πλησιέστερο νοσοκομείο, και εξαφανίστηκε μην αφήνοντας κάποιο στοιχείο για το άτομό της, ούτε φυσικά για τον ίδιο. Οι γιατροί που την ανέλαβαν στα εξωτερικά ιατρεία δεν ασχολήθηκαν με το ποιος, πότε και γιατί, δεν ήταν εξάλλου η δουλειά τους αυτή. Προσπάθησαν να την σώσουν και το κατάφεραν. Τουλάχιστον γλύτωσαν την ζωή της, όχι όμως το σώμα και το πρόσωπό της. Αυτά έμειναν παραμορφωμένα όπως και η αιμορραγούσα ψυχή της, η οποία βυθίστηκε στο σκοτάδι όπως βυθίζεται ο σκοτεινός ουρανός όταν του λείπει η πανσέληνος… Έκτοτε δεν μίλησε ποτέ, καμία λέξη δεν βρήκε διάδρομο να περάσει από το σκοτεινιασμένο μυαλό της στα σφαλισμένα χείλη της. Έτσι φώλιασε ο χειμώνας στην βασανισμένη ύπαρξή της. Ο χειμώνας και η λήθη βρήκαν πρόσφορο έδαφος και έχτισαν εκεί τον θρόνο τους και την κατέκτησαν ίσως για πάντα.

Η Χαρά λυπόταν τόσο γι’ αυτή την γυναίκα χωρίς όνομα. Τη γυναίκα χωρίς φωνή. Την ένιωθε δικό της άνθρωπο, όχι ότι το ίδιο δεν ίσχυε με τους υπόλοιπους ασθενείς της, αλλά με την συγκεκριμένη υπήρχε ένα περίεργο δέσιμο. Κάτι που και η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Κατέβηκε στον κήπο του ιδρύματος και την πλησίασε, για πολλοστή φορά η γυναίκα κοιτούσε την ανοιχτή σελίδα του βιβλίου της και τα δάκρυα έτρεχαν καυτά από τα μάτια της. Η Χαρά κάθισε κοντά της κι αμέσως εκείνη έκλεισε το βιβλίο και -όπως ήταν σύνηθες- σταμάτησε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε την Χαρά με ένα βλέμμα που φανέρωνε λατρεία.

«Τι κάνουμε σήμερα; Είμαστε καλύτερα;», τη ρώτησε η Χαρά… Η γυναίκα αναστέναξε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ένα δάκρυ φάνηκε στην άκρη των ματιών της και η Χαρά πρόλαβε να το σκουπίσει με τα δάχτυλά της πριν πάρει τον δρόμο που είχαν χαράξει στα μάγουλά της εκατοντάδες άλλα πριν από αυτό. Η γυναίκα άρπαξε το χέρι της Χαράς και το φίλησε, κρατώντας σφιχτά το βιβλίο στο στήθος της.

«Μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά. Να είστε σίγουρη, σας το εγγυώμαι!»

Η γυναίκα χαμογέλασε και κούνησε για άλλη μια φορά το κεφάλι.

«Πρέπει να πάω να δω τους υπόλοιπους ασθενείς. Θα τα ξαναπούμε πριν την κατάκλιση.. Θα σας πω μια ιστορία για καληνύχτα.. Φεύγω προς το παρόν.» της είπε και προχώρησε προς το γραφείο της.

«Μα τι περίεργη γυναίκα» σκέφτηκε καθώς άνοιγε τους φακέλους με το ιστορικό των ασθενών της.

Το τηλέφωνο χτύπησε και την έκανε να βγει από τις σκέψεις της. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν ο πατέρας της.

«Χαρά μου, τι ώρα θα έρθεις σήμερα; Έχεις ήδη αργήσει πολύ. Συμβαίνει κάτι; ανησυχώ…»

«Όχι πατέρα, μην ανησυχείς. Έχω εφημερία, το ξέχασες;»

«Έχεις δίκιο, το ξέχασα. Οπότε, να μη σε περιμένω.»

«Ναι πατέρα, φάε κάτι και κοιμήσου να ξεκουραστείς, Θα τα πούμε το πρωί. Ξέχασα, Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνη την παράξενη ασθενή;»

«Ναι, φυσικά θυμάμαι. Μιλάς για εκείνη που την έκαψε ο άνδρας της ζωντανή, εκείνη με το βιβλίο…» της απάντησε ο Δημήτρης.

«Ναι, αυτή. Σήμερα καθώς της μιλούσα ανταποκρίθηκε για πρώτη φορά! Της υποσχέθηκα το βράδυ να περάσω να την δω πριν την κατάκλιση και να της πω την ιστορία μας…»

«Την ιστορία μας;» απάντησε ο πατέρας έκπληκτος.

«Ναι, αυτή με την μαμά… που μας άφησε όταν ήμουν μικρό παιδί και δεν την ξαναείδα ποτέ.».

«Χαρά», την διέκοψε ο πατέρας, «αυτά είναι προσωπικά θέματα και δεν αφορούν κανέναν, πόσο μάλλον τους ασθενείς σου!!! Δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε!»

«Πατέρα, έτσι θα την βοηθήσω. Ίσως της κάνει καλό να μάθει ότι όλοι οι άνθρωποι ακόμη και αυτοί που φαίνονται υποτίθεται ανώτεροι, έχουν περάσει κάποιο δράμα στη ζωή τους.. Έχουν πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Πιστεύω πως αν εγώ σαν θεράπων γιατρός της αποδείξω πως θα μπορούσα άνετα να είμαι στην θέση της, ίσως την βοηθούσα να επανέλθει! Είναι μια μέθοδος που, αν το δεις επιστημονικά, βοηθά πολύ».

«Τι να σου πω κορίτσι μου.. αν θεωρείς ότι με αυτό θα βοηθήσεις έναν άρρωστο άνθρωπο, κάντο… Εσύ ξέρεις καλύτερα!» της απάντησε ο Δημήτρης.

"Μην ανησυχείς πατέρα" απάντησε η Χαρά, "ξέρω πολύ καλά τι κάνω!"

Δεν ήξερε όμως πως η τελευταία πράξη του δράματος της ζωής της θα παιζόταν εκείνο το βράδυ…

Την ώρα της κατάκλισης, κι ενώ είχε τελειώσει το επισκεπτήριο, πήγε στο δωμάτιο της γυναίκας. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κρατώντας το βιβλίο σφιχτά στο στήθος της. Κάθισε δίπλα της. Εκείνη την κοίταξε με το γνωστό βλέμμα.

«Σας υποσχέθηκα μια ιστορία, ήρθα να σας μιλήσω για μένα, για την δική μου ιστορία» της είπε η Χαρά. «Αυτή που με σημάδεψε από μικρό παιδί και την ξαναζώ καθημερινά. Πέρασαν 25 χρόνια κι όμως είναι σαν να έγινε εχθές, ακόμα νιώθω έντονα τα σημάδια από τις πληγές που μου άφησε. Πολλές φορές με πονάνε τόσο, που θέλω να ουρλιάξω! Βλέπετε οι πληγές της ψυχής είναι πιο επώδυνες από της σάρκας. Δεν επουλώνονται ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν! Πριν από είκοσι πέντε χρόνια λοιπόν...» η γυναίκα σήκωσε το χέρι και της έκλεισε το στόμα. Η Χαρά ξαφνιάστηκε.

«Μη μιλάς!», της είπε η γυναίκα ξαφνιάζοντας της τόσο, που η Χαρά άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

«Μιλάτε;» της είπε η Χαρά τόσο ξαφνιασμένη σαν να είχε μόλις ακούσει το πιο εξωπραγματικό γεγονός.

«Μιλάει η ψυχή Χαρά μου», της απάντησε εκείνη και συνέχισε:

«Είχα κάνει ένα λάθος κάποτε. Πήρα το δρόμο της φυγής, ξέροντας ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ. Νόμιζα τότε πως η ευτυχία που μου χρωστούσε η ζωή βρισκόταν κάπου αλλού κι όχι εκεί που ζούσα. Λάθεψα στην κρίση μου. Μια υπόσχεση κι ένα πάθος, θόλωσαν το μυαλό μου κι έτσι αποφάσισα να αφήσω ότι πιο όμορφο είχα στη ζωή μου και να ακολουθήσω τις σειρήνες που με μάγεψαν. Μάζεψα σε μια βαλίτσα όνειρα, ελπίδες, τα θέλω κι έφυγα μέσα στη νύχτα λαχταρώντας μια καινούργια αρχή. Άφησα ένα γράμμα πίσω μου, δύο λέξεις, γιατί έτσι πίστευα πως όφειλα να κάνω. Έτσι αντιμετώπισα τους ανθρώπους που διέγραψα από τη ζωή μου, χωρίς να ξέρω ότι διέγραφα την ζωή μου την ίδια! Ήξερα πως ο δρόμος που είχα αποφασίσει να περπατήσω δεν θα είχε επιστροφή. Έπρεπε να επιλέξω.. κι επέλεξα την Φυγή! Κοίταξέ με! Δες τα σημάδια στο πρόσωπο στο σώμα στην ψυχή. Έτσι πλήρωσα την επιλογή μου, έτσι μου άξιζε!»

Η γυναίκα άνοιξε το βιβλίο κι έβγαλε από την γνωστή σελίδα μια φωτογραφία. «Κοίταξέ την!» πρότεινε στη Χαρά δείχνοντάς της παράλληλα την φωτογραφία «Είναι η κόρη μου, στα πέμπτα της γενέθλια. Είναι ότι πιο όμορφο δημιούργησα, το δώρο του Θεού που όμως εγώ προτίμησα να εγκαταλείψω!»

Η Χαρά έμεινε άναυδη να κοιτάζει το πρόσωπο στη φωτογραφία. «Αυτό το χαριτωμένο κοριτσάκι που έσβηνε τα κεράκια στην τούρτα κάπου το είχε ξαναδεί.» σκέφτηκε με έκπληξη. «Μα, ναι! Ήταν η ίδια την ημέρα των γενεθλίων της!»

«Μα πως... πως βρέθηκε η φωτογραφία μου στα χέρια σου; Ποια είσαι;;» ρώτησε με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη.

«Είμαι αυτή που σε διέγραψε πριν από 25 χρόνια.» της απάντησε η γυναίκα, «Είμαι αυτή που αποφάσισε για σένα χωρίς εσένα. Είμαι αυτή που έκανε τις επιλογές της, τις έζησε όπως πίστευε ότι ήθελε και τις πλήρωσε όπως ακριβώς της άξιζε! Βλέπεις τις πληγές μου; Ναι, το πλήρωσα ακριβά!»

Η Χαρά προσπάθησε κάτι να πει, αλλά η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Οι σκέψεις μπλόκαραν στο μυαλό της, προσπάθησε να τις εκφράσει με λόγια αλλά ήταν αδύνατο.!! Το σοκ των αποκαλύψεων ήταν πολύ μεγαλύτερο από την δύναμη της έκφρασης.

«Ευχαριστώ το Θεό όμως για όλα» συνέχισε η γυναίκα, «για τις πληγές μου, για τα σημάδια στο σώμα και στην ψυχή… για όλα!! Μα πάνω από όλα τον ευχαριστώ που με κράτησε ζωντανή κι ας μη μου άξιζε!» και συμπλήρωσε κοιτώντας την στα μάτια.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Συγκλονιστική ιστορία…Δίνει τροφή για σκέψη….
    Άραγε θα βρει τη λύτρωση η πονεμένη ψυχή της ηρωίδας σας?
    ΜΠΡΑΒΟ ΣΑΣ!!!

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Μια ολόκληρη ζωή που τη χωρέσατε σε μια μικρή ιστορία βιβλίου!!!! Μια ιστορία που συγκλονίζει!!!! Μπράβο σας!!!!!!!

    Απάντηση
  3. Καλλιόπη Κουντουρόγιαννη

    Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς για τα καλά σας λόγια! Χίλια ευχαριστώ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος