Η άνοιξη — σημείο τομής.
Δεν έρχεται· ξυπνά,
μια νύχτα κατανυκτική,
γεμάτη αρχαία σκιρτήματα.
Αναδύεται
σαν μνήμη που επιστρέφει στο σώμα,
σαν εσωτερικό θρόισμα της ύπαρξης
που ξεθωριάζει τη σκοτεινιά.
Σιωπή. Δέος.
Το κερί στάζει αργά,
οι ψυχές σκύβουν χαμηλά.
Ο Επιτάφιος περνά,
μύρα που μεθούν τη λήθη,
λουλούδια που κλέβουν το άρωμα του θανάτου.
Όλα συνυφαίνονται
σε μια θριαμβευτική αναγέννηση.
Ο χρόνος στέκεται αβοήθητος,
παύει να εξουσιάζει,
και ο αδιάσπαστος κύκλος της φθοράς
γίνεται γέφυρα
σε μια σύνθεση παραδόξου.
Στο μωβ του δειλινού,
πριν από την ανάσα της νύχτας,
το χώμα ανοίγει χωρίς θόρυβο,
ο θάνατος,
σιωπηλός, παντοδύναμος,
λιώνει στη βεβαιότητά του.
Όχι με κραυγή —
με φως αδιόρατο,
τρυπά το σκότος σαν λεπτό μαχαίρι.
Και η νίκη –
δεν αναγγέλλεται.
Πάλλεται, σαν υπαρξιακή επιβεβαίωση.
Κάτω από το βλέμμα της άνοιξης
η ζωή συνεχίζεται αλλιώς·
ο έρωτας –
η μόνη δικαιοσύνη που απέμεινε
λούζει τα σώματα
με ανάσες αναγέννησης.
Στην πιο λεπτή ρωγμή της ύπαρξης,
στην καρδιά της στιγμής,
μες στις λεβάντες που ανθίζει
η πιο λευκή ελπίδα· ο έρωτας κείτεται γυμνός.
Αναστενάζει με αδιάκοπη αμφισημία,
στην καθαρότητα του νέου πρωινού,
και πλημμυρίζει κάθε σταγόνα της νωπής αύρας.
Στον χορό των λουλουδιών
η ζωή ξαναρχίζει από το μηδέν,
στα χέρια των εραστών.
Κάθε άγγιγμα,
όχι επιθυμία –
αλλά ισορροπία.
Το σώμα θυμάται
δεν πλάστηκε για το τέλος,
αλλά για την επιστροφή.
Τα χέρια που σμίγουν
δεν ζητούν – επιβεβαιώνουν:
πως η ζωή είναι πείσμα φωτός.
Η αδικία προσωρινή σκιά, αγκάθινο στεφάνι.
Τίποτα αληθινό δεν πεθαίνει.
Η Ανάσταση δεν είναι γεγονός.
Είναι τρόπος να υπάρχεις.
Και η άνοιξη –
η ήσυχη συνωμοσία του κόσμου
υπέρ της ζωής.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια