
γράφει ο Γκέλη Ντηλιά
Αν ο άνεμος είχε φωνή, αυτή θα ήταν η ποιητική σκέψη του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου.
Αν η γη είχε φωνή, θα είχε το ηχόχρωμα της ποιητικής γραφής της Κασσιανής Μαρτινάκη.
Δυο σύγχρονοι υπηρέτες της ποίησης σε μια συνομιλία σε κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη.
Δεκαέξι φωνές/πνοές, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές, άλλοτε θροΐσματα που μόνο τα ξωτικά αφουγκράζονται, ζευγαρώνουν λυρικά και αποκαλύπτουν αυτά που όλοι κοιτάζουμε, αλλά δεν βλέπουμε.
Γεμάτη χρώματα η ποίησή τους, αφήνει τους στίχους της σαν τον μίτο της Αριάδνης ώστε ο αναγνώστης να καταφέρει να βγει σώος από τον λαβύρινθο της ματαίωσης.
«…τα σκόρπια φύλλα του Σεπτέμβρη σου/τα καφεκόκκινα χόρευαν στον ήλιο…/», γίνονται, «Θρόισμα μες στις φυλλωσιές μου και στο φως/κόκκινα φύλλα να σκορπάς μέσα στον κόρφο μου…».
Κι αν ο άνεμος γράφει τραγούδια, «για της ζωής την ομορφιά», η γη ευγνωμονεί και του ζητά, «τραγούδια να γράφεις, ψίθυρους να σέρνεις» και αυτομάτως προβάλλουν νότες χαρούμενες μέσω του διαλόγου τους.
Στη μεταξύ τους αρμονική κουβεντούλα, τα δυο στοιχεία της φύσης κεντάνε σταυροβελονιά τις ευαισθησίες τους, παλλόμενα από ανάμεικτα συναισθήματα που αγκαλιάζονται συμπορευόμενα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Λέει η γη, «έρχεσαι παγερός βοριάς, απλώνεις χιόνι/μες στις νιφάδες οιωνός/μάταια τα κλαδιά γυμνά, για να σ’ αγγίξω./Χειμώνας και ουρλιάζεις στη σιωπή.». Κι ο άνεμος που τριγυρνά εδώ και εκεί «ασώματος», γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τα έπεα πτερόεντα, «Λόγια του ανέμου» πάει να πει/ «λόγια κουτά»…».«Σ’ ακούω» ψελλίζει κοιτώντας ψηλά.», εκείνη.
Το νερό και η φωτιά δεν είναι αμελητέα σε αυτή τους την κουβέντα. Διαρρέουν ή κατακαίνε τις ποιητικές περιγραφές τους. «Το νερό κυλάει στα σπλάχνα σου», της τονίζει εκείνος. «Τινάζω στάχτες κι ο χορός μου συνεχίζει…/κι όλη η φωτιά του κόσμου δεν μ’ αγγίζει.», δηλώνει με πυγμή, σθένος και αποφασιστικότητα εκείνη.
Επικοινωνούν αντικριστά, απέναντι σαν δύο φίλοι που ανταμώνουν και άλλοτε υψώνονται, άλλοτε καταποντίζονται μέσα από τη μεταφυσική τους διάσταση. Δυο φωνές, η μια να φυσά η άλλη να γειώνει, ένας γάμος που η επιβίωσή του δεν βολεύεται στην ασφάλεια, αλλά στην ανασφάλεια που θα τους κινητοποιήσει να σηκώσουν τα μανίκια, να βάλουν πλάτη για να επιτευχθεί η πολυπόθητη προσέγγιση και τελικά η ευδαιμονία, παρόλο που δεν θα κρατήσει πολύ, εν γνώσει τους.
Και πάλι από την αρχή.
Κορυφαία στιγμή, η ένατη φωνή της γης στη σελίδα 29, όταν αναφωνεί «Όλα είναι εύκολα, εκτός απ’ τους ανθρώπους./Ποτέ μου δεν ζωγράφισα την τέλεια ευτυχία/ποτέ μου βλέμμα απαλλαγμένο από σκιές/ποτέ ένα ατόφιο όνειρο δεν πέτυχα/ποτέ.»
Δυο στοιχεία αντιθετικά, ο άνεμος-ενεργό, η γη-αδρανές. Κι όμως ποιητικά, ακόμη και οι φυσικοί νόμοι αντιστρέφονται. Και εκείνη, που υποτίθεται πως δέχεται στωικά όλα τα παιχνιδίσματα του, έρχεται στη θέση του και τότε εγένετο η ποιητική συλλογή «στη γη του ανέμου» πνοές-φωνές της ποίησης από τις εκδόσεις Κυβέρτι. Η γη, ως θηλυκό, ανοίγεται και επιτρέπει, συναινεί στον άνεμο, το αρσενικό, να την κουρσέψει. Και αντιστρόφως εκείνος την φλερτάρει επίμονα, μέχρι να το καταφέρει υπερηφανευόμενος «Ξέρω παιχνίδια χίλια-δυό!/Και που να φέξει!».
Κορυφαία στιγμή, η ενδέκατη πνοή του ανέμου στη σελίδα 32, «Φυσώ,/σου διώχνω τον καπνό, να γίνω ανάσα σου/τη σκόνη παίρνω από τα μάτια σου/απ’ τα χέρια/να λάμψεις πάλι μες στο φως».
Αιματώδης ο άνεμος, μελαγχολική εκείνη, συνδυασμός εκρηκτικός, σχέση αιώνια. Εκείνη φωνάζει, «κι ούτε μια τέλεια ευθεία στα όνειρά μου». Εκείνος της σφυρίζει «Ένας ο δρόμος της ζωής/μια κατεύθυνση» και σε άλλο σημείο, «Παντού η ζωή σε χίλιες όψεις, χίλια ονόματα.». Η επιχειρηματολογία του ενός και της άλλης δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την αβρότητα και των δυο.
Η Γκέλη Ντηλιά είναι ποιήτρια και συγγραφέας.






0 Σχόλια