Αρχική › Ποίηση

Ποίηση

Μέρα 7η, της Μάχης Τζουγανάκη

Μάχη Τζουγανάκη

10.04.2016 · 3′ ανάγνωσηFacebookX

Salix_sepulcralis

«Κοίτα με άδειος είμαι… Τούτα που βλέπεις τα δάκρυα

Της κούνιας μου είναι του παγωμένου μου δωματίου

Κοίτα με που δεν αντέχω τον ήλιο, μου καίει τις πληγές

μα εγώ έμαθα να τις ξύνω τόσο καιρό για να ματώνουν

Κι ύστερα στα κρυφά να ρουφάω το ζεστό μου αίμα να ξεδιψώ

Δεν είσαι ό,τι θέλω να θυμάμαι δεν είμαι ούτε και εγώ

Τούτο το κλαδί εδώ γνωρίζει καλύτερα τι πράσινο ζητά

Κι εγώ σε καμιά ανθοφορία δε χώρεσα ποτέ έναν ανθό

Δε μου ‘μαθες να ποτίζω τις χαρές μου και τις ξέχασα

Έμαθα πάντα κηπουρός σε ξένους κήπους να σκαλίζω

να θαυμάζω με κομπασμούς και προσκυνήματα μεγάλα

όλους εκείνους που είχανε μερίδιο από εσένα μοιρασμένο

Σα βυζανιάρικο τριγυρνώ σε ηλικία αταίριαστη νεκρή

τούτο το γάλα που δε ρούφηξα εκλιπαρώ να γευτώ

να ποτίσεις την αθωότητά μου με τούτα τα σύννεφα

‘Άκου πώς κλαίω! ‘Άκου πώς πονώ! Άκου πως δεν Υπάρχω!

Να βρέξεις θέλω δάκρυα που να μην είναι δικά μου

Μήπως και συγχωρέσω τούτη την αδικία που πενθώ

Τούτο το σώμα κοίτα το, ούτε και τώρα δεν είναι γυμνό

Μια κολλημένη στολή μαυροφόρου έχει σα γλίτσα πάνω

Βγάλτηνε! Βρέξε με! Διώξε με! Σκότωσέ με!  Ακούς;

Βαρέθηκα να φορώ μια θλίψη δανεική με πνίγει!»

Η θάλασσα σωπαίνει τα κύματα σωπαίνουν η ώρα σωπαίνει

Από το βράχο ξεγυμνώνεται σαν ομπρέλα Κλαίουσα ιτιά

Το φύλλωμά της ζεστή κουβέρτα με τυλίγει δροσερά

Με κάθε της φύλλο μια βροχή κερνά με καθαρίζει, με ευλογά

Καταμεσής της Άνοιξης μια Άνοιξη έφερα στην πόρτα

Την πήρα από το χέρι και περπατήσαμε ολόκληρη θάλασσα

Φαίνεται πως τούτες οι εποχές Αγιοσύνη κρύβουν

Ακούω τον ήχο ενός γέλιου που δεν το γνωρίζω

Μυρίζω μια ελπίδα που δεν την έχω γευτεί

Αγκαλιάζω όνειρα που δεν έχω ποτέ μου ονειρευτεί

Δεν ξέρω αν γεννήθηκα απόψε ή αν άδοξα πέθανα

Μα τούτο το ναυάγιο θαρρώ στο πάρα πέντε πως γλίτωσα…

“Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου. Ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: ‘Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει’! Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως. Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει. Τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου. Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε…”

“Σιγή” από την Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη

Ο δημιουργός

Μάχη Τζουγανάκη

342 κείμενα στο τοβιβλίο.net · Διαβάστε τα όλα →

GoogleΑκολουθήστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Περισσότερα από: Μάχη Τζουγανάκη

Όλα

Γράφετε ποίηση ή πεζογραφία;

Στείλτε μας το κείμενό σας για δημοσίευση στο τοβιβλίο.net.

Υποβολή συμμετοχής