Μια απλή αποτύπωση

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Το σπίτι είχε κτιστεί το 1932. Ο συμβολαιογράφος της περιοχής όσο και να έψαξε στα χαρτιά του δεν βρήκε ούτε για δείγμα σχέδιο με πλήρεις διαστάσεις. Μόνο ένα ξεθωριασμένο χαρτί που τα μόνα νούμερα που μπορούσες να διακρίνεις ήταν η συνολική έκταση του κτήματος. Περιγραφές όλων των χώρων, ναι, ακόμα και τα υπόγεια όλα καταγεγραμμένα, όμως αριθμούς όσο και να στριφογύρισαν το βασικό σχέδιο δεν μπόρεσαν να διακρίνουν πουθενά. Λες κι επίτηδες έκρυβαν τις λεπτομέρειες είτε για την απογραφή της τότε εποχής, είτε για τα κληρονομικά που ήταν θολά και δύσκολα. Αρκετοί οι κληρονόμοι κι όλα ξαδέρφια. Τελικά η βασική κληρονόμος κέρδισε με τα πολλά την εύνοια των υπολοίπων και το κράτησε για τον εαυτό της. Διατηρώντας το παλιό του στιλ φιλοξενούσε συχνά κόσμο που εκτιμούσε την ιστορία του. Η φύση έσφυζε γύρω από οπωροφόρα, κηπευτικά κι αμέτρητα λουλούδια.  Όλα συνηγορούσαν για μια αξέχαστη εμπειρία διακοπών στο βουνό.

Ο μηχανικός του Π. που ήταν θείος του, τον παρακάλεσε να πάει από τα Γιάννενα, τρία τέταρτα δρόμος δηλαδή, κουβαλώντας κάποια ειδικά σύνεργα, και να μείνει μια βραδιά στο χωριό για να κάνει μια πλήρη αποτύπωση, σωστή αυτή τη φορά, να μη γελάσουνε και στην αθηναική Εφορία με τα χωριάτικα τερτίπια. Το σπίτι το συντηρούσε ένα ζευγάρι Αλβανών που ζούσε με συμβολικό ενοίκιο στα δυο από τα τέσσερα υπόγεια, διαμορφωμένα σε μικρό φιλόξενο διαμέρισμα. Τα άλλα δύο είχαν παραμείνει σαν αποθήκες για παλιά εργαλεία και καυσόξυλα. Με τη μικρή του βαλίτσα εγκαταστάθηκε σ΄ένα δωμάτιο που διάλεξε γιατί είχε μπαλκονάκι με θέα στον κάμπο και το συμπάθησε με την πρώτη. Το πρώτο απόγευμα μέτρησε το εσωτερικό κι άφησε για την επομένη το υπόλοιπο οικόπεδο με τις αυλές και τον κήπο. Η αποτύπωση αποδείχτηκε ιδιαίτερα επίπονη γιατί οι χώροι ήταν πολλοί και μεγάλοι. Δεν έπρεπε να του ξεφύγει τίποτα δεδομένου ότι τα αντίστοιχα τετραγωνικά υπήρχαν και στα υπόγεια. Αποκαμωμένος το βράδυ αφού απόλαυσε το σπιτικό φαγητό που του έφερε η κοπέλα, τους αποχαιρέτησε νωρίς κι έπεσε να ξεκουραστεί στο στενό και σκληρό κρεβάτι του.

Μες τη νύχτα πετάχτηκε έχοντας τη βεβαιότητα ότι άκουσε λυγμούς και κάποιον αναστεναγμό. Αφουγκράστηκε ακίνητος, σίγουρος σχεδόν ότι προέρχονταν από το ζευγάρι που πρέπει να κοιμόταν ακριβώς από κάτω του. Ακούγοντας και πάλι αγκομαχητά από άτομο που φαινόταν σαν να πονά, αποφάσισε να κατέβει ακροπατώντας από την εσωτερική σκάλα έχοντας ένα φακό στο χέρι για να φέγγει. Τα γυμνά πόδια του πάγωσαν στην επαφή με το μωσαικό. Υπόκωφοι θόρυβοι έφταναν στ’ αφτιά του μέσα από το διαμερισματάκι. Χτύπησε σιγανά την πόρτα αλλά υποχώρησε εύκολα στο άγγιγμά του. Τρομοκρατημένος προχώρησε δειλά προς τα μέσα. Δεν υπήρχε ίχνος από τον διαμορφωμένο χώρο που είχε δει νωρίτερα το απόγευμα. Ο χώρος τώρα ήταν μισοφωτισμένος και μια σειρά από πρόχειρα κρεβάτια στη σειρά άρχισαν να φαίνονται όλο πιο ξεκάθαρα. Τραυματίες κείτονταν μπροστά του τείνοντας τα χέρια τους προς αυτόν για βοήθεια. Δεμένα κεφάλια, κομμένα χέρια, πόδια σε γύψους, αίματα και παντού παραμορφωμένα πρόσωπα πόνου. Δεν άκουγε ομιλίες, βαριές ανάσες μόνο και κραυγές. Δέρματα χλωμά κι εκφράσεις απολιθωμένες. Άρχισε να τρέμει, αναθυμιάσεις και κρύο τον τύλιγαν, ένιωθε να μπαίνουν στη σάρκα του. Οπισθοχώρησε αργά, ξεφεύγοντας από τα χέρια τους που ήδη τον άγγιζαν και με την πλάτη βγήκε από το χώρο και έριξε τη δέσμη του φακού στα απέναντι υπόγεια ελπίζοντας να έχει κάνει λάθος υπολογισμό και το ζευγάρι να μένει προς τα εκεί. Κι εκεί όμως πάλι μοσοσκόταδο κι έντονη κινητικότητα. Χειρουργεία στη σειρά, τρία μέτρησε αμέσως αμέσως, τρελαμένες νοσοκόμες να δίνουν νυστέρια και ψαλίδια εδώ κι εκεί, επίδεσμοι πάλι, αίματα παντού, ο αέρας κι εδώ βαρύς και πυκνός. Δεν θα τρομοκρατηθώ, σκέφτηκε, τι άλλο από όνειρο μπορεί να είναι αυτό, ανέβηκε τρέχοντας σχεδόν τη σκάλα αλλά πάντα ανάλαφρα λες και θα ενοχλούσε τα πρόσωπα που μοχθούσαν στα υπόγεια, τυλιγμένα στην κίτρινη θολούρα τους, σε μια ομίχλη σαν από παγωνιά.

Το πρωί έχοντας πλήρως επανακτήσει τη συνείδησή του, ήταν αδύναμος σαν να τον τριγύριζε αδιαθεσία. Αποφάσισε να μη δουλέψει, να μείνει μια νύχτα παραπάνω και να ολοκληρώσει την αποτύπωση του οικοπέδου την επόμενη μέρα. Στην πραγματικότητα έψαχνε ευκαιρία να συζητήσει με το ζευγάρι, έψαχνε ακροατές για το παράξενο όνειρο που είχε δει και που η ζωντάνια του τον είχε συνταράξει. Πίνοντας τον καφέ τους στη σκιά της δάφνης στο πίσω μέρος του σπιτιού, οι φόβοι του καταλάγιασαν. Δεν έδειξαν να εντυπωσιάζονται από την αφήγησή του, θα την πέρασαν για υστερία ανθρώπου της πόλης που η φύση τον στοιχειώνει. Μιλώντας αργότερα με το θείο του στο τηλέφωνο, θέλησε να μάθει πληροφορίες για το σπίτι. Δεν κατάφερνε να κρύψει έναν τόνο ανησυχίας στη φωνή του. Μεταξύ άλλων αυτός του είπε ότι στον εμφύλιο τα μπροστινά υπόγεια, αριστερά και δεξιά της σκάλας πρέπει να είχαν χρησιμοποιηθεί σαν χειρουργείο και νοσηλευτήριο αντίστοιχα.

Όλη τη μέρα τριγυρνούσε σαν το φάντασμα, δεν του άρεσαν αυτά που άκουσε για το σπίτι, ήθελε να τελειώνει με τα μετρήματα το γρηγορότερο και να γυρίσει στα Γιάννενα. Το απόγευμα της δύσκολης αυτής μέρας δεν ήταν καλύτερο. Είχε ένα άτυχο συναπάντημα κι αυτή τη φορά στο δωμάτιό του που το λογάριζε σαν το μόνο φωτεινό του καταφύγιο. Ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι και χαμένος στους συλλογισμούς, άκουσε ανεπαίσθητο τρίξιμο στα σανίδια μάλιστα ακριβώς από κάτω του. Ακίνητος και σχεδόν χωρίς ανάσα κόλλησε το σώμα του στο πάπλωμα. Ήταν κάθιδρος. Έμεινε έτσι για κανένα δεκάλεπτο, όταν ένα νευρικό νιαούρισμα και αμέσως μετά σούρσιμο νυχιών και το τρίξιμο της μπαλκονόπορτας που ακολούθησε, τον επανάφεραν στην ηρεμία. Αναθαρρημένος όρμησε στο μπαλκονάκι, ήταν όμως αργά η γάτα μ΄ένα σάλτο είχε περάσει μέσα από τα κάγκελα κι είχε ριχτεί στην στέγη του από κάτω σπιτιού που το οικόπεδό του είχε εκεί τα σύνορά του.

Έπεσε για ύπνο γελώντας σχεδόν με την κατάντια του. Ξύπνησε πάλι μες τη νύχτα θέλοντας πιεστικά να ουρήσει. Ησυχία βασίλευε κι έτσι παρότι εξαιρετικά άβολο ξεκίνησε με το φακό στο χέρι για να βρει τον τούρκικο καμπινέ στην άκρη της πίσω αυλής, πολύ πέρα από τη δάφνη. Τον βρήκε δίπλα στο κοτέτσι. Γυρίζοντας παραπατούσε από τη νύστα και κρύωνε. Ξάφνου ένιωσε τον αέρα να βαραίνει και να πυκνώνει. Ζουζούνισμα εντόμων όλο και εντεινόταν γύρω του. Μια ψιλή βροχή  και μυρωδιά θανάτου τύλιξε τη διαδρομή προς την πίσω είσοδο του σπιτιού. Τότε τους είδε παρότι σκοτάδι. Έρχονταν προς το μέρος του από την αντίθετη κατεύθυνση. Δυο άντρες που τους περιέβαλε κίτρινη αχλή κουβαλούσαν πρόχειρο φορείο με κάποιον πεθαμένο. Πίσω τους στη σειρά ακολουθούσαν άλλοι δυο μεταφέροντας κι αυτοί άλλη σορό. Η πομπή σαν μέσα σε ομίχλη απομακρυνόταν στη συνέχεια από το σπίτι μέσω πλαινού στενού περάσματος που έβγαζε σε πιο χαμηλό σημείο στον κεντρικό δρόμο. Δεν ακολούθησε για να δει που τους οδηγούσαν, δεν άντεχε άλλο, έπεσε τρέμοντας στη σκάλα καθώς προσπαθούσε να φτάσει την πίσω πόρτα απ΄όπου είχε βγει. Είχε την ελπίδα πως ήταν αόρατος γι’ αυτούς, μάταια όμως φαίνεται γιατί η πόρτα τώρα δεν άνοιγε.

Το πρωί τον βρήκε το ζευγάρι σε άθλια κατάσταση και τον περιμάζεψε. Έκαιγε από τον πυρετό. Τον φρόντισαν όσο να πάρει κάπως τα πάνω του. Ήθελε να τηλεφωνήσει και να αποποιηθεί την ολοκλήρωση της αποτύπωσης. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παραπάνω ευαίσθητος και προκατειλημμένος απ΄ ότι το άντεχε ο οργανισμός του. Ο μηχανικός κατάπληκτος τον διαβεβαίωσε ότι πράγματι κατά τον εμφύλιο τα πίσω υπόγεια που έβγαιναν στην αυλή είχαν χρησιμεύσει για λίγο σαν νεκροτομεία για όσους δεν επιβίωναν των χειρουργείων.

Το τελευταίο βράδυ πριν εγκαταλείψει το μέρος, πολύ αδύναμος ακόμα, έπεσε να κοιμηθεί σχεδόν ευτυχής που θα ξαναέβρισκε τα εγκόσμια και τη ζωή του. Από το πάτωμα που ήταν γυμνό από κάτω, χωρίς δοκάρια, έπιανε σπασμένες κουβέντες των  ενοίκων, που σαν να είχαν υιοθετήσει τους ψιθύρους πια σαν τρόπο συνεννόησης, ίσως για να μην τον ενοχλούν στην κατάστασή του. Νόμισε όμως για μια στιγμή πως άκουσε:

-Φέρε παραπάνω ξύλα για το μαγκάλι τους απόψε. Είχαν πνιγεί στις αναθυμιάσεις προχθές. Το κρύο κι ο αέρας όσο πάνε και δυναμώνουν…

ή κάτι παρόμοιο.

Μπορεί και να ’ταν στον ύπνο του σκέφτηκε, δεν μπορούσε να ήταν σίγουρος, άλλωστε οι καταλήξεις των λέξεων δεν ακούγονταν ξεκάθαρα καθώς φιλτράρονταν μέσα από τα σανίδια. Το επόμενο πρωί, πριν καλά ξημερώσει κι ενώ κατέβαινε βιαστικά τη μεγάλη σκάλα για να συναντήσει το αγροτικό τζιπ που τον περίμενε έξω, το μάτι του πήρε τη γάτα να κυνηγάει κάτι πίσω από τη σκάλα που ήταν αποθηκευτικός χώρος. Ίσα που την κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Πρόλαβε και είδε όμως καλά, ήταν ένα ρολό με επίδεσμο γάζας που ξετύλιγε χοροπηδώντας.

_

γράφει η Βασιλική Ζαφειροπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/9skTRLRxG94?si=sQdNk01i1ckOrtBNΚαθημερινή https://youtu.be/zBXsgid2n3k?si=Y1x-OhrVwcyawY8i Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης Η Ελένη καθόταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς με τον καπουτσίνο της να κρυώνει δίπλα στον φορητό υπολογιστή. Στα 38 της χρόνια είχε μάθει να κρύβει τις ρυτίδες της με φίλτρα και τις απογοητεύσεις της με χιούμορ. Δούλευε ως...

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Άφιλτρο τσιγάρο

Άφιλτρο τσιγάρο

ΑΦΙΛΤΡΟ ΤΣΙΓΑΡΟ Κοίτα..  Έλεγα και σου έδειχνα την απλωμένη πόλη προς τα κάτω. Βράδυ στο ‘μπαλκόνι’ της Σαλονίκης. Εγώ δεν την έλεγα ποτέ Σαλονίκη!.  Εσύ μου το κόλλησες. Πάντα Θεσσαλονίκη την έλεγα.  Ολόκληρη.  Γιατί της άξιζε και με το παραπάνω. Κούκλα σαν και σένα....

Αντρικό κούρεμα

Αντρικό κούρεμα

Τα καλοκαίρια γυρίζαμε έξω. Οι μανάδες στο σπίτι οι πατεράδες στη δουλειά εμείς στις αλάνες. Οι αλάνες - δρόμοι, ήταν σαν τις γελοιογραφίες του Mordillo. Αν σου έφευγε η μπάλα στην κατηφόρα, είχες δυο επιλογές. Η μια ν’ αρχίσεις το τρέξιμο ώστε τα δεδομένα του...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *