Μια Κοπέλα Που Δεν Τη Λένε Άννα

Μια Κοπέλα Που Δεν Τη Λένε Άννα

 

Σε όλους τους ανθρώπους που δεν ξέρω και δεν με ξέρουν

 

‘Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα; Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μύριζε το ίδιο όμορφα.’

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

 

1 Ιανουαρίου 20..

            Δεν καταλαβαίνω γιατί ξύπνησα έτσι ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Θα άκουσα κανέναν κρότο μάλλον. Τώρα αν ο κρότος αυτός ήταν πραγματικός, ή μέρος κάποιου ξεχασμένου πια ονείρου μου, δεν είμαι σε θέση να το προσδιορίσω. Μήπως έχει συμβεί κάτι περίεργο;

            Το καλοριφέρ πίσω απ’ το κρεβάτι καίει αλύπητα. Ζαλίζομαι από τη ζέστη και έχω ιδρώσει. Το ηλεκτρονικό ρολόι με κοιτά ανέκφραστο απ’ το κομοδίνο. Τα ψηφία του δείχνουν 4:27. Σαν να ‘χει παγώσει ο χρόνος. Υπολογίζω ότι πρέπει να ‘χα πάει για ύπνο πριν τις τρεις. Μα σάμπως ήμουν νηφάλιος να κοιτάω την ώρα τότε… Τίποτα δεν θυμάμαι. Ούτε πόσα ποτήρια σαμπάνια ήπια στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, ούτε ποια τραγούδια άκουσα, ούτε τι χόρεψα, ούτε με ποια χόρεψα.

            Ούτε αυτή τη γυμνή κοπέλα που ‘χει κουλουριαστεί κάτω απ’ τα σκεπάσματα δίπλα μου τη θυμάμαι. Αλήθεια, ποια διάολο να ‘ναι; Κάποια που θα γνώρισα στο δείπνο ή στην αίθουσα χορού του ξενοδοχείου. Το δίχως άλλο θα μου την έπεσε αυτή πρώτη, μιας και το προηγούμενο βράδυ το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μπουχτίσω στο φαΐ και να μην αφήσω αδοκίμαστο ούτε ένα πιάτο απ’ τον μπουφέ. Δεν θυμάμαι να ‘χα ιδιαίτερη όρεξη για φλερτ χτες.

            Αλλά εφόσον μου την έπεσε, δεν έλεγε να μην το εκμεταλλευτώ.

            Ανασηκώνω ελαφρά το μεταξωτό σκέπασμα και την εξετάζω φευγαλέα στο αχνό φως του φεγγαριού. Σκούρα μαλλιά που απλώνονται λίγο πιο κάτω απ’ τους ώμους της. Πλακουτσωτή μύτη με έναν κρίκο στο δεξί ρουθούνι. Ζωγραφισμένα φρύδια. Χλωμά χείλη στα χρώματα του σάπιου μήλου. Τσαχπίνικο καμπυλωτό πηγούνι. Λαιμός με μικροσκοπικό τατουάζ μαύρου αστεριού πάνω του. Ωραία στρογγυλά στήθη, όχι αρκετά μεγάλα για τα γούστα μου, αλλά ωστόσο χαριτωμένα. Δεν μπορώ να μαντέψω με τίποτα το όνομά της, αλλά στην τελική συνειδητοποιώ ότι αυτό είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια που ελάχιστα με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή.

            Ένα πράγμα μπορώ να πω με σιγουριά – έχω κάνει κεφάλι. Και δεν ήταν ακόμα καιρός να ξυπνήσω. Τα μέλη μου έχουν μουδιάσει και όποτε γυρνάω δεξιά και αριστερά, τα μάτια είναι έτοιμα να εκραγούν μέσα στις κόγχες.

            Σαν να σαλεύει και η κοπέλα.

            -Τι ώρα είναι, Μίρο;

            Μίρο φωνάζουν εμένα. Παραλίγο να το ξεχάσω και αυτό.

            -Πάει τεσσεράμισι. Κοιμήσου, Άννα.

            -Δεν με λένε Άννα.

            Συνοφρυώνεται μέσα στο σκοτάδι ή είναι ιδέα μου;

            -Όπως και να σε λένε, κοιμήσου. Είναι πολύ νωρίς ακόμα.

            Στην τελική η Άννα (θα την αποκαλώ έτσι από δω και μπρος, γιατί δεν μού ‘ρχεται κάτι καλύτερο αυτή τη στιγμή) μαζεύεται και βυθίζει ξανά το ωραίο της κεφαλάκι μέσα στο μαξιλάρι. Εγώ σηκώνομαι, ντύνομαι στα γρήγορα, φοράω και ένα πουλόβερ πάνω απ’ το πουκάμισο, αλλά αμέσως το μετανιώνω καθώς η ζέστη στο δωμάτιο παραμένει αφόρητη, και τρεκλίζοντας κατευθύνομαι προς την πόρτα του μπάνιου. Σ’ όλο αυτό το διάστημα τα αυτιά μου δεν παύουν να βουίζουν.

            Στο μπάνιο πλένω το πρόσωπο με κρύο νερό. Ναι, πλέον νιώθω σαφώς πολύ καλύτερα. Αναζωογονούμαι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

            Έξω στον διάδρομο ακούω φωνές. Βγαίνω απ’ το δωμάτιο, ενώ παίρνω μαζί και την κάρτα-κλειδί διακόπτοντας την τροφοδοσία στο δωμάτιο. Αν η Άννα σηκωθεί πριν φέξει, δεν θα ‘χει ρεύμα, αλλά σιγά. Και να αναγκαστεί να κατουρήσει μια φορά μέσα στο σκοτάδι, δεν θα πάθει τίποτα.

            Πέρα δώθε τρέχουν αναστατωμένοι οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου. Ένας παππούς γύρω στα ογδόντα, με ριγέ πιτζάμα και ξεχαρβαλωμένες παντόφλες, ο οποίος κρατά μπαστούνι στα ρυτιδιασμένα χέρια, διέρχεται από μπροστά μου. Σε κάποια φάση σταματά και μου ψιθυρίζει, ενώ το σαγόνι του τρέμει από ενθουσιασμό:

            -Πάμε κάτω, νεαρέ μου. Το πάρτι συνεχίζεται.

            -Τι πάρτι, παππού; ρωτάω με αδιαφορία. Τι παίζει;

            -Δεν άκουσες τον προειδοποιητικό πυροβολισμό; Ήταν το κάλεσμα για τον μεταμεσονύκτιο διαγωνισμό λάτιν χορού!

            Ναι, πώς δεν τον άκουσα! Αφού, είμαι βέβαιος πια ότι αυτός με ξύπνησε!

            Είναι τρελοί αυτοί οι γέροι! Ποτέ ξανά υποδοχή Πρωτοχρονιάς σε ξενοδοχείο του οποίου οι πελάτες έχουν μέσο όρο ηλικίας τα εβδομήντα πέντε! Είμαι τυχερός τουλάχιστον που τσίμπησα την Άννα. Ή που με τσίμπησε αυτή.

            Στην πίστα χορού λογικά θα ‘ταν η μόνη που βρισκόταν σε κάποιο στάδιο της ζωής της πριν την εμμηνόπαυση. Και εγώ θα της τράβηξα την προσοχή επειδή δεν θα υπήρχαν και πολλοί άνδρες που να μην φορούν μασέλα. Τώρα εξηγείται γιατί ήρθαμε κοντά και καταλήξαμε μαζί στο κρεβάτι.

            Η δεσποινίς στη ρεσεψιόν έχει πιαστεί απ’ το μανίκι ενός σερβιτόρου που με το ελεύθερο χέρι κρατά ψηλά δίσκο πάνω στον οποίον είναι στερεωμένα τρία μπουκάλια μπύρα. Δεν έχουν βάλει ακόμα μουσική, αλλά αυτοί λικνίζονται στους ρυθμούς ενός άγνωστου χορού. Θα’ ναι το δίχως άλλο πιωμένος ο σερβιτόρος και η συνάδελφός του δεν θα θέλει να του χαλάσει το χατίρι.

            Υπερβολικά γλεντζέδες για τα γούστα μου αυτοί οι άνθρωποι. Οι γέροι που παίζουν χαρτιά δίπλα στο πιάνο και το τραπέζι του μπιλιάρδου φαίνονται πιο προσγειωμένοι. Αλλά δαύτοι θα ‘ναι απ’ την άλλη υπερβολικά ξενέρωτοι για τα γούστα μου, τώρα που το σκέφτομαι.

Πρέπει να πάρω λίγο καθαρό αέρα.

            Βγαίνω έξω απ’ το ξενοδοχείο. Διασχίζω το μονοπάτι με τις λεύκες. Πόσο θα’ θελα να χιόνιζε φέτος. Να σκέπαζε χιόνι παχύ αυτές τις λεύκες. Να βάραιναν τα κλαριά από το άσπρο βαμβάκι, το άσπρο σύννεφο, ναι, πόσο θα το λαχταρούσα! Νιφάδες ψιλές να χόρευαν πάνω στο σύρμα του φράχτη του ξενοδοχείου.

            Προσπερνώ τον κήπο με τις αζαλέες, τις γαρδένιες και τις βιολέτες. Στέκομαι μπροστά από μια μοναχική φορσύθια που τραντάζεται σαν γιαγιά με πάρκινσον ανάμεσα στα παγκάκια και την ξύλινη κούνια. Την χαζεύω λιγάκι. Μετά αρχίζω και κρυώνω έτσι ακίνητος που κάθομαι και προχωράω προς την παραλία.

            Αυτή η παραλία περισσότερα βότσαλα έχει παρά άμμο. Πετραδάκια γκρίζα, μαύρα, κοκκινωπά, κανένας πεσμένος κορμός δέντρου εδώ και κει, μια πεταμένη γούνα δίπλα από κάτι κούτσουρα, και μια στοίβα με ξαπλώστρες κοντά στην προκυμαία. Δεν είναι μεγάλη παραλία τελικά. Δεν θα μαζεύει τρελό κόσμο το καλοκαίρι. Το ξενοδοχείο, φαίνεται, θα κάνει καλύτερο τζίρο την χειμερινή περίοδο.

            Το βλέμμα μου πλανάται ψηλά – τρώω τα αστέρια με τα μάτια. Ύστερα βυθίζεται χαμηλά – τα φώτα απ’ την κωμόπολη απέναντι λαμπυρίζουν απάνω στα νερά της θάλασσας. Τα πιο αξιοσημείωτα σ’ αυτόν τον πορθμό είναι η στενόμακρη νησίδα με τα βρύα και η προσδεμένη στην προκυμαία βάρκα με τη μεταλλική κουπαστή.

            Θα έμενα να τα παρατηρήσω και άλλο – τα βρύα, τη βάρκα και τις σκοτεινές αποχρώσεις του ουρανού, αλλά φυσάει σιγανός γαρμπής που κάνει τα κόκαλά μου να τρίζουν. Το παίρνω απόφαση να επιστρέψω πίσω στο ξενοδοχείο.

            Δεν θέλω να πάρω το ασανσέρ για να ανέβω πάνω. Βλέπω να χώνονται σ’ αυτό ολίγον μεθυσμένες γκριζομάλλες που χασκογελούν. Δεν έχω την παραμικρή όρεξη να με πιάσουν στις ερωτήσεις. Ξέρω τι φλύαρες και αδιάκριτες κουτσομπόλες είναι αυτές οι κάργιες! Πάση θυσία να τις κρατήσω μακριά μου. Θα πάρω τις σκάλες.

            Υποτίθεται ότι ανοίγω σιγανά την πόρτα για να μην ξυπνήσω την Άννα. Μα η Άννα έχει ήδη σηκωθεί. Περίεργο να μην νυστάζει ύστερα από τέτοια βραδιά.

            Τα ψηφία του ηλεκτρονικού ρολογιού δείχνουν 4:58. Κανένα μισάωρο έχω λείψει μόνο τελικά. Πρέπει να βόλταρα με πιο γρήγορο βήμα στην παραλία απ’ όσο αντιλαμβανόμουν.

            Κλείνω συνωμοτικά το μάτι στην Άννα που έχει τυλιχτεί με τα σκεπάσματα και σαλεύουν τα δάχτυλα των ποδιών της στην άκρη του κρεβατιού. Η κοπέλα ανασηκώνεται, ισιώνει το μαξιλάρι στον τοίχο και ακουμπά πάνω του.

            -Τι λέει, κούκλα;

            Την πλησιάζω και της δίνω ένα ρουφηχτό φιλί. Εκείνη χαχανίζει.

            -Μίρο, κάτσε εδώ να τα πούμε λίγο, όμορφε.

            Πρέπει να την κοιτάζω λίγο περίεργα. Δεν σαστίζω εύκολα, αλλά όταν μια γυναίκα θέλει να κάτσουμε να μιλήσουμε… νιώθω κομματάκι άβολα. Όχι πως είμαι μισογύνης. Δεν με πειράζει καθόλου να περάσω ολόκληρη νύχτα από την αρχή μέχρι το τέλος μαζί με μια γυναίκα. Αλλά προτιμώ να κάνουμε άλλα πράγματα στο κρεβάτι απ’ το να συζητάμε.

            Τις συνομιλίες με γυναίκες καλό είναι να τις αφήνουμε για την εξοχή και τα σαλόνια.

            -Εντάξει, της αποκρίνομαι ωστόσο. Για ποιο πράγμα θες να πούμε;

            -Κατ’ αρχάς θέλω να μάθω για σένα. Ποιος είσαι;

            Της λέω δυο τρία πραγματάκια. Περισσότερο ποτίζω τα αυτιά της μ’ αυτά που φαντάζομαι πως θέλει να ακούσει, παρά με πραγματικά στοιχεία γύρω από την προγενέστερη ζωή μου.

            -Ω, φαίνεσαι πολύ ψαγμένος άνδρας, Μίρο. Άνδρας με ήθος και ενδιαφέροντα!

            Με αγκαλιάζει σφιχτά. Τη δαγκώνω ξεδιάντροπα στον ώμο.

            -Αλλά πες μου κι άλλα για σένα, συνεχίζει ανένδοτα η Άννα. Μίλα μου για τα οράματά σου, τις ανησυχίες σου, τους φόβους σου…

            Να πάρει! Έπεσα σε ψυχολόγο! Δεν μπορεί μια φορά να μου τύχει μετά από πάρτι κοπέλα που να θέλει απλώς να κάνουμε σεξ και τίποτα παραπάνω; Είναι ανάγκη να ξυπνάω την ψυχοθεραπεύτρια και σύμβουλο προσωπικής ανάπτυξης σε κάθε τυχαία τύπισσα με την οποία έζησα μια μικρή περιπετειούλα; Και να τη βάζω στην ψυχοφθόρα διαδικασία να ξεζουμίζει όλα τα απόκρυφα της προσωπικότητάς μου, προτού έχει περάσει ένα ημερονύκτιο από την πρώτη στιγμή που συστηθήκαμε;

            Συγκρατούμαι με το ζόρι να μην σηκωθώ να ξαναφύγω απ’ το δωμάτιο.

            -Εντάξει, Άννα, ενδίδω στην απαίτησή της γυμνής κοπέλας που με κρατά απ’ το μπράτσο.

            Και αρχίζω να της εξιστορούμαι για πράγματα που τάχα με τρόμαζαν ή μου προκαλούσαν δυσφορία, όσο και αν δεν νιώθω άνετα να αποκαλύπτω τα αδύνατά μου σημεία σε μια άγνωστη. Δεν είμαι σίγουρος αν ακούγομαι πειστικός ή αν της φαίνονται χαζά αυτά που ξεστομίζω. Στο τέλος, ωστόσο, σαν να διακρίνω την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

            Χαίρομαι που οι ιστορίες που ξεφουρνίζω εγκρίνονται απ’ την Άννα και της αρέσκονται. Με έχουν κατατρομάξει οι απότομοι τρόποι της, αλλά δίχως να είμαι σε θέση να εξηγήσω γιατί, με ευχαριστεί όταν τη βλέπω ικανοποιημένη.

            -Όλοι οι άνθρωποι έχουμε τις παραξενιές μας. -Η Άννα έχει πάρει το ύφος της φιλοσόφου.- Προσεγγίζουμε το άγνωστο με δέος. Και όταν το κάνουμε, φερόμαστε σαν να μην είμαστε ο εαυτός μας.

            -Ίσα ίσα, την κοντράρω αμέσως.- Θα έλεγα ότι όταν αντιμετωπίζουμε το άγνωστο ζούμε τις μοναδικές στιγμές που στ’ αλήθεια είμαστε ο εαυτός μας.

            -Πόσες φορές σου ‘χει τύχει να αντιμετωπίσεις το άγνωστο για να κρίνεις μόνος σου; Έχω την αίσθηση ότι μιλάς εκ του ασφαλούς.

            Μου είναι δύσκολο να αντιληφθώ αν το πήρε πατριωτικά που διαφώνησα μαζί της ή αν απλώς με δουλεύει.

            -Γιατί εμένα μου έχει τύχει, δηλώνει θριαμβευτικά η κοπέλα.- Όταν ήμουν μικρή είχα έρθει σε επικοινωνία με φαντάσματα!

            Τελικά έκανα λάθος. Δεν έπεσα σε ψυχολόγο, αλλά σε παραψυχολόγο!

            Βασικά αναρωτιέμαι μήπως μου έχει σκαρώσει καμιά παγίδα. Βλέπω να ‘χει πάρει απολύτως σοβαρό ύφος όμως. Μπορεί να είναι κανένα γυναικείο τρικ, και απ’ την αντίδρασή μου που θα κόψει να προσπαθήσει να κρίνει τι άνθρωπος είμαι.

            Ας παίξω το παιχνίδι της λοιπόν!

            -Τι σου συνέβη και ήρθες σε επαφή με φαντάσματα, Άννα;

            Η Άννα σαν να διστάζει για κάποια δευτερόλεπτα. Ύστερα η φωνή της βραχνιάζει και μου εκμυστηρεύεται:

            -Όταν ήμουν μικρή, τα φαντάσματα συγκαλούσαν συμβούλιο στο υπόγειο του σπιτιού μας. Δίπλα στην κάβα με τα βαρέλια κρασιού του θείου Άλεξ. Τα βράδια άκουγα περίεργους θορύβους στους διαδρόμους… σαν να σέρνονταν αλυσίδες στο πάτωμα.

            -Α μάλιστα. Είχες μιλήσει σε κανένα από δαύτα;

            Κάνω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου για να μην ακούγομαι ειρωνικός.

            -Μου είχαν μιλήσει αυτά, Μίρο. Όσο βρισκόμουν σε κατάσταση χαλαρωτικού ύπνου καμιά φορά ξυπνούσα αιφνίδια από ψιθύρους… Ψιθύριζαν το όνομά μου, Μίρο. Με καλούσαν!

            Ακολουθούν κάμποσα λεπτά στα οποία η Άννα μου αφηγείται τα πιο σημαντικά περιστατικά που αφορούσαν διαλόγους με πνεύματα στο στοιχειωμένο της σπίτι. Η φάση δεν διαρκεί πάνω από ένα τέταρτο, αλλά εμένα μου φαίνεται σαν να περνά ολόκληρη αιωνιότητα.

            -...οπότε έτσι ο Κίκο μου περιέγραψε πού ήταν κρυμμένα τα οικογενειακά του κειμήλια και σε ποιον ποταμό είχε ρίξει ο ξάδερφός του το πτώμα του.

            Απορροφάω υπομονετικά την κάθε της λέξη. Απ’ το χαοτικό βλέμμα της Άννας καταλαβαίνω ότι η κοπέλα με την οποία πριν λίγο έκανα έρωτα έχει μεταφερθεί σε έναν ονειρικό κόσμο. Ότι επιδίδεται σε ρεμβασμούς και έχει υπερβεί τα όρια της λογικής. Ότι ξαναζεί τις συνομιλίες της με το φάντασμα Κίκο.

            -Μα εγώ έπρεπε να βρω τρόπο να εξιλεώσω την οργή της μάγισσας Βαρένα και να ελευθερώσω την ψυχή του Κίκο. Και για να το πετύχω, έπρεπε πρώτα να προμηθευτώ κάποια αντικείμενα. Κουμπιά, δαχτυλίδια, σκόρδο, μαλλί προβάτου, αντίκες. Όλα τούτα κόστιζαν χρήματα που εγώ δεν είχα στη διάθεσή μου. Ουκ ολίγες φορές αναγκάστηκα να πάρω στα κρυφά χαρτονομίσματα απ’ το σακάκι του χοντρούλη θείου Άλεξ προκειμένου να αγοράσω όλα τα αναγκαία…

            Η κοπέλα μιλάει με νεύρο. Τσιτωμένη. Λες και περνάει ξανά την αγωνία να μαζέψει χρήματα για τα περίεργα αντικείμενα που την έχουν εκβιάσει οι φωνές στο κεφάλι της να συγκεντρώσει.

            -…και κάπως έτσι κατέληξα να φυσάω κλαριά από αχλαδιά στη μέση του πάρκου της γειτονιάς. -Η Άννα αρχίζει και ιδρώνει καθώς τα θυμάται.

            Ενώ εγώ με τη σειρά μου έχω πάθει την πλάκα μου με αυτά που ακούω.

            -Πότε σταμάτησες να τα πιστεύεις αυτά με τα φαντάσματα; ρωτάω επιφυλακτικά.

            -Ποιος σου είπε ότι έχω σταματήσει;

            Όντως τώρα; Μα αυτό είναι εξωφρενικό! Μεγάλη γυναίκα να ασχολείται με τέτοιες τερατώδεις μεταφυσικές ανοησίες. Μέχρι σήμερα μου ήταν αδιανόητο να φανταστώ ότι ήταν δυνατό.

            Επιχειρώ να την επαναφέρω στον δρόμο του ορθολογισμού:

            -Άννα, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν γίνεται να τα έχεις δει και ακούσει όλα όσα ανέφερες… Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται.

            -Με αποκαλείς ψεύτρα, Μίρο; τεντώνεται προβληματισμένη και ολίγον θυμωμένη η Άννα.

            -Απλώς δεν έχεις μάθει να χαλιναγωγείς τη φαντασία σου. Έτσι έχεις επιτρέψει στις ψευδαισθήσεις σου να σε εξαπατούν όποτε βρουν πρόσφορο έδαφος.

            -Μιλάς σαν τον πατέρα μου, αναστενάζει περιφρονητικά η Άννα.

            -Δεν θέλω να το παίζω πατέρας σου. Απλώς μου τη δίνει να είναι μια ώριμη γυναίκα έτσι εύπιστη ως προς πράγματα που δεν τα έχει τεκμηριώσει ποτέ η επιστήμη. Δεν υπάρχουν φαντάσματα. Όταν ένα άτομο πεθάνει, χάνεται ολοκληρωτικά. Δεν υφίσταται μετά θάνατον ζωής, καταλαβαίνεις; Γι’ αυτό σταμάτα με τους παραλογισμούς.

            -Λες και ξέρεις εσύ τίποτα, αποτραβιέται μεμψίμοιρα η Άννα.

            Σε καταστάσεις σαν και αυτή αναθεωρώ την κατάσταση και αντιμετωπίζω τα γεγονότα με ψυχραιμία. Πρέπει να σκεφτώ, να διερευνήσω. Αυτό κάνω πάντα. Έτσι είμαι φτιαγμένος.

            Νιώθω ότι χρειάζεται να αναλύσω βιαστικά τα αίτια που παρέκκλιναν την Άννα στον στραβό δρόμο και την έπεισαν ότι υφίστανται φαντάσματα:

            Πιθανό αίτιο 1: Ίσως φταίνε οι αποκριάτικες γιορτές. Μπορεί κάποιο αποκριάτικο περιστατικό να γέννησε τον τρόμο στην ψυχή της Άννας στην πιο εύθραυστη περίοδο της παιδικής της ηλικίας. Πιθανώς να της έκαναν φάρσα κάποια παιδιά ντυμένα βαμπίρ, σκελετούς και πνεύματα όσο ήταν πολύ μικρή, και η Άννα να τα πέρασε όλα για αληθινά.

Πιθανό αίτιο 2: Ίσως φταίει ο Τζον Κάρπεντερ. Κάποιες καλτ ταινίες αυτού του πολυτάλαντου σκηνοθέτη, όπως τα «Η ομίχλη» και «Απειλή στον Άρη», περιέχουν σκηνές με φαντάσματα ικανές να ορθώσουν την τρίχα και του πιο μυημένου θεατή. Ένα άτομο με ανεπαρκή μόρφωση και κριτική ικανότητα εύκολα θα μπορούσε να επηρεαστεί από ιστορίες με νεκρούς επιβάτες πλοίου που ζητούν εκδίκηση από τους απογόνους των συντρόφων που τους πρόδωσαν ή με ψυχές αρχαίων όντων που δαιμονίζουν τους αποίκους ξένων πλανητών.

            Πιθανό αίτιο 3: Ίσως φταίει η ιστορία του Άμιτιβιλ με τη στοιχειωμένη οικία στην οποία ο Ρόναλντ ΝτεΦέο είχε δολοφονήσει άγρια την οικογένειά του υπό την επιρροή απόκοσμων φωνών που δεν τον άφηναν σε ησυχία. Αυτή την ιστορία την παραφούσκωσε ο συγγραφέας Τζέι Άνσον στο σχετικό μπεστ σέλερ του, και κατόπιν το βιβλίο αποτέλεσε έμπνευση για πάνω από δέκα ταινίες για το Άμιτιβιλ. Το γεγονός ότι το βιβλίο και οι ταινίες υποτίθεται ότι ήταν βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα, σε συνδυασμό με τις φήμες που ξεσπούσαν κατά καιρούς από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για άλλα καταραμένα σπίτια, οι κάτοικοι των οποίων είχαν τάχα γίνει μάρτυρες μεταφυσικών φαινομένων, προκαλούν μέχρι και σήμερα σοκ και δέος στο εύκολα πανικόβλητο κοινό.

            Πιθανό αίτιο 4: Ίσως φταίει το καρτούν με τον Κάσπερ το φαντασματάκι που έβλεπαν όλα τα μικρά και που ευθυνόταν για τους φανταστικούς φίλους που έπλαθαν όλα τα πιτσιρίκια της Γης. Ή και όχι… Όχι, όχι, αυτή είναι τραβηγμένη εικασία. Το φαντασματάκι αυτό ήταν γλυκούλικο και άκακο. Αλλά η Άννα θα μπορούσε να φοβηθεί και κάτι γλυκούλικο και άκακο όπως την κόβω. Τώρα που το ξανασκέφτομαι…

            Φιλάω την Άννα στα σκούρα μαλλιά της. Ύστερα στο μέτωπο.

            -Δεν ήθελα να σε θίξω, κοπελιά.

            -Δεν με έθιξες. Απλώς δεν ξέρεις τίποτα. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Απλώς φέρεσαι σαν να τα ξέρεις όλα.

            -Συγνώμη!

            Προσπαθώ να αλλάξω θέμα:

            -Τι δουλειά κάνεις;

            Τα μάτια της Άννας αρχίζουν να περιστρέφονται στις κόγχες της. Έχω την αίσθηση ότι το κάνει όταν προσπαθεί να ανασκάψει το παρελθόν της.

            -Έχω πειραματιστεί με διάφορα – γραμματειακή υποστήριξη, συντήρηση λουλουδιών σε θερμοκήπιο, προβολή προϊόντων, υπηρεσία τροφοδοσίας. Αλλά δεν στάθηκα για πολύ σε καθένα από αυτά. Δεν θα σου κρύψω ότι συχνά έχανα τη δουλειά μου. Με απέλυαν δηλαδή…

            Δεν μου προκαλεί εντύπωση, Άννα. Αν συνήθιζες να συμμετέχεις συχνά σε τελετές με φαντάσματα όπου κι αν πήγαινες…

            -Συνέβαιναν αλλόκοτα συμβάντα εκεί που εργαζόμουν, προσθέτει εκείνη με τρεμάμενη φωνή.- Σε όποιο μέρος κι αν πήγαινα το μεταφυσικό στοιχείο με συνόδευε. Τραβούσα τα ανεξήγητα φαινόμενα σαν μαγνήτης.

            -Μοιράσου μαζί μου κάποιο από αυτά, την προτρέπω μειλίχια.

            Να που βλέπω τα μάτια της να εκτελούν ξανά εκείνη την περιστροφική κίνηση. Τώρα τελευταία το κάνει πιο συχνά, ή είναι ιδέα μου;

            -Ένα απόγευμα ήμουν στο σουπερμάρκετ, πίσω απ’ το ταμείο. Δούλευα ως πωλήτρια δηλαδή… Με πλησίασε μια χοντρή και ψηλή γυναίκα. Πολύ χοντρή όμως. Και είχε το πιο περίεργο προγούλι που έχω δει ποτέ. Με δύο κατακόρυφες σχισμές που έφταναν μέχρι το κάτω μέρος του λαιμού το προγούλι χωριζόταν σε τρία τμήματα που κρέμονταν σαν σάκοι. Ήμουν στη φάση που εκείνη μου έδινε μια κονσέρβα με τόνο να χτυπήσω τον γραμμοκωδικό της στο μηχάνημα. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να κατεβάσω τη ματιά μου από το προγούλι της. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν μεταλλαγμένη και ότι από τους σάκους στο λαιμό της θα εκτοξεύονταν δηλητηριώδη καρφιά που θα με σκότωναν. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με υποχρέωσε να αρπάξω την κονσέρβα απ’ τα χέρια της και να την εκτοξεύσω στο προγούλι της. Στη συνέχεια πήδηξα πάνω απ’ την ταμειακή μηχανή και άρχισα να κοπανάω τη μεταλλαγμένη στο κεφάλι.

            Σιωπά και νομίζω πως θα παραμείνει να αναλογίζεται τις συνέπειες των πράξεών της στη στάση του στωικού φιλοσόφου για πολύ. Μα με εκπλήττει όταν μου μιλά απρόσμενα με αλλαγμένο ύφος, πιο ψυχρό:

            -Ήρθαν ο διευθυντής του μαγαζιού και τα παιδιά απ’ τα δίπλα ταμεία να προφυλάξουν την άτυχη κυρία. Αποδείχτηκε ότι είχα κάνει λάθος τελικά. Ήταν μια ανυπεράσπιστη γυναίκα που ανήκε στο είδος μας και όχι μια μεταλλαγμένη με υπερδυνάμεις. Την είχα πατήσει για τα καλά, άνθρωπε, και δυστυχώς δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που μου συνέβη. Δυστυχώς δεν ξέρω να ξεχωρίζω τους μεταλλαγμένους απ’ τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Αυτό ώρες ώρες με κάνει ασύνετη.

            Εντάξει, Μίρο, δείξε κατανόηση. Είναι στην ανθρώπινη φύση να αντιδράς ακραία όταν συναντάς άτομα που φαίνονται πολύ διαφορετικά από σένα…

            Μα και η Άννα να περάσει τη χοντρή κυρία για μεταλλαγμένη; Πόση παράνοια χωράει πια το κεφάλι της; Και πόση παράνοια χωρά το δικό μου που κάθομαι και ασχολούμαι ακόμα μαζί της; Αλλά μου έχει κεντρίσει την περιέργεια. Θέλω να κατανοήσω γιατί πιστεύει αυτά που πιστεύει. Ας εφαρμόσω πάλι τη συλλογιστική πορεία που τόσο έντονα με χαρακτηρίζει:

            Πιθανό αίτιο 1: Ίσως φταίνε τα κόμικς. Όταν ήταν μικρή η Άννα δεν ήταν η εποχή που έβγαιναν κάθε μήνα τεύχη-ιστορίες με υπερήρωες με υπεράνθρωπες υπερδυνάμεις; Οι «Χ-Μεν», οι μεταλλαγμένοι που ζούσαν σε μια κοινωνία που δυσκολευόταν να τους υποδεχτεί και ήταν αναγκασμένοι να κρύβουν τις δυνάμεις τους για να μην περιθωριοποιηθούν απ’ τον περίγυρό τους ήταν αρκετά συναρπαστικοί ήρωες για να πάρουν τα μυαλά μιας φαντασιόπληκτης έφηβης, και να την ωθήσουν να τους αναζητεί στον πραγματικό κόσμο όταν μεγαλώσει.

            Πιθανό αίτιο 2: Ίσως φταίνε τα ψεύτικα άρθρα περί γενετικών μεταλλάξεων που έχουν πλημμυρίσει τις φυλλάδες του κίτρινου τύπου. Θέλω να πω εντάξει, κάποιες ειδήσεις όντως αντικατοπτρίζουν πραγματικά γεγονότα, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούν τις γεννήσεις μωρών με έξι δάχτυλα στα χέρια ή με ενωμένα δάχτυλα στα πόδια. Αλλά όλες οι υπόλοιπες που λένε για τύπους που τάχα σηκώνουν αμάξια στον αέρα με ψυχοκίνηση είναι πρωτοκλασάτη μπουρδολογία.

            Πιθανό αίτιο 3: Ίσως φταίει η ανεπαρκής διδασκαλία ζωτικών κλάδων της βιολογίας στα σχολεία. Πράγματι, τα σχολικά βιβλία της βιολογίας στις περισσότερες χώρες σαν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο να γεμίσουν τα κεφάλια των μαθητών με ακαταλαβίστικους όρους που ούτε οι ίδιοι οι συγγραφείς τους δεν μπορούν να προφέρουν χωρίς να κομπιάσουν, παρά στο να εξελίξουν την κριτική σκέψη των παιδιών, ώστε να μπορούν να αποφανθούν μέχρι πού εκτείνονται τα όρια των ανθρώπινων ικανοτήτων. Όπως και να συνειδητοποιήσουν ποιες μεταλλάξεις είναι δυνατές και ποιες όχι.

            Πιθανό αίτιο 4: Ίσως πάλι να μην φταίνε αναγκαστικά πάντα οι εξωτερικοί παράγοντες. Ίσως η έμφυτη βλακεία της Άννας να είναι κυριολεκτικά ατελεύτητη. Το κορίτσι γεννήθηκε λίγο βλαμμένο. Τι να κάνουμε! Είναι πολύ πιθανό ό,τι ιστορία και να της πουλήσουμε, εκείνη να τη χάψει.

            Σίγουρα η κοπέλα που έχω απέναντί μου έχει αποτύχει σε όλα τα στάδια κοινωνικής προσαρμογής. Και το κατάλαβα ότι είναι ακαταλόγιστη απ’ τις λίγες ώρες που πέρασα μαζί της. Είναι δηλαδή να απορείς πώς δεν το είχαν αντιληφθεί απ’ την αρχή και αυτοί που την είχαν προσλάβει στο σούπερ μάρκετ (και σε κάθε άλλη θέση εργασίας που ‘χε πάρει στη ζωή της)…

            Αλλά να πάρει. Εμφανισιακά είναι θεσπέσια και της το συγχωρώ που είναι τόσο χαζή!

            -Και μετά; Σε απέλυσαν και απ’ αυτή τη δουλειά, Άννα;

            Η τύπισσα ξεροβήχει.

            -Όχι. Τότε περιέργως δεν είχα χάσει τη δουλειά μου, Μίρο. Ακόμα εκεί εργάζομαι. Και επίσης, στο ‘χω ξαναπεί – δεν με λένε Άννα.

-Θες να μου ξαναθυμίσεις πώς σε λένε;

            Της χαμογελάω γοητευτικά.

            -Ας πρόσεχες όταν συστηνόμασταν, μου ρίχνει μπηχτή η κοπελιά. Ας άκουγες. Ας με παρακολουθούσες.

            -Ε, μα θέλω να επανορθώσω τώρα. Πες μου πώς σε λένε.

            Σκύβω προς το μέρος της και τη φιλάω στο τατουάζ στο λαιμό. Και μετά στα χείλη. Νιώθω λίγο περίεργα. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Στο κάτω κάτω εκείνη κάθεται γυμνή δίπλα μου. Μου έχει δοθεί ήδη. Δεν θα ‘πρεπε να είναι άβολη στιγμή. Και όμως αισθάνομαι άβολα που φιλάω μια γυναίκα που δεν γνωρίζω. Μια ξένη.

            Όταν το φιλί τελειώνει, της χαϊδεύω το μάγουλο για να σπάσει ο πάγος. Τη βλέπω να κοκκινίζει. Μια ζεστασιά με κατακλύζει. Τόσο έντονη που δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να με νοιάζει ποιο είναι το πραγματικό της όνομα. Θα ήταν το ίδιο όμορφη και προληπτική είτε τη φώναζαν Μαρία ή Εύα. Οι άνθρωποι δίνουν ονόματα στα παιδιά τους για πρακτικούς λόγους. Για να μπορεί όταν ο γονιός φωνάξει το παιδί του σε μια παιδική χαρά να μην στρέψουν κεφάλια όλα τα άλλα κουτσούβελα, αλλά να ανταποκριθεί στο κάλεσμα μόνο το σωστό παιδί. Αλλά σ’ αυτό το δωμάτιο είμαστε οι δυο μας. Εγώ και αυτή. Άμα την αποκαλέσω Μαρία ή Εύα δεν παραμονεύει ο κίνδυνος να μπερδευτούμε, διότι δεν υπάρχει άλλη γυναίκα τριγύρω στην οποία θα μπορούσα να απευθύνω το λόγο.

            Ωστόσο λόγω ευγένειας επιμένω:

            -Έλα. Θα μου πεις πώς σε λένε στ’ αλήθεια;

            -Μπα. Συνέχισε να με αποκαλείς Άννα. Αφού σου δημιουργεί ευχαρίστηση…

            -Εντάξει. Αλλά θέλω να μάθω και άλλα πράγματα για σένα.

            Τα ματόκλαδα της Άννας ανασηκώνονται παιχνιδιάρικα. Έχει γίνει λίγο εύθυμη. Το βλέπω.

            -Σαν τι; Τι θα σ’ ενδιέφερε να μάθεις για μένα;

            -Πέρα από φαντάσματα και μεταλλαγμένους, σε τι άλλο περίεργο πίστευες;

            Η Άννα κάνει κάποια ώρα να σκεφτεί.

            -Μικρή θυμάμαι που είχα φάει ένα κόλλημα με τα ΑΤΙΑ. Στα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς που μεγάλωσα κυκλοφορούσαν πολλά έργα διακεκριμένων ουφολόγων. Θυμάμαι που μόλις ο κουμπαράς μου γέμιζε λιγάκι, πήγαινα και αγόραζα κρυφά ένα…

            -Κρυφά;

            -Ο πατέρας μου δεν ήθελε να διαβάζω τέτοια. Παραφιλολογία τα αποκαλούσε και ψευδοεπιστήμη. Αν έβρισκε κανένα βιβλίο με θεωρίες συνωμοσίας για επισκέψεις εξωγήινων που τις συγκαλύπτει η κυβέρνηση, αμέσως το πετούσε στα σκουπίδια και με έβαζε τιμωρία.

            Καλά έκανε ο μπαμπάς της. Σε τέτοιες πυρετώδεις εποχές οι γονείς πρέπει να προσέχουν από πού παίρνουν ερεθίσματα τα παιδιά τους, για να μην καταντήσουν εύπιστα θύματα κακοπροαίρετων απατεώνων.

            -Πρέπει να είναι σκληρό να σε περιορίζουν σ’ αυτά που θες να διαβάσεις, Άννα.

            -Ναι, Μίρο, είναι. Με πόνεσε όταν ο μπαμπάς έσκισε την εγκυκλοπαίδεια με τα καταγεγραμμένα περιστατικά στενών επαφών τρίτου τύπου στην παγκόσμια ιστορία. Έκλαιγα για μέρες ολόκληρες. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς ήμουν. Μετέπειτα κρυβόμουν ακόμα περισσότερο. Κάθε φορά που ήθελα να διαβάσω ένα από τα απαγορευμένα για μένα βιβλία ή άρθρα από εφημερίδες ανέβαινα στην οροφή του σπιτιού, απ’ τη μεριά του κήπου, όπου δεν έβγαινε ποτέ ο πατέρας και δεν κινδύνευα να με δει. Μπορεί να έβαζα και κανένα ποτηράκι μπράντι να πιω… Α, έπινα από μικρή, στο ανέφερα;

Αυτό εξηγεί πολλά.

-Συχνά, ενώ καθόμουν στην οροφή και ξεσκέπαζα τις σκευωρίες της κυβέρνησης (η οποία κυβέρνηση απαρτιζόταν κατά το ήμισυ από εξωγήινους), έβαζα τα κλάματα. Ξέρεις αυτό το αίσθημα όταν ανακαλύπτεις ότι η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη να υποδουλωθεί σε άγνωστα όντα.

            -Ω Άννα…

            Τη φαντάζομαι να κλαίει με αναφιλητά και ανατριχιάζω. Πρέπει να είναι τρομακτική όταν ξεσπά σε λυγμούς. Σαν να μπορώ να ζωγραφίσω στη φαντασία μου το βλέμμα που παίρνει όταν οδύρεται.

            -Αυτό συνέβη όταν ήμουν δώδεκα. Επηρεασμένη από τις μεταμεσονύκτιες εκπομπές στα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια έφτασα στο σημείο να υποψιάζομαι ότι ο άνδρας που κατοικούσε στο σπίτι και κοιμόταν στο κρεβάτι της μητέρας μου δεν ήταν στ’ αλήθεια ο πατέρας μου, αλλά κάποιος εξωγήινος που είχε σκοτώσει τον μπαμπά μου και είχε πάρει τη μορφή του. Πίστευα ότι έπραττε όπως έπραττε και μου απαγόρευε να έρχομαι σε επαφή με ουφολόγους για να μου αποσπάσει την προσοχή απ’ το θέμα. Ότι προσπαθούσε να συγκαλύψει τους ομοειδείς του που έρχονταν από έναν μακρινό πλανήτη για να μας κατασκοπεύσουν ζώντας ανάμεσά μας!

            Αυτό πια παραείναι εξωφρενικό! Δεν πρέπει να ήσουν στα συγκαλά σου σ’ εκείνη την περίοδο της ζωής σου, κορίτσι μου!

            Ποιοι λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν μια κορασίδα να αρχίσει να αμφισβητεί την ταυτότητα του ίδιου του πατέρα της; Για να καταγράψω στο μυαλό τις πρώτες μου ερμηνείες:

            Πιθανό αίτιο 1: Ίσως φταίει η έλλειψη επικοινωνίας με τον πατέρα της. Πολλές φορές όταν ένας γονιός δεν μπαίνει στον κόπο να ανοίξει συζήτηση με το παιδί του, εκείνο τον νιώθει απόμακρο. Αν δεν υφίσταται το συναισθηματικό δέσιμο ανάμεσά τους, το παιδί τείνει να τον εκλαμβάνεται ως ξένο. Να μην τον αποδέχεται ως δικό του άνθρωπο και να μην του έχει εμπιστοσύνη. Καθώς η δυσπιστία του απέναντι στον γονιό αυξάνεται, το παιδί γίνεται πιο επιρρεπές στο να συμπεραίνει ότι ο πατέρας του είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που το ίδιο θα επιθυμούσε να είναι.

            Πιθανό αίτιο 2: Ίσως φταίνε οι απότομοι τρόποι του πατέρα της. Αν ήταν αγενής, τραχύς, ευέξαπτος, μπορεί και βίαιος, θα ήταν απόλυτα λογικό η κόρη του να τον φοβόταν. Η πλύση εγκεφάλου από τα βιβλία και τις τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα τα ΑΤΙΑ εύκολα θα μπορούσαν να ξεγελάσουν ένα μικρό και αθώο κορίτσι ότι η αυταρχική συμπεριφορά του γονιού της ερμηνεύεται από το γεγονός ότι… δεν είναι στ’ αλήθεια ο γονιός της, αλλά ένα ον από άλλον πλανήτη. Ότι οι ρίζες της απάνθρωπης συμπεριφοράς που βιώνει το παιδί στο σπίτι έγκεινται σε μια φύση που πολύ απλά δεν είναι ανθρώπινη!

            Πιθανό αίτιο 3: Ίσως φταίει η τάση που είχε ο πατέρας της να την κακομαθαίνει στα πρώτα χρόνια της ζωής της.. Μπορεί πάλι ο γέρος της να την είχε παραχαϊδεμένη σαν ήταν πιτσιρίκα και να ενέδιδε σε όλα της τα καπρίτσια. Ως αποτέλεσμα, επειδή τα είχε όλα έτοιμα στη ζωή και δεν χρειαζόταν να μεριμνήσει και να έχει ευθύνες για τίποτα, η μικρή κατάντησε να γεμίζει με παράδοξες σκέψεις το κεφάλι της… από βαρεμάρα. Άρχισε να αμφισβητεί τον πατέρα της μόνο και μόνο επειδή δεν είχε τίποτα πιο ενδιαφέρον να κάνει στη ζωή της. Σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον θα ‘ταν καλύτερα να της είχε επιβληθεί λιγάκι παραπάνω ο πατέρας. Με σιδερένια πυγμή δηλαδή… Για να μην του έρθει μπούμερανγκ η χειραφέτηση της μικρής, και καταλήξει η Άννα να τον μπερδεύει με επισκέπτη απ’ το διάστημα. Όπως και έγινε. Καλά να πάθεις που δεν την έδερνες παραπάνω όταν είχες την ευκαιρία. Ηλίθιε!

            Αλλά οι αυταπάτες της Άννας δεν σταματούν εδώ. Συνεχίζει απτόητη:

            -Ακόμα και σήμερα τείνω να νομίζω κάποιες φορές ότι κυκλοφορούν ανάμεσά μας επισκέπτες από άλλους πλανήτες.

            Την Άννα θα ‘πρεπε να την εξετάσει ψυχίατρος. Επειγόντως!

            -Οι φάτσες κάποιων τυχαίων ατόμων που συναντώ στη ζωή μου είναι υπερβολικά στρουμπουλές ή επιμηκυμένες. Δεν υπάρχει περίπτωση να ανήκουν στο ίδιο είδος με μένα.

            Δεν θέλω να τη στεναχωρήσω, αλλά έχει προβλήματα. Σοβαρά!

            -Ή με κοιτούν με ένα βλέμμα απόκοσμο. Ξέρεις, απ’ αυτά που προσηλώνονται στο δικό σου και αμέσως συνειδητοποιείς ότι δεν είναι δυνατό να είναι βλέμματα ανθρώπινα., βλέμματα φυσιολογικά.

             Όπως δεν είσαι φυσιολογική και συ, κουκλίτσα μου.

            -Και γενικώς μου έχει συμβεί αμέτρητες φορές να γνωρίσω ανθρώπους και να μου φανούν για εξωγήινοι. -Τώρα γελάει.- Μέχρι και συ μου φαίνεσαι για εξωγήινος τώρα που σε βλέπω καλύτερα, Μίρο.

            Της φαίνομαι για εξωγήινος;;; Σοβαρά τώρα; Τι ακούνε τ’ αυτιά μου! Μα πώς της ήρθε να το πει αυτό;

            Και το χειρότερο είναι ότι δεν μπορώ καν να διανοηθώ τι ευθύνεται για τις ιδέες που μπαίνουν στο κεφάλι της Άννας. Μα γιατί μια οποιαδήποτε γυναίκα, όσο τρελή και αν είναι, να με περάσει για εξωγήινο; Ας κάνω μερικές σύντομες υποθέσεις:

            Πιθανό αίτιο 1: Ίσως φταίει το στυλ μου. Φουτουριστικό μαλλί που παραμένει φουσκωμένο προς τα πάνω όσες ώρες κι αν χορέψω στην πίστα. Πολύχρωμο πουκαμισάκι με ζωγραφισμένα πλανητικά συστήματα πάνω του. Σακάκι που φωσφορίζει. Γυαλί με μπλε σκελετό που αντανακλά το φως. Μια γυναίκα δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένας γήινος θα ήταν ποτέ τόσο κουλ.

            Πιθανό αίτιο 2: Ίσως φταίνε οι τρόποι μου. Είμαι πάντα έτσι ευγενικός με τις κυρίες και τις απευθύνω πάντα τον λόγο με χάρη, κομψότητα, απαλότητα, αυτοπεποίθηση. Παραμένω διαρκώς χαμογελαστός, κοιτάω τους συνομιλητές μου στα μάτια, προσφέρομαι να εξυπηρετήσω όταν υπάρχει ανάγκη και δεν υψώνω ποτέ τον τόνο της φωνής μου. Μια γυναίκα δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένας γήινος θα ήταν ποτέ τόσο τζέντλεμαν.

             Πιθανό αίτιο 3: Ίσως φταίει το σεξ που κάνω. Άπειρες φορές έχω φέρει σύντροφό μου σε οργασμό τέσσερις διαδοχικές φορές. Και είμαι φοβερά αποτελεσματικός σε σπάνιες και φανταστικές στάσεις. Μια γυναίκα δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένας γήινος θα ήταν ποτέ τόσο ικανός εραστής.

            Πιθανό αίτιο 4: Ίσως φταίει το χιούμορ μου. Ώρες ώρες πετάω διαστημικά ανέκδοτα που κάνουν τους παρευρισκόμενους να ξεραίνονται στο γέλιο. Αυτά τα ανέκδοτα έχουν και απίστευτη απήχηση σε εκπροσώπους του ωραίου φύλου. Είτε πρόκειται για λογοπαίγνια, είτε για σύντομες ιστοριούλες με ευτράπελη ανατροπή στο τέλος, απλώς δεν γίνεται να μην τα ευχαριστηθούν. Μια γυναίκα δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένας γήινος θα ήταν ποτέ τόσο αστείος.

            Πιθανό αίτιο 5: Ίσως φταίει η ταυτότητά μου. Μπορεί η Άννα να με είδε καθώς άλλαζα μορφή από μαρουντιανό σε άνθρωπο ενώ νόμιζα ότι κοιμόταν. Μπορεί λόγω του μεθυσιού να ήμουν απρόσεκτος και να ‘βγαλα από την τσάντα μου τη συσκευή επικοινωνίας με το διαστημόπλοιο μπροστά της. Ποιος ξέρει;

            Σημασία έχει ότι πρέπει να τελειώνω μια ώρα αρχύτερα μ’ αυτή τη βλαμμένη! Δεν θέλω ο Κιάρο, ο Μπούρο και τα άλλα παιδιά να με περιμένουν για να αναχωρήσουμε με το σκάφος απ’ αυτόν τον καταραμένο πλανήτη. Ας υπνωτίσω την Άννα στα γρήγορα και ας την κάνουμε από δω όσο το δυνατόν πιο σύντομα.

            Κάτι μου λέει ότι ο Κιάρο και ο Μπούρο θα νευριάσουν. Τόσον καιρό που μ’ έχουν αφήσει μονάχο, έχω καταφέρει να συλλέξω μόνο ένα πειραματόζωο. Ντροπή μου!

            -Άννα, ψιθυρίζω εγώ.- Έχεις δίκιο. Στ’ αλήθεια είμαι εξωγήινος. Έρχομαι απ’ τον πλανήτη Μαρούντια που περιστρέφεται γύρω απ’ το άστρο Φόκλο, το οποίο αυτή τη στιγμή απέχει περίπου 128.43 έτη φωτός από τη Γη.

Δεν της δίνω και πολύ χρόνο να αντιδράσει. Μεταμορφώνομαι γρήγορα από άνθρωπο σε μαρουντιανό, το δέρμα μου αποκτά πετρόλ απόχρωση, τα μαλλιά μου συρρικνώνονται, τα νύχια μου γίνονται πιο αιχμηρά, οι φλούδες που ξεφυτρώνουν απ’ το στήθος μου ανασηκώνουν τον γιακά του πουκαμίσου μου, τα μάτια μου αρχίζουν και λαμπυρίζουν… Το βλέμμα μου μπήγεται ορμητικά στις κόρες των ματιών της Άννας… και την αποκοιμίζει… απαλά…

 

* * *

 

            Ο Γκα-12, το ηλίθιο ρομπότ που κουμαντάρει τις εξωπλανητικές πτήσεις της ομάδας μου, έχει παρκάρει το σκάφος σε ένα απόμερο άλσος κάπου δυο μίλια μακριά απ’ την παραλία του ξενοδοχείου. Έτσι χρειάστηκε να διανύσω τεράστια απόσταση πεζός κουβαλώντας την αναίσθητη Άννα στα χέρια! Πάλι θα μου δικαιολογείται μετά ότι δεν θα ήταν ασφαλές να ‘χε προσγειώσει το διαστημόπλοιο πιο κοντά σε μένα. Και εντάξει, έχει φέξει από ώρα, δεν αντιλέγω! Αλλά είναι Πρωτοχρονιά! Μέχρι αύριο το πρωί δεν θα’ χει ξεμεθύσει κανένας απ’ το ρεβεγιόν. Οπότε και να μας δει κανένας περίεργος που ακόμα μπορεί και στέκεται στα πόδια του, σιγά μην εμπιστευτεί την όρασή του.

            Η μπουκαπόρτα με περιμένει ορθάνοιχτη. Ο Μπούρο κοντοστέκεται σκεπτικός στο παρτέρι. Με κοιτά με προβληματισμένο βλέμμα. Κατόπιν περιεργάζεται το φορτίο μου.

            -Μόνο αυτήν περιμάζεψες; Πού έβοσκες τόσες ώρες;

            Μου μιλά στα μαρουντιακά, τη γλώσσα μας που περιέχει πολλά φωνήεντα. Ο τόνος του είναι καυστικός.

            -Να λες πάλι καλά που ‘χω και αυτήν. Αν είχα πιεί λίγο παραπάνω, μπορεί να μην ήμουν ποτέ στην ώρα μου για το ραντεβού… Και να ‘ρχόμουν και με άδεια χέρια!

            Ύστερα προσθέτω πιο καταπραϋντικά:

            -Έι, θα με καλύψεις μπροστά στο αφεντικό, ε; Μην με καρφώσεις ότι έπινα πάλι. Σκαρφίσου καμιά ιστορία. Για έναν στρατό που μου έστησε ενέδρα ενώ ήμουν έτοιμος να υπνωτίσω ολόκληρη δεκαπενταμελή οικογένεια, για παράδειγμα.

            -Καλά καλά! Αλλά αυτή που κουβαλάς δείχνει πολύ αδύνατη. Δεν ξέρω αν θα αντέξει ούτε μισή μέρα στον λαβύρινθο.

            -Ναι, έχεις δίκιο. Γενικά δεν την κόβω ούτε για αρκετά γεροδεμένη, ούτε για αρκετά έξυπνη ώστε να ξεφύγει απ’ τον λαβύρινθο. Κατά πάσα πιθανότητα θα ψοφήσει εκεί μέσα και θα στείλουμε το πτώμα της για ανατομικές μελέτες. Τουλάχιστον το σώμα της δεν έχει υποστεί σοβαρές βλάβες. Το εξέτασα διεξοδικά.

            -Δεν μ’ αρέσει ο σωματότυπός της, μουρμουράει υπόκωφα ο Μπούρο.

            Ο συνεργάτης μου γίνεται λίγο ξινός κατά καιρούς. Θα μου κρατάει μούτρα, θα μου τη λέει σ’ όλο το ταξίδι, θα με βρίζει, αλλά στο τέλος ξέρω ότι θα με καλύψει μπροστά στο αφεντικό. Έτσι κάνει το φιλαράκι μου ο Μπούρο. Είναι αληθινό κολλητάρι αυτός.

            Εναποθέτουμε την Άννα σε γυάλινο φέρετρο που θα συντηρεί της ζωτικές λειτουργίες της. Ο Γκα-12 ενεργοποιεί το σύστημα ψύξης.

            -Δι-α-δι-κα-σί-α ψύ-ξης της τε-λευ-ταί-ας αι-χμά-λω-της ο-λο-κλη-ρώ-θη-κε. Έ-τοι-μοι για α-να-χώ-ρη-ση, α-φε-ντι-κά;

            -Ναι, βλάκα, φωνάζω προς το μέρος του ρομπότ.- Πάμε να φύγουμε επιτέλους!

            Ενώ ο Γκα-12 απογειώνει το διαστημόπλοιο, κόβω βόλτα σ’ όλα τα καταστρώματα. Πουθενά δεν βρίσκω τον Κιάρο.

            -Έι, Μπούρο, πού είναι ο Κιάρο;

            Ο Μπούρο έχει αράξει στο πιλοτήριο σε μια άδεια πολυθρόνα.

            -Τον σκότωσα κατά λάθος. Και το χειρότερο είναι ότι τον σκότωσα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην τρώγεται!

            Αποτραβιέμαι έκπληκτος.

            -Τον σκότωσες;

            Ο Μπούρο ανοιγοκλείνει βιαστικά τα μάτια.

            -Την ώρα που ο Κιάρο πλενόταν, εγώ περιφερόμουν στον διάδρομο έξω απ’ το μπάνιο και ήμουν βυθισμένος στους στοχασμούς μου. Ζεστάθηκα και ήθελα να πατήσω το κουμπί για το άνοιγμα του κλιματιστικού. Απλώς αντί για το πορτοκαλί κουμπί, πάτησα το κόκκινο. Καταλαβαίνεις.

            -Θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα, τον παρηγορώ εγώ.- Μια πρώην σύζυγός μου πέθανε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πάλι σε διαστημόπλοιο τύπου Υέτσκιν, λίγο πιο παλιό μοντέλο απ’ αυτό, πετούσαμε. Εγώ ήμουν που πάτησα το μοιραίο κόκκινο κουμπί…

            -Τα μοντέλα Υέτσκιν είναι για τα μπάζα! αναφωνεί ο Μπούρο.- Μπορείς να μου πεις γιατί πρέπει να βάζουν το κουμπί για τη ρίψη οξέων απ’ το ντους δίπλα στα κουμπιά για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στο κατάστρωμα; Ποιος ξέρει πόσα τέτοια ατυχήματα έχουν συμβεί σε σκάφη Υέτσκιν! Δες το ατύχημα με τον Κιάρο. Δες το ατύχημα με την πρώην σου.

            -Ποιο ατύχημα με την πρώην μου, ρε; Νομίζεις είμαι ανίκανος σαν εσένα να ξεχωρίζω τα χρώματα των κουμπιών; Προμελετημένα την ξέκανα τη στρίγγλα, γιατί με έκραζε κάθε φορά που οργάνωνα όργια με άλλες. Να ‘ξερες σαματά που έκανε μετά από κάθε μου παράπτωμα!

            -Ε, αφού ήταν στρίγγλα, της άξιζε, κελαηδά ήρεμα πια (και ολίγον βαριεστημένα) ο Μπούρο.

            Απλώνω το κουρασμένο μου κορμί στην πολυθρόνα δίπλα στον Μπούρο. Δοκιμάζω να τον ψαρέψω πώς πέρασε τις τελευταίες βδομάδες στον τόπο .

            -Βαρετά, αποκρίνεται εκείνος ενώ ξαναπαίρνει ξινό ύφος.- Είχαμε αναταραχές. Ομαδικές διαμαρτυρίες. Διαδηλώσεις στους δρόμους. Η παλιά κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στο λαό μείωση του φόρου εισοδήματος, προστασία της πρώτης κατοικίας και αύξηση των συντάξεων. Αντ’ αυτών, απ’ την αρχή της θητείας της είχε προβεί σε αύξηση του φόρου εισοδήματος, μαζικούς πλειστηριασμούς σπιτιών και σταδιακή μείωση των συντάξεων. Ε, ο λαός είχε δυσανασχετήσει και πριν λίγες μέρες διεξήχθησαν πρόωρες εκλογές. Έτσι μου ήταν εύκολο να υπνωτίσω μερικά γεροντάκια την ώρα που γύριζαν από τις κάλπες. Φαντάζεσαι και μόνος σου τι χάος επικρατούσε.

            -Ναι, ναι. Υποθέτω ότι ο λαός βρισκόταν σε έκσταση τη στιγμή που εκτελούσαν δημόσια τα μέλη της παλιάς κυβέρνησης. Θυμάσαι την ευφορία που αισθάνονταν οι ρουγκάλιοι όταν έκαιγαν ζωντανό τον βασιλιά Φουρ στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσάς τους;

            -Σιγά μην τους εκτελούσαν και δημόσια τα τούβλα. Στην πραγματικότητα τους επανεξέλεξαν στις νέες εκλογές.

            Έχω μείνει εμβρόντητος.

            -Τι; Όντως; Δεν παίζει!

            -Κι όμως, νεύει περιφρονητικά με το κεφάλι ο Μπούρο.

            -Στα ‘λεγα εγώ πως οι άνθρωποι δεν ήταν το πιο εξελιγμένο νοητικά είδος σ’ αυτόν τον πλανήτη. Καλύτερα να αρχίσουμε να περισυλλέγουμε σκύλους απ’ την επόμενη φορά.

            -Στο ‘χω εξηγήσει πάμπολλες φορές, Μίρο, ότι έχεις πολύ μεγαλύτερα μάζα και όγκο από έναν σκύλο. Αν μεταμορφωθείς σε σκύλο, θα δείχνεις τεράστιος συγκριτικά με τους εκπροσώπους αυτού του είδους και δεν θα πείθεις κανέναν.

            Σε λίγο νιώθω πως η συζήτηση αρχίζει και με κουράζει. Κατεβαίνω στην αποθήκη με τα γυάλινα φέρετρα. Βρίσκω εκείνο της Άννας και παρατηρώ το πρόσωπό της το βυθισμένο στη γαλήνη, κάτω απ’ το θολωμένο καπάκι.

            Καημένη Άννα. Μόλις πέρασες την τελευταία σου Πρωτοχρονιά στη Γη. Δεν θα κλέψεις ποτέ ξανά χαρτονομίσματα απ’ το σακάκι του χοντρούλη θείου Άλεξ. Δεν θα διαβάσεις ποτέ ξανά άρθρα ουφολόγων πάνω στην οροφή του πατρικού σου πίνοντας μπράντι. Δεν θα μπερδέψεις ποτέ ξανά πελάτισσά σου στο σουπερμάρκετ με μεταλλαγμένη. Δεν θα φοβηθείς ποτέ ξανά φαντάσματα, γιατί από δω και στο εξής θα ‘χεις πιο τρομακτικά πράγματα να φοβάσαι. Μετά απ’ όσα θα ζήσεις μαζί μας δεν θα ‘σαι το ίδιο κορίτσι που γνώρισα.

            Θα σε υποβάλουμε σε περίεργα πειράματα, Άννα. Θα επισκεφτείς κόσμους διαφορετικούς απ’ αυτούς που έχεις συνηθίσει. Δεν είμαι σίγουρος αν θα γελάσεις ποτέ ξανά. Θα μου λείψει το γέλιό σου, Άννα.

             Ο συναγερμός του πλοίου αντηχεί σ’ όλα τα καταστρώματα και με αποτραβάει απ’ τη μελαγχολία μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα βρίσκομαι ήδη στο πιλοτήριο. Το κολλητάρι μου ο Μπούρο έχει γεμίσει ιδρώτες ενώ τα μαλλιά του έχουν γίνει μωβ. Απ’ την κοιλιά του ξεχύνονται ορμητικά ατμοί.

            -Τρο-φι-κή δη-λη-τη-ρί-α-ση, διαγιγνώσκει με απάθεια ο Γκα-12.

            -Ευχαριστώ που επισημαίνεις το προφανές, βλάκα, γαυγίζω θυμωμένα προς το μέρος του ρομπότ.- Το βλέπω και μόνος μου ότι είναι δηλητηρίαση.

            Ύστερα απευθύνομαι στον φίλο μου με φωνή που προδίδει τη στεναχώρια μου:

            -Μπούρο; Τι σου συμβαίνει, κολλητέ;

            Ο Μπούρο βαριανασαίνει. Με κόπο προφέρει τα λόγια:

            -Νομίζω την έπαθα μ’ αυτό το σκούρο υγρό που με συμβούλεψες να προμηθευτώ… Που με παραπλάνησες ότι έκανε τάχα πολύ καλό στην υγεία μας.

            -Ποιο σκούρο υγρό σε συμβούλεψα να προμηθευτείς;

            Η απορία έχει αναμφίβολα ζωγραφιστεί στο πρόσωπό μου. Μέχρι που βλέπω το πεταμένο κουτάκι στο πάτωμα και τα συνειδητοποιώ όλα.

            -Αχ, Μπούρο! Σου ‘χα πει να ρωτήσεις πού έχουν κόκα. Εννοούσα ένα φυτό απ’ το οποίο οι άνθρωποι βγάζουν μια άσπρη σκόνη που τη λένε κοκαΐνη και τη ρουφάνε. Αυτή πράγματι κάνει πολύ καλό στο ανοσοποιητικό μας σύστημα και στην κυκλοφορία του αίματος, ενώ επιδρά ιδιαίτερα θετικά και στην ανάπλαση του δέρματός μας. Αυτό που ‘χεις πιεί είναι ένα δηλητήριο που στη γλώσσα των ανθρώπων το αποκαλούν «Κόκα-Κόλα». Η θανάσιμη δόση για έναν αρσενικό μαρουντιανό είναι περίπου δύο χιλιοστόγραμμα. Εσύ ήπιες όλο το κουτάκι…

            Ο Γκα-12 φέρνει φορείο και πάνω του μεταφέρει τον Μπούρο στο ιατρείο. Θα τον φροντίσει εκεί για το σύντομο υπόλοιπο της ζωής του.

            Τι τύχη και αυτή! Ήθελα τόσο πολύ να παίζω με κάποιον παιχνίδια στρατηγικής στην επιστροφή. Και ο Γκα-12 δεν είναι και ο πιο κατάλληλος. Υπερβολικά ηλίθιος.

Αχ κολλητέ, γιατί δεν πρόσεχες; Γιατί μ’ αφήνεις μόνο; Θα πήξω απ’ την ανία σ’ όλο το ταξίδι. Πάλι καλά που δεν θα αχρηστευτεί το πτώμα σου σαν εκείνο του Κιάρο και κάποια απ’ τα μέλη σου θα παραμείνουν φαγώσιμα.

Ανάθεμα αυτούς τους γήινους με τις αηδίες που καταναλώνουν. Κάθε φορά που συμμετέχω σε πάρτι τους κατόπιν με πιάνουν ζαλάδες. Φυσικά ο Μπούρο το παράκανε. Είπαμε, πίνω και εγώ ποτά όπως βότκες, ουίσκι, ρούμια και ρακές, αλλά ποτέ Κόκα-Κόλα!

Η τελευταία ημέρα μου παρείχε δυνατές συγκινήσεις. Δεν αντέχω άλλες. Χρειάζομαι επειγόντως διακοπές. Κάπου μακριά απ’ την κοσμική οχλοβοή του γαλαξία. Και μετέπειτα, όταν επιστρέψω στη δουλειά, θα ζητήσω απ’ το αφεντικό αποστολή στον Βιάουλο-Ρετσά, πολλά έτη φωτός μακριά από τη Γη. Μπορεί το εθνικό τους αφέψημα να μυρίζει σαν τα ούρα μου, μα τουλάχιστον είναι εγγυημένο ότι κανένα υγρό που παρασκευάζεται σ’ εκείνον τον ψυχρό πλανήτη δεν θα με στείλει στον τάφο (ή στο στομάχι των συνταξιδιωτών μου) σαν τον κακόμοιρο Μπούρο. Και μπορεί οι βιαουλο-ρετσάνες να με γεμίζουν κόκκινες τρίχες με κάθε φιλί ή άγγιγμα, αλλά τουλάχιστον δεν είναι παρανοϊκές και δεν πιστεύουν σε φαντάσματα όπως η Άννα!

 

_

γράφει ο Πάτρικ Ασένοβ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος