Λάμψεις μαχαιριού από τη βουβή οθόνη της τηλεόρασης. Ο πατέρας και δύο κούπες αχνιστό τσάι πάνω στον ασημένιο δίσκο και στο τραπέζι της σάλας. Η φωτιά τρίζει στην εστία. Έξω άρχισε να χιονίζει. Ο πατέρας περιμένει την κόρη του να σχολάσει από την καθαριότητα. Εψές βράδυ, ο γαμπρός του, την είχε διώξει από το σπίτι. Και τού την έστειλε πακέτο. «Από δω και μπρος θα με πληρώνεις εσύ, με το μεροκάματο της κόρης σου.»
Στριγγός ήχος κλειδιών στην πόρτα.
Το κορίτσι κρυώνει και πεινάει.
Μια αχνιστή σούπα σιωπηλά και μετά ο πατέρας νυχοπατώντας, σαν υπνοβάτης, παραμερίζει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του κοριτσιού. Το κορίτσι κάνει πως κοιμάται. Ο πατέρας, ευχαριστημένος, της τραβάει την κουβέρτα μέχρι το κεφάλι, να μην κρυώνει και γλυκά τραβάει την πόρτα πίσω του.
Το κορίτσι, αφού βεβαιώθηκε πως δεν την βλέπει πια, σηκώνει τα μανίκια του νυχτικού ως πάνω και ξεσκεπάζει χέρια και πόδια, γεμάτα γρατζουνιές και μελανιές.
«Ευτυχώς δεν με είδε», ψελλίζει ευχαριστημένη προς το εικόνισμα. Το καντήλι τρίζει. Τελειώνει το λάδι. Ένας ατελείωτος αναστεναγμός ξεφεύγει από το κόκκινο στόμα της, ανάσα που ανεβαίνει.
Μέσα στη σάλα, βουλιαγμένος στην πολυθρόνα και στις αναμνήσεις, ο πατέρας, μιλάει με το εικόνισμα της συζύγου του και μητέρας της. Η απάντηση της είναι: «…».
Απαντά η βουβή οθόνη των ειδήσεων: «Κακοποίηση ανήλικης από τον πατέρα της». Έξαφνα, από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης, πέφτουν οι «Άθλιοι».
Άθελά του, αναλογίζεται την Φαντίνα. Ο Θεναρδιέρος την εκβιάζει να δώσει περισσότερα φράγκα για την μικρή της Τιτίκα. Και η Φαντίνα, αφήνει ένα ουρλιαχτό, καθώς της ξεριζώνουν με τανάλια τα δύο μπροστινά της δόντια. Και μετά της κόβουν και τα μαλλιά. Και η Φαντίνα πληρώνει τα νοσήλια της αγαπημένης της Τιτίκας. Και πεθαίνει με ματωμένο το στόμα. Πάντα θα υπάρχουν Θεναρδιέροι. Τουλάχιστον εδώ θα είναι προστατευμένη, μαρτυρά ο πατέρας. Έξω μαίνεται πια χιονοθύελλα.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια