Οράτιος, ωδή XXIIIL

Οράτιος, ωδή XXIIIL

 

Οράτιος, ωδή XXIIIL

 

εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ελευθερία Μπέλμπα

 

εισαγωγικά

 

Στην ωδή κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο πλούτος δεν συμπορεύεται με την ευδαιμονία. Οι Σκύθες είναι ευτυχέστεροι λόγω της απλότητας των ηθών και των θεσμών τους. Συνεπώς είναι προτιμότερο να εξαλειφθεί η αχρειότητα, η τρυφηλότητα και να υιοθετήσουν οι άνθρωποι την ηθική στάση ζωής και την αρετή.

 

 

Intactis opulentiorthesauris Arabum et divitis Indiaecaementis licet occupes

terrenum omne tuis et mare publicum:

 

si fugit adamantinos

summis verticibus dira Necessitas

clavos, non animum metu,

non mortis laqueis expedies caput.

 

campestres melius Scythae,

quorum plaustra vagas rite trahunt domos,

vivont et rigidi Getae,

inmetata quibus iugera liberas

 

fruges et Cererem ferunt

nec cultura placet longior annua

defunctumque laboribus

aequali recreat sorte vicarious.

 

illic matre carentibus

privignis mulier temperat innocens

nec dotata regit virum

coniunx nec nitido fidit adultero;

 

dos est magna parentium

virtus et metuens alterius viri

certo foedere castitas,

et peccare nefas aut pretium est mori.

 

 

o quisquis volet inpias

caedis et rabiem tollere civicam,

si quaeret pater urbium

subscribi statuis, indomitam audeat

 

refrenare licentiam,

clarus postgenitis: quatenus, heu nefas,

virtutem incolumem odimus,

sublatam ex oculis quaerimus invidi.

 

quid tristes querimoniae,

si non supplicio culpa reciditur,

quid leges sine moribus

vanae proficiunt, si neque fervidis

 

pars inclusa caloribus

mundi nec Boreae finitimum latus

durataeque solo nives

mercatorem abigunt? horrida callidi

 

vincunt aequora navitae,

magnum pauperies opprobrium iubet

quidvis et facere et pati

virtutisque viam deserit arduae.

 

vel nos in Capitolium,

quo clamor vocat et turba faventium,

vel nos in mare proximum

gemmas et lapides aurum et inutile,

 

summi materiem mali,

mittamus, scelerum si bene paenitet.

eradenda cupidinis

pravi sunt elementa et tenerae nimis

 

mentes asperioribus

fonrmandae studiis. nescit equo rudis

haerere ingenuos puer

venarique timet, ludere doctior,

 

seu Graeco iubeas trocho

seu malis vetita legibus alea,

cum periura patris fides

consortem socium fallat et hospites

 

indignoque pecuniam

heredi properet. scilicet inprobae

crescunt divitiae, tamen

curtae nescio quid semper abest rei.

Πιο εύπορος εσύ από τους άθικτουςθησαυρούς των Αράβων[1] και τα πλούτη της Ινδίαςμπορείς να καταλαμβάνεις με ακατέργαστους

λίθους όλους τους αγρούς και την κοινή θάλασσα:

 

αν μπήγει τα αδαμάντινα καρφιά[2]

στις μεγάλες άκριες η σκληρή ανάγκη,

δε θα απαλλάξεις την ψυχή από το φόβο

ούτε το κεφάλι από τις παγίδες του θανάτου.

 

Καλύτερα ζουν οι πεδινοί Σκύθες

των οποίων, κατά τι ειωθός, οι άμαξες σύρουν

τις πλανώμενες οικίες τους και οι δεινοί Γέτες[3]

των οποίων τα αναρίθμητα πλέθρα (γης) άφθονους

 

καρπούς γεννούν και σιτάρι

ούτε τους αρέσει η μεγαλύτερη ετήσια καλλιέργεια

κι αυτόν που απαλλάσσεται από τους κόπους

τον αναπαύει ο υπηρέτης με ίσιο κλήρο.

 

Εκεί τους προγόνους της, που στερούνται

τη μητέρα, η αθώα γυναίκα λυπάται

ούτε κυβερνά τον άντρα η προικισμένη

σύζυγος ούτε εμπιστεύεται το λαμπρό μοιχό[4]˙

 

μεγάλη προίκα είναι των γονέων

η αρετή και δίχως να επιθυμεί άλλον άντρα

η αγνότητα δε μιαίνει βεβαίως

και η αμαρτία είναι το ανόσιο ή η τιμωρία είναι

ο θάνατος.

 

Ω οποιοσδήποτε θέλει την άγρια

σφαγή και την εμφύλια ρήξη να ανατρέψει,

αν ζητήσει να γραφεί «πατέρας των πόλεων»

στους ανδριάντες, να τολμήσει την αδάμαστη

 

ακολασία να εμποδίσει

ένδοξος στους μεταγενέστερους: διότι, φευ ανόσιο,

σώα την ανδρεία μισούμε, όταν τη χάσουμε

από τα μάτια (μας), φθονεροί τη ζητούμε.

 

Γιατί οι θλιμμένες δεινολογίες,

αν δεν περιορίζεται με την τιμωρία το πλημμέλημα,

εφόσον οι νόμοι χωρίς ήθη

κενοί ωφελούν, αν ούτε

 

το μέρος του κόσμου που περικλείεται απ’ τη διάπυρη

θερμότητα ούτε η όμορη πλαγιά του Βορά

και τα σκληρά χιόνια της γης

δεν εμποδίζουν τον έμπορο[5]; Αν έμπειροι ναύτες

 

νικούν το αγριεμένο πέλαγος,

η μεγάλη ντροπή της φτώχειας διατάζει

οτιδήποτε και να πράττει και να πάσχει κάποιος

και εγκαταλείπει την υψηλή οδό της αρετής.

 

Είτε στο Καπιτώλιο όπου εμάς

προσκαλεί η κραυγή και η ταραχή των επαίνων

είτε εμείς στην πιο κοντινή θάλασσα

τους πολύτιμους λίθους και το χρυσάφι και ανώφελα,

 

την υπόσταση όλου του κακού

να ρίξουμε, αν σωστά μετανιώνουμε για το έγκλημα[6].

Πρέπει να αφανίσουμε της φαύλης επιθυμίας

την αρχή και τα σφόδρα μαλακά

 

πνεύματα με πιο τραχείς σπουδές

να διαμορφωθούν. Δεν ξέρει στο άλογο ο ελεύθερος

νέος ακατέργαστος να εισβαίνει

και φοβάται να κυνηγά, έχει εκπαιδευτεί να παίζει

 

είτε τον προστάζεις να παίζει στον ελληνικό τροχό

είτε προτιμάς τον κύβο που απαγορεύεται από τους νόμους[7] όταν η επίορκη πίστη του πατέρα

απατά τον κοινωνό συνεργάτη και τους ξένους

 

και χρήματα σπεύδει (να προσφέρει)

στον ανάξιο κληρονόμο[8]. Είναι φανερό τα αχρεία

πλούτη αυξάνονται, όμως δεν ξέρω

πάντοτε τι λείπει απ’ το περιορισμένο απόκτημα.

 

[1] Παραπέμπει στην εποχή πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση.

[2] Τα αδαμάντινα καρφιά στα αετώματα των πλούσιων οικιών.

[3] Οι Σκύθες νομαδικά μετακινούνται κατά διαστήματα με άμαξες βιώνοντας στα πεδινά. Οι Γέτες μετοικούσαν μεταξύ κάτω Δούναβη και Αίμου ως τον Εύξεινο Πόντο.

[4] Κατά τα έθη των Σκυθών, είναι επιβεβλημένη η γυναικεία πίστη στο σύζυγο (με ανοχή και των προγονών που έχασαν τη μητέρα τους), σε αντίθεση με τη ρωμαϊκή κοινωνία.

[5] Η επιδίωξη του κέρδους από τον έμπορο δεν αναχαιτίζεται ούτε από τις αντίξοες συνθήκες στον παγωμένο Βορά.

[6] Στο Καπιτώλιο, στο ναό του Δία, η αφιέρωση των πολύτιμων λίθων και του χρυσού είναι ένδειξη μετάνοιας για την αχρειότητα.

[7] Η κυβεία (το παιχνίδι των κύβων, ζαριών) απαγορευόταν απ’ το νόμο ως φθοροποιός συνήθεια, όπως και οι ιπποδρομίες, οι αρματοδρομίες.

[8] Οι έμποροι αισχροκερδούν εξαπατώντας συνεταίρους και ξένους, ενώ θα κληροδοτήσουν στους απογόνους τους τα άνομα πλούτη.

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος