Ο γιος του έρωτα

Ο γιος του έρωτα

angel_love

Άρπαξε το τασάκι και το πέταξε με όλη τη δύναμή της στο πάτωμα.
-Σε σιχαίνομαι! ούρλιαξε.
Η φωνή της έφτασε τόσο ξένη στ’ αυτιά του. Μα μήπως ξένοι δεν κατάντησαν αυτοί οι δύο;
-Εγώ να δεις πόσο σε σιχάθηκα πια! Σε βαρέθηκα! Μια ζωή υστερική και φαντασμένη ήσουν!
-Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί έγινα υστερική; Ήμουν έτσι όταν με γνώρισες; Απάντησέ μου, έτσι ήμουν εγώ;
Χιλιάδες λέξεις χόρευαν το χορό της παγωνιάς ανάμεσα στο ζευγάρι.
-Τότε ήσουν μια άλλη… Τώρα πώς έγινες έτσι; Όλα δικά σου τα θέλεις, εγωίστρια, κακομαθημένη.
-Μιλάς εσύ; Που πάντα αποζητούσες να έχεις ολάκερη την προσοχή μου πάνω σου; Σχεδόν το απαιτούσες! Ενώ εσύ…
-Ενώ εγώ τι, έλα πες το! Το μάθαμε πια το τροπάριο!
-Βέβαια, έτσι σε συμφέρει… Λες και δεν είναι αλήθεια πόσο πολύ με έχεις παραμελήσει τα τελευταία χρόνια, πόσο μακριά μου έφυγες! Όλη τη μέρα στο γραφείο σου, πιο πολύ σε βλέπουν οι πελάτες σου παρά εγώ!
-Σταμάτα πια! Πάψε! Δε θέλω ν’ ακούω τη φωνή σου!
Μια φλέβα πετάχτηκε στο μέτωπό του, απόδειξη του θυμού. Αστραπιαία έφυγε κι αμέσως ξαναγύρισε κρατώντας μια μονή κουβέρτα κι ένα μαξιλάρι. Τα πέταξε στον καναπέ και κάθισε. Άναψε ένα τσιγάρο.
-Τα ίδια και τα ίδια… ψιθύρισε εκείνη μη έχοντας άλλη φωνή να ξοδέψει και κίνησε για την κρεβατοκάμαρα.
Μήνες τώρα αυτό το σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε βδομάδα. Τα προβλήματα πολλά, η ρουτίνα μεγάλη, η καθημερινότητα κινούμενη άμμος τους βύθισε μέσα της. Όταν ήρθαν και οι οικονομικές δυσκολίες, η σχέση τους άρχισε να δοκιμάζεται. Πίεση απ’ όλες τις πλευρές και μια στιγμή ανάσας κι ευτυχίας δεν έλεγε πουθενά να φανεί, ξέχασαν τι σημαίνει ανεμελιά. Ξέχασαν να κοιτούν ο ένας τον άλλο στα μάτια, ν’ ακούν με όλη τη σημασία της λέξης, να δίνουν βαρύτητα ο ένας στα θέλω του άλλου. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έφτασαν σε σημείο να ουρλιάζουν. Υπέφεραν κι οι δυο κι ένα παράξενο μίσος άρχισε να τους τυλίγει. Εκείνο το μίσος που μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτούς που μοιράζονται για χρόνια την ίδια στέγη και τα ίδια προβλήματα. Συναντιούνται καθημερινά, συζητούν τα πάντα, γνωρίζουν τις πιο μικρές συνήθειες και ιδιοτροπίες. Και μια μέρα πέφτουν τα προβλήματα στο κεφάλι τους και τους πλακώνουν.

 

«Αχ τους κακόμοιρους… Δε βαριέσαι, γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ.» αναστέναξε το αγγελάκι.
Ήταν μικρό και στρουμπουλό, με κατάξανθες μπούκλες. Φορούσε έναν λευκό μανδύα και στο χέρι του κρατούσε ένα τόξο. Στην πλάτη του είχε μια φαρέτρα με βέλη.
«Έτσι δεν είναι πατέρα;»
Ήταν ο γιος του Έρωτα. Εκείνος είχε σαν αποστολή να χτυπά με τα βέλη του τους ανθρώπους, μα δεν προνόησε για τον καιρό που ο έρωτας έφευγε… Γι’ αυτό ήταν υπεύθυνος τώρα πια ο γιος του κι εκείνος είχε κάθε λόγο να καμαρώνει.
«Λοιπόν μικρέ, τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
«Έχω ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό μου…» είπε το πανέμορφο αγγελούδι και χαμογέλασε παιχνιδιάρικα.


-Απόψε φεύγω στην Αθήνα. Είναι η έκθεση γλυπτών, πρέπει να δώσω το παρόν, είπε η γυναίκα.
-Καλό ταξίδι, να προσέχεις, απάντησε σιγανά.
Άνοιξε την πόρτα, τράβηξε τη βαλίτσα, γύρισε και τον κοίταξε. Καθισμένος στον καναπέ, έβλεπε ειδήσεις και κάπνιζε. Πόσες φορές ν’ αντέξει μια γυναίκα να δει τον άντρα της σε αυτή τη θέση; Έκλεισε την πόρτα πίσω της κι ο άντρας ανάσανε. Είχε ανάγκη από λίγη ηρεμία, να μην έχει για λίγο κανέναν να τον κατακρίνει και να μείνει μακριά από καβγάδες. Πόσο τον κούρασαν οι καβγάδες και τα παράπονά της…

Αθήνα
Δεν είχε κέφια, μα ήταν υποχρέωσή της να παραστεί στη γκαλερί. Έκανε ένα χλιαρό ντους και φόρεσε το φόρεμα που διάλεξε γι’ απόψε. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Πόσο καιρό είχε να τον περιποιηθεί; Ξαφνικά αποφάσισε πως απόψε ήθελε να ’ναι όμορφη, κι ίσως αυτό να της ανέβαζε τη διάθεση. Επιμελήθηκε το μακιγιάζ της, ολοκληρώνοντάς το με ένα φλογερό κόκκινο κραγιόν. Ίσιωσε τα μαλλιά της και τα έπιασε ψηλά σ’ ένα σφιχτό κότσο που αναδείκνυε τα μαύρα σχιστά της μάτια.
Χαμογέλασε στον εαυτό της πικρά, νιώθοντας πως τίποτε πια δεν ήταν ικανό να την ευχαριστήσει. Μήπως ήταν δυστυχισμένη; Θα ένιωθε άραγε ξανά ζωντανή; Χαρούμενη;

Θεσσαλονίκη
Ντύθηκε βιαστικά κι έφυγε. Το σπίτι τον έπνιγε. Όχι… Όχι το σπίτι. Οι σκέψεις τον έπνιγαν. Έφτασε σ’ ένα μπαράκι. Το ουίσκι έκαψε τον ουρανίσκο του, για λίγο νόμιζε πως ανακουφίστηκε. Οι σκέψεις όμως ήταν άτιμες και δεν υποχωρούσαν με λίγες σταγόνες αλκοόλ. Τα λάθη μιας ζωής παρελάμβαναν μπροστά του. Ώστε αυτά ονειρευόταν για τον εαυτό του; Αυτή ήταν η γυναίκα που αγαπούσε; Μια ξένη; Η διαπίστωση αυτή τον πόνεσε. Παρήγγειλε κι άλλο, θυμωμένος αυτή τη φορά. Γουλιά τη γουλιά το ποτό έκανε τη δουλειά του. Τον θόλωσε.

Αθήνα
Οι συζητήσεις περί τέχνης ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Επιτέλους η ρουτίνα της ζωής της φάνηκε ν’ απομακρύνεται έστω για λίγο. Βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους με κοινή αγάπη κι ενδιαφέροντα. Την πλησίασε ένας ψηλός άντρας που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Και πώς να μη τη διέθετε, με τέτοιο παρουσιαστικό; Απίστευτα γοητευτικός… Της έδωσε ένα ποτήρι κρασί. Ήπιαν μαζί για λίγο συζητώντας. Ήταν ομότεχνός της, τον γνώρισε την περασμένη χρονιά σε κάποια γκαλερί. Τώρα γελούσε με κάτι που της είπε. Τι πηγαίο χιούμορ, αλήθεια; Πόσο καιρό είχε να γελάσει, αλήθεια;

Θεσσαλονίκη
-Γιατί μόνος;
Στράφηκε να δει από πού ερχόταν η γυναικεία φωνή που έμοιαζε τόσο γνώριμη. Δεν πίστεψε στα μάτια του. Ο έρωτας από τα φοιτητικά του χρόνια. Όμορφες αναμνήσεις γέμισαν την ψυχή του. Χρόνια ανέμελα, φιλία, έρωτας, παιχνίδια, γέλια. Πόσο του είχαν λείψει όλα αυτά; Θυμήθηκαν, θυμήθηκαν, θυμήθηκαν. Κι έφτασαν σ’ εκείνες τις ενδόμυχες στιγμές που μονάχα οι δυο τους γνώριζαν. Και τότε τα μάτια πήραν φωτιά.

Αθήνα
-Είσαι απίστευτη… Από τις πιο αξιόλογες γυναίκες που γνωρίζω.
Φυλάκισε τα χέρια του μες στα δικά της.
-Έλα στο δωμάτιό μου απόψε…
Τον ακολούθησε. Ένιωσε κάθε κύτταρό της να κατακλύζεται από αδρεναλίνη. Μια περιπέτεια, κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό! Ναι, θα τον ακολουθούσε χωρίς να περνούν οι συνέπειες από το μυαλό της, δεν υπήρχαν συνέπειες! Μονάχα η ανάγκη να νιώσει ζωντανή!

Θεσσαλονίκη
Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Την κοίταξε. Μικρόσωμη, με μακριά μαλλιά όπως τότε. Ώριμη τώρα πια, μα τόσο ενδιαφέρουσα και χαριτωμένη. Γεμάτη ζωντάνια.
Τον τράβηξε από το χέρι, τον έβαλε να καθίσει στον καναπέ χωρίς ν’ ανάψει τα φώτα. Κάθισε στα πόδια του. Τα φιλιά τους ήταν καυτά. Νόμιζε πως γύρισε πίσω ο χρόνος και βρίσκονταν στη φοιτητική εστία.

 

Ο μικρός άγγελος τους παρακολουθούσε με αποδοκιμαστικό βλέμμα.
«Πώς ξεχνούν έτσι αυτόν που αγαπούν οι άνθρωποι; Πώς τα σβήνουν όλα μεμιάς;»ρώτησε απογοητευμένος.
«Ξεχνούν γιατί το φίλτρο από τα δικά μου βέλη κάποτε τελειώνει. Γι’ αυτό είσαι εσύ εδώ, για να τους βοηθήσεις.» του απάντησε ο πατέρας του.
Το αγγελάκι έκανε αυτό που τον είχε διδάξει και περίμενε με αγωνία να δει τα αποτελέσματα.

 

Αθήνα
Της ξεκούμπωσε το φόρεμα κι έριξε τις τιράντες φιλώντας αργά τους ώμους.
-Μη! φώναξε και τινάχτηκε.
-Τι συνέβη;
-Δε μπορώ.
-Γιατί;
-Είμαι ερωτευμένη με κάποιον άλλο.

Θεσσαλονίκη
Του ξεκούμπωσε το πουκάμισο κι άφησε μερικά φιλιά στο στέρνο. Έκανε να του λύσει τη ζώνη.
-Σταμάτα! φώναξε και την σήκωσε από πάνω του.
-Τι έπαθες;
-Δε μπορώ.
-Γιατί;
-Είμαι ερωτευμένος με κάποια άλλη.

Την επόμενη μέρα άνοιγε την πόρτα του σπιτιού τους. Εκείνος βάδιζε νευρικός πέρα δώθε. Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, τα χείλη τους ενώθηκαν διψασμένα. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια τους.
-Σ’ αγαπώ…
-Σ’ αγαπώ…
Ψίθυροι, φιλιά, αναστεναγμοί. Δυο ερωτευμένοι κείτονταν στο πάτωμα κι ένας μικρός άγγελος γελούσε…

-

γράφει η Φρόσω Αποστόλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος