Ο Μαχητής

Ο Μαχητής

Τα χέρια του τρεμάμενα άφησαν την επιστολή. Έβγαλε τα γυαλιά του κι έτριψε τα μάτια του που έτσουζαν από την κούραση. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Το προχωρημένο της ηλικίας και η αδυναμία κίνησης που του επέβαλε η αναπηρία των κάτω άκρων, τον εμπόδισαν να κάνει τις κινήσεις που έπρεπε. Είχε ξεχάσει ότι δεν μπορούσε. Βλέπεις, το μυαλό δεν διαγράφει τα δεδομένα που έχει από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του. «Θα συνηθίσω…», σκέφτηκε. Εξάλλου δεν είχε άλλη επιλογή από αυτή. Έπρεπε να συνηθίσει να ζει με την αναπηρία του, αλλιώς θα έχανε τη μάχη κι αυτό ήταν κάτι που δεν είχε μάθει να κάνει ποτέ στη ζωή του. Γεννήθηκε μαχητής. Ακόμη και την ώρα που έβγαινε από την μήτρα της μάνας του, ακόμα κι εκείνη την ώρα που δεν είχε πνοή, ακόμη και τότε πήρε ξαφνικά την πρώτη του ανάσα παρόλες τις δυσοίωνες προβλέψεις των γιατρών. Η καρδιά της μάνας του είχε σταματήσει λίγα λεπτά πριν την έξοδό του. Το οξυγόνο λιγόστεψε στον πλακούντα, το αίμα δεν κυκλοφορούσε. Τους χτύπους της καρδιάς της μάνας του, που τον συντρόφευαν για εννέα μήνες, δεν τους άκουγε πλέον. Κατάλαβε ότι δεν θα την χαιρόταν ποτέ. Την είχε χάσει για πάντα. Είχε χάσει το στήριγμα και την ζωή πριν καν προλάβει να ζήσει! Όμως, μια τόση δα μικρή αχτίδα από φως μπήκε ξαφνικά στο σκοτεινό χώρο του και του έδωσε ελπίδα. Έπρεπε να βγει, να πάει προς το φως. Ήταν ο μόνος δρόμος για την επιβίωση. Η φύση τον έσπρωχνε. Κι έτσι ξεπρόβαλε, ολοζώντανος και ακμαίος. Πήρε μια βαθιά ανάσα που τον πόνεσε, δεν είχε μάθει τόσους μήνες κλεισμένος στη μήτρα τη γεύση της. Το πρώτο του κλάμα άφησε τους γιατρούς έκπληκτους. Ζούσε, παρόλη την ταλαιπωρία και τις δυσοίωνες προβλέψεις. Ζούσε, μετά από μεγάλη μάχη. Κι έτσι, βγήκε στο φως μαχητής εκ γενετής. Μετά το θάνατο της μητέρας του στη γέννα κι εφόσον ήταν αγνώστου πατρός, οι υπεύθυνοι του μαιευτηρίου αποφάσισαν πως έπρεπε να πάει σε ίδρυμα. Συγγενείς δεν υπήρχαν, η μητέρα του δεν είχε κανέναν. Έτσι μετά από λίγους μήνες μεταφέρθηκε εκεί. Στο ίδρυμα, δεν πήρε από κανέναν την αγάπη που χρειάζεται κάθε παιδί για να στολίσει την ψυχή του. Όμως η δική του ψυχή ήταν ήδη ευωδιαστή και ηλιόλουστη. Δεν πήρε από κανέναν την φροντίδα και την προστασία που χρειάζεται ένα παιδί. Όμως ήξερε ότι τον φρόντιζε η μητέρα του από εκεί ψηλά. Όταν για την παραμικρή αταξία, που επιβάλλεται να κάνει κάθε παιδί, η τιμωρία ήταν η απομόνωση και η στέρηση φαγητού για σωφρονισμό, ακόμη και τότε μικρό παιδί έμενε ήσυχος στο σκοτεινό δωμάτιο τιμωρίας μερόνυχτα. Το σκοτάδι δεν τον φόβιζε, είχε γίνει φίλος μαζί του από όταν ήταν ακόμη στη κοιλιά της μάνας του. Αντίθετα, με παρέα αυτό, ένιωθε απίστευτη γαλήνη. Τα χρόνια πέρασαν στο ίδρυμα ώσπου μια ανάδοχη οικογένεια τον υιοθέτησε. Εκεί γνώρισε μεγαλύτερη κακοποίηση. Όμως δεν τον πτοούσε τίποτα. Είχε στόχους, είχε όνειρα και δεν θα ησύχαζε αν δεν τα πραγματοποιούσε! Σπούδασε γιατρός με δικά του έξοδα, δουλεύοντας σε οικοδομές και διάφορες άλλες δουλειές. Πήρε το πτυχίο του και διορίστηκε σε παιδιατρική κλινική. Ήταν πάντα δίπλα στα παιδιά, που τους είχε μεγάλη αδυναμία και μάλιστα κάποια από αυτά τα θεωρούσε σαν δικά του. Πέρασαν δέκα χρόνια, ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε ένας κύριος και ζήτησε να μάθει για εκείνον. Ρωτούσε επίμονα στο γραφείο των γιατρών μέχρι που έφτασε μέχρι τον διευθυντή του νοσοκομείου. Η επίσκεψη αυτή έφτασε και στα αυτιά του. Με μεγάλη περιέργεια, αλλά και ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, άκουσε από τον διευθυντή του νοσοκομείου την πρόταση που θα του γινόταν. Ο κύριος αυτός ήταν πρόεδρος μιας ομάδας γιατρών όλων των ειδικοτήτων που είχαν ως αποστολή να ταξιδέψουν ανά τον κόσμο και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε όσους το είχαν ανάγκη. Ψάχνοντας λοιπόν τους καλύτερους γιατρούς καθώς και τους αξιολογότερους ανθρώπους, αυτούς που δεν θα δίσταζαν να παραμερίσουν φιλοδοξίες, θέσεις, αμοιβές και να ακολουθήσουν το όνειρο της ομάδας προσφέροντας δωρεάν νοσηλεία όπου και όποτε χρειαζόταν σε οποιοδήποτε μέρος της Γης, οδηγήθηκαν σε εκείνον. Ο ίδιος ενθουσιάστηκε με την πρόταση αυτή και την επόμενη ημέρα συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της οργάνωσης όπου και συζήτησαν την συμμετοχή του στην πρώτη αποστολή της ομάδας των γιατρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι χωρίς σύνορα. Ένα ταξίδι που έμελλε να είναι καθοριστικό για τη ζωή του.

 

Αρκετά χρόνια μετά

Το σφυροκόπημα από τους όλμους ήταν ανελέητο όλο το βράδυ. Η Βαγδάτη ζούσε έναν ακόμη εφιάλτη, μόνο που αυτή τη νύχτα φαινόταν να στεριώνει στα πέτρινα εδάφη της… Καθόταν στο σκοτάδι σε ένα μικρό γραφείο που είχαν φτιάξει πρόχειρα για τις ανάγκες των γιατρών, με σκυμμένο το κεφάλι δίχως να βγάζει ούτε ανάσα. Κρατούσε τα μάτια του κλειστά, δεν ήθελε να δει την καταστροφή, αρνιόταν. Του αρκούσε ότι την άκουγε. Ξαφνικά θυμήθηκε την προσευχή που είχε μάθει μικρός στο ίδρυμα, πίσω στην Ελλάδα. «Αγαπώ την Παναγία, αγαπώ και τον Χριστό, αγαπώ όλο τον κόσμο και σε παρακαλώ. Φύλαξέ μας τους ανθρώπους από μίσος και κακό…», την σιγοψιθύρισε μία, δύο, τρεις φορές μέχρι που του έγινε σαν αναπνοή απαραίτητη. Ο κάθε στίχος συνοδευόταν από τους όλμους που ξέρναγαν κρότο και θάνατο γύρω του. Το υποτυπώδες νοσοκομείο που στεγάζονταν οι πληγέντες του πολέμου σειόταν ως τα θεμέλια κάθε φορά. «Γιατί…», ένα «γιατί» μόνο ψιθύριζε κάπου- κάπου ανάμεσα στις λέξεις της προσευχής του. Έμεινε εκεί, ακίνητος στο ξύλινο γραφείο με τις παλάμες να ακουμπούν το μέτωπο, με κεφάλι σκυμμένο, κλειστά μάτια και την προσευχή στα χείλη. Ώσπου ήρθε το ξημέρωμα, σταμάτησε το μακελειό. Σηκώθηκε, πήρε μια βαθιά αναπνοή σαν να την λαχταρούσε χρόνια και προχώρησε στο θάλαμο των επειγόντων περιστατικών. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ήξερε τι θα αντίκριζε. Μόλις είχε περάσει άλλη μία νύχτα Αποκάλυψης, και τώρα μπροστά στα μάτια του, θα έβλεπε τα αποτελέσματά της. Κράτησε την λύπη βαθιά κρυμμένη μέσα του, φόρεσε το χαμόγελο της αισιοδοξίας, αυτό που επιβαλλόταν να έχει και απλόχερα να χαρίζει στους σακατεμένους αμάχους, και προχώρησε με γρήγορο βήμα προς την αίθουσα τραυματιών. Η ζέστη ήταν αφόρητη μέσα στο μικρό νοσοκομείο που είχε φτιαχτεί πρόχειρα από κατοίκους με τσιμεντόλιθους και έχοντας μια τέντα για σκεπή. Ανέσεις δεν υπήρχαν, ούτε φυσικά κλιματισμός. Αυτό θα ήταν θαύμα υπό τέτοιες συνθήκες διαβίωσης και νοσηλείας.. Τα καμιόνια ξεφόρτωσαν τραυματίες - ως επί το πλείστον παιδιά - που είχαν δεχτεί την επίθεση των όλμων. Η διαδικασία ήταν πλέον γνωστή, όμως για εκείνον κάθε φορά ήταν καινούργια, γιατί έβλεπε πληγές στη ψυχή κι αυτές δεν μπορούσε να τις γιατρέψει. Οι πληγές των παιδιών ήταν βαθιές. Τραύματα από οβίδες, κάποια από αυτά σε καίρια σημεία. Κάποια από αυτά τα παιδιά έπρεπε να χειρουργηθούν. Με τα λιγοστά μέσα που διέθετε το υποτιθέμενο νοσοκομείο, αλλά με την τεράστια θέληση και αγάπη για τη ζωή, κατάφερνε πάντα να φέρει εις πέρας το έργο του. Αγαπούσε τη ζωή, αγαπούσε τον άνθρωπο και ειδικά τα παιδιά. Για εκείνον δεν υπήρχε δεν μπορώ, δεν υπήρχε κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει προκειμένου να σώσει ζωές. Έτσι και σήμερα όταν έφτασαν τα καμιόνια με τους τραυματίες, αμέσως ανέλαβε έργο. Το κλάμα ενός παιδιού του τράβηξε την προσοχή και πλησίασε με αγωνία. Είδε ένα φριχτό θέαμα. Ένα μικρό παιδί, θα ήταν κάπου έξι ετών, καταματωμένο από το νυχτερινό μακελειό. Το κοίταξε με λύπη κι εκείνο με σβησμένο βλέμμα του είπε… « Είσαι ο γιατρός που θα με κάνει καλά;»

«Ναι…», του απάντησε χωρίς να ξέρει αν θα τα κατάφερνε σίγουρα. «Είμαι εδώ για να σε κάνω καλά μικρέ μου, πες μου πώς σε λένε;»

«Ιτζάζ…», είπε εκείνος και του κράτησε σφιχτά το χέρι με λαχτάρα. «…βοήθησέ με γιατρέ, κάνε με καλά…», τον παρακάλεσε με πόνο ο μικρός τραυματίας. «Φυσικά θα σε βοηθήσω Ιτζάζ, εξάλλου γι’ αυτό είμαι εδώ, για να βοηθώ όσους με έχουν ανάγκη…», του απάντησε χαϊδεύοντας τον στο κεφάλι. Το παιδί χαμογέλασε πονεμένα, «…είσαι από αυτούς που έρχονται από άλλες πατρίδες γιατρέ, αυτούς που λένε πως δεν έχουν σύνορα;» τον ρώτησε. Ξαφνιάστηκε με τη διαπίστωση του μικρού Ιτζάζ και χαμογελώντας του είπε «…Ναι, είμαι από αυτούς που δεν έχουν σύνορα μικρέ μου φίλε…Ένας γιατρός του κόσμου.»

«Ένας γιατρός για μας;», ρώτησε το μικρό παιδί… «Ένας γιατρός για όλους εσάς», του απάντησε με σιγουριά.

Οι πληγές του μικρού παιδιού έσταζαν αίμα και πύον. Τις σκούπισε με προσοχή και αφού τις καθάρισε με ειδικό αντισηπτικό τις κάλυψε με γάζα. Οι νοσηλευτές ετοίμασαν το χειρουργείο και το παιδί αφέθηκε στα θαυματουργά του χέρια. Όλα πήγαν καλά και ο μικρός τραυματίας μετά το χειρουργείο βρέθηκε στα χέρια των νοσηλευτών που τον φρόντισαν ώστε να αναρρώσει όπως πρέπει. Σε λίγο θα ξημέρωνε, η νύχτα είχε περάσει χωρίς το παραμικρό βουητό όλμων και αεροπορικών επιδρομών. Του φάνηκε παράξενο αυτό. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε είχε ξανασυμβεί αυτό, δηλαδή να περάσει νύχτα δίχως αεροπορική επίθεση. Δεν τον βοήθησε η μνήμη του. Σίγουρα αυτή θα ήταν η πρώτη. Του έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό. Ήταν κάτι που, παρότι ευχάριστο, εντούτοις το θεωρούσε περίεργο και ίσως επικίνδυνο. Σίγουρα κάποιο παιχνίδι στρατηγικής παιζόταν πάνω από τα κεφάλια τους, σκέφτηκε με τρόμο. Σε λίγο θα ξημέρωνε και εκείνος θα έπρεπε να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα. Η παραμονή του εκεί είχε τελειώσει. Δεν ήξερε όμως πως ο θάνατος είχε τον τελευταίο λόγο σε τούτη τη γωνιά της γης και ότι εκείνος ως μέρος της, θα βίωνε την οργή του. Θα το μάθαινε σε λίγο, λίγο πριν φανούν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου στον ματωμένο ουρανό της Βαγδάτης.

Λίγη ώρα μετά, κι ενώ οι πρώτες δειλές αχτίδες του ήλιου άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, έγινε μια ξαφνική αεροπορική επίθεση. Οι όλμοι σφύριζαν ανελέητα πάνω από τα κεφάλια τους. Ένας από αυτούς, διαπέρασε το χώρο των γραφείων και καρφώθηκε στη πόρτα. Εκείνος ήταν λίγα βήματα πιο πέρα. Αυτά τα βήματα έμελλε να είναι τα τελευταία που θα έκανε ποτέ στη ζωή του από εκείνη τη στιγμή και μετά. Τα κάτω άκρα του διαμελίσθηκαν στο χώρο. Το ένα κάτω από το γόνατο και το άλλο στο πέλμα. Χειρουργήθηκε επειγόντως. Αφαιρέθηκαν και τα δύο πόδια από ένα σημείο και κάτω και μεταφέρθηκε εσπευσμένα πίσω στην Ελλάδα για περαιτέρω περίθαλψη. Τέσσερις μήνες έμεινε στο νοσοκομείο σε ειδική μονάδα αποκατάστασης. Του προσφέρθηκε βοήθεια από ειδικούς ψυχολόγους και θεραπευτές για να μπορέσει να ανταπεξέλθει της νέας του κατάστασης. Δεν δέχθηκε. Είχε μάθει στη ζωή του να μάχεται ολομόναχος και είχε αντιμετωπίσει κι ο ίδιος τις χειρότερες καταστάσεις μέσα σε πολέμους, τραυματίες και θανάτους. Είχε βιώσει την απώλεια από τα γεννοφάσκια του και συνέχισε να την βιώνει μεγαλώνοντας, μέχρι που έγινε μοίρα του. Τη δέχθηκε χωρίς να έχει επιλογή.

Πέρασαν επτά χρόνια από τότε. Από εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα στη Βαγδάτη. Επτά χρόνια μετά, ήρθε ο καιρός που κάποιοι όρισαν να γίνει το τυπικά σωστό. Χαμογέλασε πικρά και κοίταξε τον κατάλευκο φάκελο που βρισκόταν δίπλα στο γραφείο του. Τον άνοιξε κουνώντας στο κεφάλι του και για άλλη μια φορά διάβασε.

 

 

 

 

«Αγαπητέ κύριε Λεωνίδα Καρρά,

Με χαρά σας ανακοινώνουμε πως σε ειδική εκδήλωση που θα λάβει μέρος στο αμφιθέατρο της Ακαδημίας Αθηνών την Κυριακή 25 Απριλίου, θα σας απονεμηθεί βραβείο για την προσφορά σας στον άνθρωπο και στην ειρήνη. Επίσης σας ενημερώνουμε πως η Ακαδημία, αναγνωρίζοντας το έργο σας ως γιατρός εκτός των συνόρων της χώρας μας, θα σας προτείνει για το Νόμπελ Ειρήνης στην αντίστοιχη παγκόσμια διοργάνωση που θα λάβει χώρα στο τέλος του έτους.

Θα είναι μεγάλη η χαρά μας να παρευρεθείτε και να μας τιμήσετε με την παρουσία σας.»

 

Χαμογέλασε πικρά, «…ποια ειρήνη;» ψιθύρισε, «…αυτή που δεν υπάρχει ή αυτή που κάποιοι πολεμάνε για να μην υπάρχει;». Έβαλε πίσω την επιστολή στο φάκελο κι άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του. Μια μικρή φθαρμένη φωτογραφία φάνηκε στην άκρη του συρταριού. Την κράτησε στα χέρια με συγκίνηση. Ήταν εκείνος παιδί, γύρω στα δέκα, κρατούσε την σημαία περήφανα στα χέρια και χαμογελούσε. Προσπάθησε να θυμηθεί… Ναι, ήταν στη παρέλαση της 25ης Μαρτίου. «Ελευθερία ή θάνατος», ψιθύρισε, «…μια ελευθερία που την γεύεσαι μόνο αν πεθάνεις…», συμπλήρωσε με πίκρα. Αμέσως μια σκέψη ήρθε και φώλιασε στο μυαλό. «Βραβείο…», μονολόγησε ειρωνικά. Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό.

 

- Ακαδημία Αθηνών, ακούστηκε από την άλλη άκρη του τηλεφώνου…

- Γιατρός Λεωνίδας Καράς

- Μάλιστα κ. Καρά, είστε ο γιατρός που θα παραλάβετε το βραβείο μεθαύριο.

- Ναι, αυτός… Μόνο που θα ήθελα να σας ενημερώσω πως το έχω ήδη παραλάβει.

- Δηλαδή; Tι εννοείτε;

- Έχω χάσει και τα δυο μου πόδια σε ένα παράπηγμα που το ονομάζαμε νοσοκομείο στη Βαγδάτη όταν αυτή βομβαρδιζόταν ανηλεώς από τις αεροπορικές επιθέσεις μιας ανεπτυγμένης και φιλειρηνικής χώρας κι έχω σώσει χιλιάδες κόσμο, άμαχους και παιδιά από βέβαιο θάνατο. Κι αυτό είναι ένα βραβείο ζωής που κανένα χαρτί, κανένα αγαλματίδιο, κανένα παράσημο, καμιάς Ακαδημίας, δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Σας ευχαριστώ για την τιμή, αλλά το έχω ήδη παραλάβει το βραβείο.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος