Ποιος φοβάται τη Sarah Kane; – Η πολιτική εξω-Θεότητα

Ποιος φοβάται τη Sarah Kane; – Η πολιτική εξω-Θεότητα

Δύο σανίδες πάνω στο κενό:

Αφροδίτη Σφαιροπούλου – Ποιος φοβάται τη Sarah Kane;

Ιωάννης Ναστούλης – Η πολιτική εξω-Θεότητα

Τα δύο παρουσιαζόμενα βιβλία, που εκδόθηκαν πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, συνιστούν μιαν αναπάντεχα ευφρόσυνη έκπληξη. Ειδικά μέσα στην Ελλάδα της παντοειδούς παρακμής και καθίζησης. Καλύπτουν σημαντικά βιβλιογραφικά κενά και θεμελιώνουν την αρχή ενός πολύ γόνιμου διαλόγου. Ξεκινώ με το πρώτο. Το βιβλίο της Σφαιροπούλου πραγματεύεται, με όχημα τη λογοτεχνική κατάθεση της Kane, μια θεολογία της λογοτεχνίας και του θεάτρου. Στο κείμενο προτάσσεται ένα προλογικό σημείωμα της Σπυριδούλας Αθανασ.-Κυπρίου, καθώς επίσης και προλεγόμενα της συγγραφέως, συνοδευόμενα από ένα μεστό εισαγωγικό της κείμενο. Δεν το συνηθίζω, όμως δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να μην παραθέσω τους τίτλους της εισαγωγής και ορισμένων κεφαλαίων. Είναι, θεωρώ, ενδεικτικοί του μεγέθους της απόπειρας της Σφαιροπούλου : Εισαγωγικά, «Το υπερκείμενο της Τέχνης του Λόγου», Κεφ.2 «Η Ευχαριστία ως “performance”», Κεφ.3 «Η α-θεολογία της Sarah Kane», Κεφ.4 ««Η απέραντη μοναξιά» του μετανεωτερικού ατόμου στα κείμενα της Sarah Kane». Κεφ.10 «Η «Πτώση» ως «άνοδος»; », Κεφ.13 «Για μια «Θεολογία της βίας». Νομίζω, είναι προφανές, από τους τίτλους και μόνον, το διακύβευμα της προσπάθειας της Σφαιροπούλου.

Στην Ελλάδα ίσως λιγότερο και περισσότερο, κρίνω, στην Ευρώπη και στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, τα πεδία της θεατρικής πράξης και της θεολογίας είναι καισαρικά διαχωρισμένα και ο διαχωρισμός τους είναι απολύτως στεγανοποιημένος. Ειδικά κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αι. και τις δύο δεκαετίες του αιώνα που διανύουμε. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, τότε το περί Θεού ερώτημα τίθεται υπό ένα (αρκετά ανώδυνο, αφηρημένο και φιλοσοφίζον) …θεϊστικό φόντο, σύμφωνα με τις …νεωτερικές επιταγές που αβασάνιστα υιοθετεί η … μετανεωτερική μας εποχή, και ποτέ πάνω στη βάση συγκεκριμένων ομολογιών και της θεολογίας τους. Δηλαδή, πάνω στη βάση συγκεκριμένων θεολογικών παραδόσεων, οι οποίες ορίζουν τεράστια πολιτισμικά μορφώματα.

Η ελληνική θεατρική παράδοση, ωστόσο, ξεκίνησε με την αλληλοκάλυψη και αλληλοσυμπλήρωση αυτών των πεδίων, φυσικώ τω τρόπω…, και έφτασε, μάλιστα, στο σημείο, κατά τη χριστιανική περίοδο, η Ευχαριστιακή αναφορά στο Θεό να δομείται πάνω στη θεατρικότητα και να συντελείται με όχημα αυτήν! Καμία προσπάθεια δεν γνωρίζω να έγινε, όπως η σημερινή της Σφαιροπούλου, εξ εκατέρων των πεδίων, για μια συνομιλία τους. Θα ήταν αναγκαίο; … Κάλλιστα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Απαντώ : βεβαίως! Για χάρη του ιδίου του επί σκακιέρας παιγνίου. Δεν αποσπάς το …πιόνι του Θεού αν θέλεις ζωντάνια (με ό,τι σημαίνει ο όρος…, και σημαίνει πολλά για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, όπως αποδεικτικά μαρτυρεί ο δυτικός και ο ελληνικός πολιτισμός) στο παιχνίδι και δεν καταργείς οιαδήποτε έκφραση της αγωνίας του ανθρώπου, μαζί με κάθε συνοδευτικό σ’ αυτήν περιεχόμενό της σαν θέλεις να «χτυπήσει κόκκινο» η ομιλητική μας σχέση με το Είναι. Θεωρώ πως η θεατρική πράξη αποκτά ιδιάζουσα βαρύτητα σαν εντάσσεται στο πλαίσιο της θεολογίας, ακόμη, φυσικά, και όταν η πράξη αυτή α-θεολογεί. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι κάτι γνώριζαν γι αυτό. Εξίσου, η θεολογία ξεφεύγει ιδεαλιστικές εξαερώσεις και εξαχνώσεις όταν ντύνεται τα κατά καιρούς ενδύματα του κόσμου. Με μία έννοια, όταν σαρκούται στον εκάστοτε ιστορικό χρόνο.

poios-fobatai-ti-sara-kaneΗ Σφαιροπούλου επιζήτησε να σμίξει τις διαστάσεις των δύο πεδίων χωρίς να τις καταργεί και χωρίς να τις οδηγεί σε μια πολτώδη σύμφυρση. Κατ’ ομολογία της : «Η επιθυμία μου να συνδυαστούν επιτυχώς τούτες οι πηγές έμπνευσης [Θεολογία και Τέχνη] με οδήγησε σε ένα συναρπαστικό ταξίδι από εκείνα που «σώζουν» χωρίς να «σώνονται» ποτέ.»(βλ.σελ.13). Η, καινοτομική…, πρόθεση της συγγραφέως είναι συνειδητή, όπως επίσης συνειδητή είναι και η θέασή της σε ποιο στεγανοποιημένο χώρο απευθύνεται και επιθυμεί να διατρήσει : «…της οποίας [Kane] το έργο πρόκειται να προσεγγίσουμε υπό το φως της θεολογίας δίνοντας, ωστόσο, έμφαση στην ορθόδοξη κατανόηση της χριστιανικής διδασκαλίας. Το συγκεκριμένο εγχείρημα θα φαινόταν, ίσως, λίγο παράδοξο στους μελετητές της φιλολογίας ή της θεατρολογίας.»(βλ.σελ.73). Επισημαίνω ότι το συγκεκριμένο της θεάσεως (ορθόδοξη θεολογία) συνιστά κριτική επί αυτού τούτου του έργου της Kane και επίσης τονίζω πως είναι πια καιρός να πάψει η δήθεν «παραδοξότητα» τέτοιων θεάσεων.

Η συγγραφέας υποψιάζεται, δικαίως θεωρώ, πως η κατ’ επανάληψη δηλωμένη αθεϊα της Kane και ο επιθετικός λόγος της προς την Εκκλησία συνιστούν … θεολογική αναφορά, αναζήτηση, θεολογικό στοχασμό. Η Δύση, άλλωστε, το κραυγάζει αυτό, όντας πολύ καθαρότερη και ειλικρινέστερη από την καθ’ ημάς Ανατολή…, κατά τους τελευταίους αιώνες με εμβληματικές κραυγές όπως εκείνες των Νίτσε και Χάϊντεγκερ. Η Σφαιροπούλου έχει και το κριτήριο και τον οπλισμό να μην καταπίνει αμάσητες κι εύκολα, τις δηλώσεις αθεϊας της Kane και να σκαλίζει βαθύτερα. Κρίνει πως η προβληματική και η θεματική της Kane παραπέμπει άμεσα σε θεολογικές κατηγορίες, τις οποίες και «απορριπτικά» σχολιάζει η τελευταία. Η Σφαιροπούλου διακρίνει μια εσχατολογική προσέγγιση της θεατρικής πράξεως από τη μεριά της βρετανίδας δραματουργού και παράλληλα αποπειράται, γονιμότατα, κατά την κρίση μου, να συσχετίσει πτυχές της ορθόδοξης θεολογίας, όπως η τριαδικότητα με τη θεωρία του Roland Barthes, η ευχαριστιακή σύναξη και η θεατρική πράξη, κι ακόμη το δισυπόστατο του Χριστού με τη διπλή οντότητα του ηθοποιού. Τέλος, διακρίνει μιαν «ανεστραμμένη Ευχαριστία» με χ περιεχόμενο και χ σώμα (εκείνο της θεατρικής παράστασης) που παραπέμπει στα χ έσχατα. Μέσα σ’ όλα αυτά υπάρχει εγγενώς και αφεύκτως ένας… αληθινός χριστιανισμός; Η Σφαιροπούλου απαντά ναι, και βαφτίζει χριστιανή, αληθινότερη από πολλούς κατ’ όνομα, την Kane.

Τραβηγμένα όλα αυτά από τα μαλλιά; Συνδυασμοί πραγμάτων αταίριαστων, καμωμένοι με βία και παραμόρφωση; Στρίμωγμα ανοίκειων πραγματικοτήτων μέσα σε άλλες δηλωμένες, συνειδητά…, πραγματικότητες; Ή μήπως φωτισμός ανέλπιστος από κρυμμένες και συκοφαντημένες γωνίες θέασης; Απαντώ : και ποιος είπε πως κάθε ερμηνεία και κάθε κριτική δεν είναι, εν πολλοίς, μια βία; Ποιος μπορεί να πει πως …αβίαστα ΚΑΘΕ πραγματικότητα και θέαση δεν εγκαθίσταται σε μία οιαδήποτε άλλη αρκεί κάποιος να το θελήσει και να επιμείνει; … Το καλό, όμως, με το εξαιρετικό βιβλίο της Σφαιροπούλου είναι ότι άνοιξε μια συζήτηση που όφειλε να υπάρχει από καιρό…

∞ ∞ ∞

politiki-exotheotitaΤο έξοχο βιβλίο του Γ. Ναστούλη «Η πολιτική εξω-Θεότητα», που συνιστά άλλη μια εύστοχη εκδοτική επιλογή των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ, έρχεται κι αυτό να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη βιβλιογραφία. Τα ερωτήματα που θέτει πολλά και ποικίλα. Το ζέον, όμως, ερώτημα είναι ένα : η (άφευκτη…) πολιτειακή θέσμιση των λογής μεταφυσικών. Του κειμένου προτάσσεται πρόλογος και εισαγωγή από τον ίδιο το συγγραφέα. Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια, όπου εντός τους ανοίγεται μια εξαίσια βεντάλια θεματικών. Θεωρώ, πως όσον αφορά στην εποχή μας και στην τρέχουσα διεθνή συγκυρία, αλλά και όσον αφορά σ’ ολόκληρο τον 21ο αιώνα, βιβλία σαν κι αυτό θα πολλαπλασιάζονται με γεωμετρικούς ρυθμούς, καθώς η προβληματική τους συνιστά τον πυρήνα της ίδιας της μετανεωτερικότητας. Δυστυχώς, δεν είμαι αισιόδοξος στο ότι μπορεί να αναφανεί κάποια λύση αυτού καθαυτού του προβλήματος, καθώς άπτεται αυτής τούτης της φύσης (…) του ανθρώπου, όμως αισιοδοξώ στο ότι μπορούν να τεθούν όρια και φραγμοί στην παθογένεια και παθολογία που, από μια μεριά, υποκρύπτει η πολιτειακή θέσμιση των μεταφυσικών.

Καθώς πάντα, όπως και παραπάνω δείξαμε αναφορικά με το βιβλίο της Σφαιροπούλου, τα πεδία, φυσικώ τω τρόπω, μείγνυνται και αλληλοπεριχωρούνται, και η πολιτική ερείδεται σε μια χ θεολογία (με ή χωρίς εισαγωγικά…), όπως και η θεολογία ορατοποιείται βάσει ενός πολιτικού οχήματος, προκύπτει, λογικά νομίζω…, πως η ανθρώπινη κοινότητα θα τελεί σε έναν άφευκτο φαύλο κύκλο μέχρις εσχάτων. Το βιβλίο του Ναστούλη βοηθά τα μέγιστα προς αυτή τη συνειδητοποίηση. Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι και για να φανούμε ευφυείς στις προσλήψεις μας, θα πρέπει να συσχετίσουμε ΚΑΘΕ συγκεκριμένο δικό μας πιστεύω (τη δική μας μεταφυσική με άλλα λόγια…), είτε αυτό αφορά στην πολιτική, είτε στην… Ποίηση, τη λογοτεχνία, τη θεολογία κλπ, με την … «αυτονόητη» επιθυμία μας να ΔΟΥΜΕ εμπράγματα και υλικά εκφρασμένο, στα πλαίσια της πολιτείας…, αυτό το πιστεύω. Αυτό, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε μια σημαντική πτυχή του φαύλου κύκλου της μεταφυσικής θέσμισης, με αποτέλεσμα να κάνουμε ένα ΚΡΙΤΙΚΟ βήμα πίσω από την επιθυμία μας να χρωματίσουμε με συγκεκριμένο χρώμα (το δικό μας, πάντα, χρώμα…) το Υπαρκτό και την ίδια την κοινότητα.

Η ανάγνωση του βιβλίου απαιτεί κάποιον κόπο. Ο φυγόπονος αναγνώστης, όπως επίσης και ο απροβλημάτιστος για τα θέματα που θίγει το βιβλίο, ας το αγνοήσει. Ας αφήσει την ίδια του τη ζωή να τον φέρει (στα σίγουρα θα τον φέρει, στοιχηματίζω…, όπως και ιστορικά και σε μεγάλη κλίμακα συνέβη με την πτώση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, την παγκοσμιοποίηση, τον πανοικονομισμό, τον καπιταλισμό της καταστροφής, την αποχριστιανοποίηση της Ευρώπης, και τόσα μα τόσα άλλα στο παρελθόν…) σε εκείνες τις καταστάσεις που ο προβληματισμός πια του βιβλίου θα έχει γίνει δικός του ζωντανός προβληματισμός. Όμως, ο φιλόπονος αναγνώστης θα απολαύσει να θέσει στον εαυτό του άγρια και ωμά ερωτήματα, που τουλάχιστον θα επιφέρουν τον κλυδωνισμό στις αυτονόητες απαιτήσεις των μεταφυσικών να θεσμίζονται. Αυτό είναι ήδη ένα σημείο υγείας.

Ο Ναστούλης, θεωρώ, σχημάτισε ένα έξοχο τρίγωνο με το βιβλίο του αυτό : θεολογία-πολιτεία-ανθρωπολογία. Μα την αλήθεια, δεν ξέρω ποιο από τα τρία να προτάξω, καθώς η ιεράρχηση τους δεν είναι καθόλου επουσιώδης. Ο άνθρωπος, δηλαδή, ως τέτοιος, καταφεύγει σε μια χ θεολόγηση του Υπαρκτού (η οποία, σημειωτέον, ενδέχεται να συμβαίνει εξαιτίας αυτής τούτης της κοινότητας/πόλεως/φυσικής συνθήκης στην οποία ζει…) ποθώντας, στη συνέχεια, να πολιτικοποιήσει τη μεταφυσική του πεποίθηση, η οποία δεν ανιχνεύεται ούτε κι εντοπίζεται ΠΟΥΘΕΝΑ στο φυσικό κόσμο. Ιδού, με άλλα, λόγια ο φαύλος κύκλος, για τον οποίο μας καλεί να στοχαστούμε ο Ναστούλης.

Ο Ναστούλης παραβάλλει, κριτικά, Χριστιανισμό και Ισλάμ. Μια πρόσφατη συμβολή στο θέμα μπορεί να βρει ο αναγνώστης εδώ: https://www.academia.edu/23510225/. Για το βιβλίο είχα κάνει μιαν ομιλία πριν λίγο καιρό στο POLIS. Το κείμενό της υπάρχει εδώ https://www.academia.edu/19926416/ΟΜΙΛΙΑ_ΜΟΥ_ΣΤΟ_POLIS. Αντλώ, ορισμένα ερωτήματα που δεν εκφωνήθηκαν και τα θέτω υπόψη του αναγνώστη αυτής της βιβλιοκρισίας. Αν θεωρήσει πως έχουν μια κάποια σημασία, τότε δεν έχει παρά να στραφεί στο ίδιο το βιβλίο του Ναστούλη και, κολυμπώντας στο πέλαγός του, να μορφώσει ιδία γνώμη, άποψη και κυρίως στάση ζωής, νοοτροπία : 1. Πόσο ουσιαστικά ΟΦΕΙΛΕΙ να είναι αποκομμένος (δηλαδή να τον αποκόπτουμε εμείς οι ίδιοι και μάλιστα ενδεχομένως εμείς οι πιστοί του…) ο χ θεός από την πολιτική και θεσμισμένη παρουσία του στην χ πόλη, χ κοινωνία; … (αν αυτό υποτεθεί ότι μάς απαλλάσσει από τους κινδύνους κατεξουσιασμού μας και (φονταμενταλιστικής υφής…) στρέβλωσης του βίου μας και των υπαρξιακών μας δυνατοτήτων και ελευθεριών…). Είναι ποτέ δυνατόν να συμβεί αυτό; Η ιστορία δεν προσφέρει ανάλογο παράδειγμα, μια που βρίθει «θεών»/πολιτειακών θεσμίσεων (της μεταφυσικής). 2. Πού οφείλεται η τάση μας να συναρτούμε το χ Νόημα με κάποια χ Μεταφυσική πάντοτε; Είναι μήπως αυτό που αναφέρεται στο βιβλίο ως ανθρώπινη κατωτερότητα, έλλειμμα, «εγγενής έλλειψη…», η οποία επιζητεί απεγνωσμένα πλήρωση και κάλυψη, και θεραπεία (ασφαλείας…), και «εκβάλλει (δια της μεταφυσικής ΠΑΝΤΑ) στην υπέρβαση της εγκοσμιότητας» (σελ. 239), επιζητώντας Ισχύ τελικά, αναρωτιέται κανείς, εξαιτίας της γίνονται όλα; από το Αόρατο Πανσθενές…, και παραποιώντας, παραφουσκώνοντας και παραχαράσσοντας τα όντα και το εγκόσμιο (!), μια που αυτό παρουσιάζεται ολιγόσθενο και ταυτόχρονα εξόχως σθεναρό. Αντίκειται, δηλαδή, στη «φύση» του Νοήματος να υπάρχει εμφανώς σε μια χ προσιτή εμμένεια; … 3. Εν όψει μιας χ πολιτειότητας, αυτές οι «οντολογικές» ιδιότητες του Νοήματος (αναφές, αόρατο, απρόσιτο, «καθόλου», «εκείθεν», κλπ) δεν βολεύουν άριστα και δεν συντηρούν στο διηνεκές τις δομές εξουσίας των κοινωνιών; Η πανταχού παρούσα, και ανιχνευόμενη ευκόλως ιστορικά, καταλυτική εισαγωγή του «Εκείθεν», του Άγνωστου-Απρόσιτου «Εκεί, Πέραν», δεν επιθυμεί (κοινωνιολογικά…) να παραλύσει την χ Πράξη και το χ στοχάζεσθαι, που θα παρουσίαζε αντιεξουσιαστικές και φυγόκεντρες δυνάμεις, έτσι ώστε να διαιωνισθεί το άρχειν επί του άρχεσθαι, να διαιωνισθεί η ίδια η εξουσία και μαζί της η αδικία, η παρανομία, η βία, η καταπίεση, η καταπάτηση των φυσικών (;…) δικαιωμάτων, η λογής συντήρηση, το πανανθρώπινο, εν τέλει, άλγος; 4. Γιατί «οφείλει» να Νόημα να εμπίπτει στο πεδίο της απόλυτης χ Ετερότητας; 5. Δεν γίνεται (και σε ποιο βαθμό αυτό, καθώς ο βαθμός είναι ενδεικτικός των καλυπτόμενων οντολογικών μας αξόνων ή όχι…) το χ Έτερον να συναρτάται και να εκπηγάζει (αποκλειστικά; …) από το (φυσικό…) Ημέτερον, (το πάντοτε (;) «προσιτό (;) εντεύθεν», όπως αναφέρεται στη σελ. 40), το ΜΟΝΟ δεδομένο/δοσμένο που έχουμε (;), χωρίς όμως αυτό απαραίτητα να υποδηλώνει έναν χ «αθεϊσμό» (αντικομφορμισμό στις παραδεδεγμένες νόρμες…) ή μια κλειστού τύπου εγκοσμιοκρατία, και ΠΩΣ θα κατορθωνόταν κάτι τέτοιο;

Το έξοχο βιβλίο του Ναστούλη γεννά, νομίζω, τέτοια ερωτήματα. Το αν κανείς θα έχει το θάρρος να σταθεί απέναντί τους και να δώσει μάχη είναι κάτι προσωπικό με κοινωνικές, ωστόσο, συνέπειες. Το να περιμένει κανείς να εξαφανιστούν τα ερωτήματα αυτά από την Ιστορία θα ήταν ανεδαφικότητα πρώτου βαθμού. Το να περιμένει, όμως, να λυθούν από μόνα τους, από την ίδια την …απρόσωπη Ιστορία, μέσω μια τυχαιότητας και χρονικής δήθεν συγκυρίας, θα αποτελούσε κτηνώδη ανοησία. Για την τελευταία, έχει αποδείξει ο άνθρωπος πως έχει πλήρως τη δυνατότητα να την πραγματοποιεί.

_

γράφει ο Στάθης Κομνηνός

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος