γράφει η Γεωργία Βασιλειάδου
Ιστορίες ενός νέου συγγραφέα στην πόλη ή πως ανακαλύπτεις τον χαοτικό κόσμου του βιβλίου.
Ας το παραδεχτούμε, είναι εντελώς διαφορετικό να είσαι αναγνώστης, βιβλιόφιλος ή βιβλιοφάγος και να βρίσκεσαι στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ) και εντελώς διαφορετικό όταν συμμετέχεις ως νέα προσθήκη στα γράμματα.
Ας παραδεχτούμε πως στην πρώτη περίπτωση βρίσκεσαι στον παράδεισο ενώ στη δεύτερη είσαι σε φάση rem όπου τα όνειρα γίνονται ξαφνικά εφιάλτες και το αντίστροφο.
Φέτος που βρέθηκα στη δεύτερη των περιπτώσεων με την πρώτη μου ποιητική συλλογή*, αρχικά ένιωσα σαν απροσκλητος επισκέπτης, σαν εισβολέας. Πολύ θράσος πρέπει να είχα σκεφτόμουν από το απόγευμα της Πέμπτης που διέσχισα το κατωφλι των εγκατασεων helexpo. Τόσα χρόνια που “φυτοζωούσα” μέσα στη συγκεκριμένη έκθεση κάθε Μάιο, πηγαίνοντας από παρουσίαση σε ομιλία, αναλύσεις ή μουσικές βραδιές (με δραματικές συνέπειες ορισμένες φορές, ρίχνοντας κρασιά σε ανυποψίαστους συνδαιτημόνες) ένιωθα ευτυχία. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι κάποτε ίσως σε κάποιο “σταντ” να φιγουράριζε και το δικό μου βιβλίο. Σίγουρα το ονειρεύτηκα κάποτε, ποτέ όμως δεν το πίστεψα. Φέτος που έγινε πραγματικότητα αντιλήφθηκα ότι δεν είναι παρά μια μικρή ψηφίδα, μια άχνη κουκκίδα σε έναν τεράστιο πολύχρωμο και δαιδαλώδη χάρτη. Όλες αυτές τις μέρες τριγύριζε στο μυαλό μου η φοβερή φράση του επικεφαλής των εκδόσεων Άγρα πως στην Ελλάδα γράφουμε πολύ περισσότερο απ’ όσο διαβάζουμε. Δεν έχω στατιστικά στοιχεία αλλά βλέποντας όλους αυτούς τους εκδοτικούς οίκους, την ύπαρξη πολλών εκ των οποίων μάθαινα για πρώτη φορά, ένιωσα κάπως σαν να επιβεβαιώνεται αυτή η κουβέντα. Ίσως όμως και όχι. Η γλώσσα, η παραγωγή, η ανάγνωση μόνο θετικά μπορούν να επηρεάσουν τους ανθρώπους και την κοινωνία ως συλλογικότητα. Ίσως η ελληνική γραμματεία να “μολύνεται” από κάποια έργα κατά ορισμένους φιλολόγους, ίσως κάποια βιβλία να μην έπρεπε να εκδίδονται ή ίσως και κάποιοι εκδοτικοί να μην έπρεπε να υπάρχουν. Αλλά τελικά ποιος θα το κρίνει αυτό; Το εκδοτικό τοπίο έχει αλλάξει τόσο πολύ, η ίδια η διαδικασία της έκδοσης, της επιμέλειας και της (βιβλιο)κριτικής έχουν πλέον πολύ διαφορετικούς κανόνες και προϋποθέσεις. Η συγγραφή και οι συγγραφείς διαφέρουν σήμερα τόσο πολύ απ’ τα χρόνια πριν τη δεκαετία του 2000. Τα κίνητρα, ο μόχθος, η ενασχόληση, η προβολή όλα προσαρμόστηκαν στην εποχή της εικόνας, της γρήγορης πληροφορίας και της ιδεαλιστικής ανάμνησης και αγγίγματος του αγιοποιημένου παρελθόντος. Το επάγγελμα του συγγραφέα και πολύ περισσότερο αυτού του ποιητή σπάνια θυμίζει τις ιστορίες που ξέρουμε για τους θρύλους των γραμμάτων. Αυτό που παραμένει ίδιο ανά τους αιώνες είναι ότι το επάγγελμα αυτό παραμένει πολύ δύσκολο και κακοπληρωμένο εκτός φυσικά εάν είσαι συγγραφέας παγκόσμιων ευπώλητων σειρών βιβλίων.
Και αν έμοιαζε η ίδια η έκθεση ως φυσικό τοπίο χαοτική άλλο τόσο βαρύ και μπερδεμένο μου φάνηκε το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, το οποίο όσες φορές και αν προσπάθησα να προμηθευτώ στις εισόδους όλων των περιπτέρων (τρία φέτος αντί για δύο) σε διαφορετικές ώρες δεν τα κατάφερα ποτέ. Οπότε ο εντοπισμός των εκδηλώσεων περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο μέσα από τη δύσχρηστη επίσημη ιστοσελίδα της ΔΕΒΘ. Τεχνητή νοημοσύνη, μετάφραση, νέοι λογοτέχνες, νέοι εκδότες, αφιερώματα και πολλές πάρα πολλές παρουσιάσεις βιβλίων κάθε ώρα, σε όλες τις αίθουσες, ταυτόχρονα: ψάξε, εντόπισε, διάλεξε, θυμίσου και εμφανίσου εγκαίρως για να πιάσεις θέση. Θα μου φαινόταν πραγματικά πολύ πιο ενδιαφέρον και εύκολο να προσανατολιστώ εάν υπήρχε ένα βασικό θέμα, ένας κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο θα επιλέγονταν και θα εκτυλίσσονταν οι περισσότερες εκδηλώσεις. Η συνταγή του “κάτι απ’ όλα” προσφέρει μεν σημαντική επιλογή στο κοινό, θεωρώ όμως πως αφαιρεί από το αποτύπωμα που αφήνει τελικά η ίδια η έκθεση εντός και εκτός συνόρων. Στα είκοσι χρόνια ΔΕΒΘ θα περίμενα να υπάρχει ένα όμορφο αφιέρωμα. Θα περίμενα επίσης να υπάρχει μια πιο καλοστημένη γωνιά αφιερωμένη στον τιμώμενο Γιώργο Ιωάννου, όπως συνέβαινε και παλιότερα. Είναι σημαντικό οι επισκέπτες (και ιδίως οι νεότεροι) που έρχονται να μάθουν για αυτόν τον εμβληματικό Έλληνα συγγραφέα απλώς και μόνο περιδιαβαίνοντας στη ΔΕΒΘ. Εάν φεύγοντας θεωρούν πως είναι απλώς μια αίθουσα εκδηλώσεων, σημαίνει πως κάτι δεν πήγε καθόλου καλά. Όσο για το τιμώμενο Εμιράτο, ήταν πραγματικά μια όμορφη ευκαιρία να γνωρίσεις το έργο ενός τελείως διαφορετικού και μακρινού πολιτισμού μέσα από προσκεκλημένους συγγραφείς, αλλά αναρωτιέμαι εάν εκτός από τις εκδηλώσεις καταφέραμε οι επισκέπτες της ΔΕΒΘ να μάθουμε κάτι για τη γραμματεία της Σάρτζα μέσα από αυτήν την τεράστια κατασκευή που δέσποζε στο κέντρο του περιπτέρου 13, με τις γκάιντες, τα λιβάνια και τις παραδοσιακές ενδυμασίες, θυμίζοντας περισσότερο ΔΕΘ 2022 πάρα έκθεση βιβλίου. Η τηλεοπτική ζωντανή μετάδοση των εκδηλώσεων συγκαταλέγεται στα θετικά και προσδίδει έναν αέρα αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού, καθώς τέτοιου είδους εκθέσεις πρέπει να είναι ζωντανοί οργανισμοί, να εξελίσσονται, να συμβαδίζουν με την εποχή τους και όχι να αναλώνονται μονάχα σε θεωρητικές συζητήσεις περί του μέλλοντος του τυπωμένου βιβλίου και τις βλαβερές συνέπειες του ηλεκτρονικού βιβλίου ή της τεχνητής νοημοσύνης. Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση μου έκανε, επίσης, η απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης και συνδιαλλαγής με την έκθεση κόμιξ που λάμβανε χώρα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σε πολύ κοντινή απόσταση.
Κλείνοντας, δεν γίνεται να παραλείψω τη δυσανασχέτηση που εκφράστηκε από τους εκδότες σχετικά με τη διοργάνωση. Δεν έχω καμία γνώση για τον επίσημο νέο φορέα της ΔΕΒΘ, το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, ούτε και για καμιά άλλη τεχνική-οικονομική-πολιτική πτυχή της της ΔΕΒΘ, οπότε και δεν μπορώ να εκφράσω άποψη. Ωστόσο, οι ανακοινώσεις που εκδόθηκαν από πολλούς εκδότες συλλογικά και ατομικά θυμίζει Ελλάδα με έναν τόσο πικρό τρόπο, γι’αυτό και εύχομαι και ελπίζω να μην επαναληφθεί του χρόνου.
Αυτό το ετήσιο ραντεβού βιβλίου είναι τόσο ξεχωριστό για εμένα επειδή πάντα σου δίνεται η ευκαιρία να ανακαλύψεις βιβλία, συγγραφείς, εκδότες και ανθρώπους που δύσκολα θα γνώριζες υπό άλλες συνθήκες και ας συνεχίζει η μεγάλη πλειοψηφία των επισκεπτών να δημιουργεί ουρές για τους πιο γνωστούς συγγραφείς ή μπροστά απ’ τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Οι ευκαιρίες είναι εκεί και οι άνθρωποι με μεράκι και αγάπη για το βιβλίο και τα γράμματα είναι επίσης παρόντες, αρκεί να κοιτάξεις. Μην τους προσπερνάς.
Η ΔΕΒΘ είναι σαν μια παιδική χαρά όπου ο καθένας μπορεί να βρει τη θέση και τους φίλους του, να περάσει όμορφα, να μάθει, να γελάσει, να προβληματιστεί και να αποφασίσει να έρθει ξανά την επόμενη μέρα. Η 20η ΔΕΒΘ με τα 16.000 τμ και τις 550 εκδηλώσεις ήταν ιδανική για αυτόν τον σκοπό. Ραντεβού στο επόμενο βιβλιοφιλικό γεγονός στην παραλία Θεσσαλονίκης.
*από τις εκδόσεις Ενύπνιο με τίτλο ” Σηπτικό σοκ”.













0 Σχόλια