Σπύρος Ζαχαράτος: ‘Φύλακας Φυλαχτών’

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Σπύρος Ζαχαράτος

Φύλακας Φυλαχτών

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός, κυκλοφόρησε το 2015 η ποιητική συλλογή του Επτανήσιου ποιητή Σπύρου Ζαχαράτου, που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων’.

Εύλογα κάποιος αναγνώστης θα μπορούσε να αναρωτηθεί: Τι σημαίνει ακριβώς η έκφραση ‘στα χαρακώματα των ηττημένων’; Θεωρητικώ τω τρόπω, αποκλίνουμε από εκείνη την αντίληψη που θα ήθελε τον ποιητή να θρηνεί για την ήττα μίας «πανίσχυρης ιδεολογίας»,[1] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Χρύσας Προκοπάκη.

Για παράδειγμα, της Αριστερής-Κομμουνιστικής ιδεολογίας. Αντιθέτως, θεωρούμε πως ο Σπύρος Ζαχαράτος καθίσταται όσο χρειάζεται συμπεριληπτικός προκειμένου να εντάξει εντός της ποιητικής του συλλογής διάφορες κατηγορίες ‘ηττημένων’, όπως είναι όλοι όσοι πασχίζουν αλλά δεν μπορούν να εκφραστούν όπως θα ήθελαν. Όλοι όσοι αγαπούν τον ποιητικό λόγο (ανεξαρτήτως ποιητή), αλλά δεν το δηλώνουν ρητά φοβούμενοι μήπως κάποιοι τους χλευάσουν λόγω του ότι εξακολουθούν να διαβάζουν ποίηση.

Όλοι όσοι αυτο-προσδιορίζονται ή αλλιώς, δηλώνουν απλά ‘ευαίσθητοι’,[2] δίχως να αναμένουν να βρεθεί κάποιος τρίτος που θα επιβεβαιώσει αυτή την δυσπιστία.

 Όλοι όσοι ομνύουν στο ‘όνειρο’ παρά το γεγονός πως είτε αυτό έχει παρέλθει, είτε δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες πραγματοποίησης του. Όλοι όσοι δηλώνουν ‘outsider’, ακόμη και νοσταλγοί μίας άλλης εποχής.

Έχοντας κατά νου την θεωρητική προσέγγιση της Λίζυς Τσιριμώκου για το έργο της Τζίνας Πολίτη (‘ακάματη αναγνώστρια’ την αποκαλεί)[3], δεν θα διστάσουμε να ισχυρισθούμε πως στο πρόσωπο του Σπύρου Ζαχαράτου, πέραν των ιδιοτήτων του ποιητή και του στιχουργού, συγχωνεύονται και οι ιδιότητες του ποιητή και του ‘ακάματου’ (παραφράζουμε την Λίζυ Τσιριμώκου) αναγνώστη διαφόρων βιβλίων και κυρίως ποιητικών.

Για την ακρίβεια, οι δύο αυτές ιδιότητες καθίστανται αξεδιάλυτες, κάτι που σημαίνει πως ο Σπύρος Ζαχαράτος ισορροπεί μεταξύ ανάγνωσης και γραφής (άλλως πως, διαβάζει και γράφει παράλληλα), ανάγνωσης ποιητικών συλλογών αγαπημένων ποιητών και δημιουργίας ποιημάτων που εμπεριέχουν εντός τους όχι μόνο το δικό του όνομα, αλλά και τα ονόματα άλλων δημιουργών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, αποτελεί το ποίημα ‘Τις Κυριακές των Γιασεμιών’: «Τα αήττητα μάτια ξαγρυπνούν∙περιμένουν τη μεγάλη ανατροπή να πάρουμε το αίμα μας πίσω. Τις Κυριακές των γιασεμιών διαλέγομαι∙ Με την Κατερίνα Γώγου τον Νίκο Καρούζο τον Μιχάλη Κατσαρό και με όλους τους υπονομευτές της γαλήνης σας. Η ζωή μας από κύκνος έγινε κοράκι∙περιμένω το φανάρι μου να ανάψει. Αυτοί οι καινούργιοι παλιοί μου φαίνονται».[4]

Υπό αυτό το πρίσμα, θα τονίσουμε πως ο Σπύρος Ζαχαράτος εντάσσει εντός του ποιήματος μόνο ονόματα δημιουργών που τον επηρέασαν, εκφράζοντας την επιθυμία να συνεχίσει να ‘πορεύεται’ μαζί τους (με το έργο τους) όχι τόσο επί καθημερινής βάσεως, αλλά, τις ‘Κυριακές των Γιασεμιών,’ τότε που οι μνήμες του παρελθόντος, τα αναγνώσματα της νεανικής ηλικίας, τίθενται σε πρώτο πλάνο.

Αυτό που δεν τον ενδιαφέρει καθόλου ως ποιητή, είναι το να προσπαθήσει να μιμηθεί το δικό τους ποιητικό ύφος. Το ποιητικό ύφος του Νίκου Καρούζου και της Κατερίνας Γώγου (βλέπε και την έννοια της ‘αυθεντικότητας’ για την οποία γίνεται λόγος στην υποσημείωση ‘3’), πράγμα που άλλωστε δεν είναι και εύκολο. Με βάση αυτό το ποίημα, συγκροτείται ένας ιδιαίτερος δια-κειμενικός ‘ιστός’, ο οποίος αφενός μεν περιλαμβάνει ονόματα και άλλων ποιητών,[5] και, αφετέρου δε, φράσεις από έργα τους.

Όπως συμβαίνει με το ποίημα ‘Άφησε με να ‘ρθω-πάλι-μαζί σου’, τίτλος που παραπέμπει ευθέως στη γνωστή και σε μη-αναγνώστες ποίησης, εναρκτήρια φράση της Ριτσικής ‘Σονάτας του Σεληνόφωτος’ (‘Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου’). Η προσθήκη του ‘πάλι’ αρκεί για να κάνει την αισθητή διαφορά, επιτρέποντας να υπεισέλθουν εντός ποιήματος οι έννοιες της ‘επαναληπτικότητας’, της φροντίδας, της ‘επούλωσης’ των πολλών και ανοιχτών ‘τραυμάτων’. Η συν-ύπαρξη και η συμπόρευση μπορεί να καταστήσουν λιγότερο επώδυνο το συναισθηματικό ‘τραύμα’ που επιτείνεται από την επίγνωση της φθοράς, από την αίσθηση πως ‘τίποτε δεν αλλάζει’ (απουσία έκπληξης), από την έλλειψη πολλών φωνών στους δρόμους. «Άφησε με να ρθω-πάλι μαζί σου εδώ η ζωή είναι κατ’ όνομα ζωή. Τα κυπαρίσσια των δρόμων λυπημένα πως να μιλήσεις σε άδειες φωλιές; Τα παιδιά δεν τραγουδάνε, δένουν τα λάθη τους κόμπο στο λαιμό. Οι πυγολαμπίδες δεν νίκησαν το σκότος. Κι εγώ συνομιλώ με τα κτίρια τα νεοκλασσικά τους δρόμους και τα βαγόνια στο σταθμό. Σπασμένες άδειες ή ψεύτικες οι βιτρίνες. Μια βεβαιότητα η φθορά. Η σονάτα γέμισε πόνο. Το φως της Σελήνης αδυνατεί να διασπάσει το πέπλο της σιωπής να συντροφεύσει όνειρα, αυπνίες κι έρημες ψυχές. Άφησε με να φωτίσω -πάλι- τη ρωγμή σου σου είπα αλλά ταξίδεψες στο άγνωστο ‘Γέρασα και ποτέ δε με πήρες ένα ταξίδι και ταξιδεύω στη φθορά. Ο γυρισμός σου άπιαστη γιορτή. Η βεβαιότητα ότι κάτι αλλάζει απλώς υπαινιγμός. Κι εγώ σπαράζω. Άφησε με να ‘ρθω -πάλι-μαζί σου. Μόνος∙ ο τροφοδότης πόνος στο μεγαλείο του».[6]

Όπως και στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου η μυστηριώδης γυναίκα[7] στο τέλος μένει μόνη, εντός οικίας έχοντας αποδεχθεί τη ‘μοίρα’ της (μοναξιά/Ήσαν όμως η μοναξιά της αναπόφευκτη; ), έτσι και ο Σπύρος Ζαχαράτος στο τέλος του ποιήματος και αφού έχει προηγηθεί μία σύντομη περιγραφή του αστικού τοπίου, αποδέχεται τη δική του ‘μοίρα’ που δεν είναι άλλη από την μοναξιά. Συναισθηματική-υπαρξιακή κατάσταση η οποία τονίζεται με την χρήση του όρου «Μόνος».

Άλλως πως, η γυναίκα που αναμένει να φανεί, στο τέλος δεν φαίνεται πουθενά και έτσι ο ίδιος συνεχίζει να περιπλανιέται εντός πόλης. Μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της Ριτσικής ‘Σονάτας του Σεληνόφωτος’ και του ποιήματος του Σπύρου Ζαχαράτου ‘Άφησε με να ‘ρθω-πάλι-μαζί σου’, έγκειται στο ό,τι ενώ ο Γιάννης Ρίτσος (ως ικανός ‘σκηνογράφος’) τοποθετεί την δράση, την όποια δράση, εντός μίας αστικής οικίας, ο ποιητής με καταγωγή από την Κεφαλονιά, τοποθετεί την δράση εντός αστικού ιστού. Εντός δημόσιου χώρου θα μπορούσαμε να πούμε, αν και αυτή η σημαντική παράμετρος δεν αμβλύνει τον έντονο υπαρξιακό χαρακτήρα που έχει το ποίημα.

Οι παρακλήσεις του ποιητή (‘Άφησε με να ‘ρθω-πάλι-μαζί σου’), διανθίζονται από μία αίσθηση υπαρξιακού αδιεξόδου, από μία περιγραφή του αστικού τοπίου,[8] από τον μονόλογο (όπως και η γυναίκα στη ‘Σονάτα του Σεληνόφωτος’), και τελευταίο άλλα όχι έσχατο, από τον ‘διάλογο’ με τα άψυχα αντικείμενα τα οποία όμως, προσλαμβάνουν ‘ζώσα’ μορφή στην ποίηση του Σπύρου Ζαχαράτου. Όλα κατατείνουν στο ερώτημα: ‘Που είσαι;’

Στρεφόμενοι προς την ανάλυση της καθηγήτριας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Τζίνας Καλογήρου, θα υπογραμμίσουμε πως για τον Σπύρο Ζαχαράτο η ποίηση λειτουργεί και ως «άκουσμα».[9]

Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Πως ο ποιητής αρέσκεται να ‘ακούει’ και να αφουγκράζεται[10] φωνές τρίτων και φίλων, διεκδικώντας ρόλο εξομολόγου.

Ενδεικτικό παράδειγμα, το ποίημα ‘Γυρολόγος της Ζωής’, εκεί όπου το παρελθόν αναμειγνύεται διαρκώς με το παρόν, αποκαλύπτοντας μας και το πως έφθασε στο σημείο να γίνει ‘αυτός που είναι’. «Μη μ’ αναζητήσεις στο περιδέραιο του καλοκαιριού στο ηχοβόλημα της μέρας. Δείπνησα ελπίδα δυνατή κέντησα το μονόγραμμα σου τατού στο μέρος της καρδιάς. Εξομολόγος φίλων ονειρολόγος ποιητής γυρολόγος της ζωής. Μαθηματικός των αισθημάτων προσθέτω χαρές αφαιρώ λύπες διαιρώ πόνους και πολλαπλασιάζω το χρόνο σου. Ηχογραφώ το τραγούδι της θάλασσας την πάχνη των άστρων σου φύλαξα στα φυλλοκάρδια. Φίλεψα τον Άγγελο δάκρυ ισορροπώ στις κλωστές της απουσίας δείπνησα αυγερινό χαμόγελο σμίλεψα λέξεις για τον έρωτα απ’ το αναγνωστικό της Πρώτης. Όταν βουλιάζω μια αναδύομαι δέκα. Αναζητώντας τα λίγα που ήταν πολλά πολύτιμα».[11]

Στη συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών,’ ο Σπύρος Ζαχαράτος έχει ‘συμφιλιωθεί με το χρόνο’,[12] για να παραφράσουμε ελαφριά τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, θέτοντας στο επίκεντρο το ‘οφείλουμε να προχωρήσουμε και θα προχωρήσουμε.’

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Προκοπάκη, Χρύσα., ‘Ο κύκλος των μυθολογικών,’ Θεατρικά Τετράδια 2, Θεσσαλονίκη, 1980.

[2] Σε μία διάλεξη της για την Τζίνα Πολίτη, η Λίζυ Τσιριμώκου δεν δίστασε να αποκαλέσει την πρώτη ως μία «ευαίσθητη αναγνώστρια που διανυκτερεύει». Ορμώμενοι από την ανάλυση της Λίζυς Τσιριμώκου, θα επισημάνουμε, κινούμενοι πάντα θεωρητικά, πως το ποίημα του Σπύρου Ζαχαράτου με τίτλο ‘Το πτυχίο της σιωπής’ πρωτίστως απευθύνεται στην κατηγορία των ‘ευαίσθητων’ αναγνωστών. Γράφει ο ίδιος: «Θα αποστάξουμε τη λύπη μας του φεγγαριού το δάκρυ και στον ανθό των χρόνων σου. Θα μεθύσουμε με λέξεις απ’ τον Όμηρο θα κάνουμε τις λέξεις μας περιουσία. Και θα προχωρήσουμε αναζητώντας ιαματικό χρόνο. Φιλοσοφώντας κι αγορεύοντας στο Δήμο και στα νησιά της ερημίας μέχρι να πάρουμε το πτυχίο της σιωπής». Εμβαθύνοντας περαιτέρω, θα τονίσουμε πως ο Σπύρος Ζαχαράτος απευθύνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες ‘ευαίσθητων’ αναγνωστών. Και ποιες είναι αυτές; Ας το δούμε αναλυτικότερα. Πρώτον, στους ‘ευαίσθητους’ που έχουν ‘μάθει’ ή αλλιώς, που έχουν ‘διδαχθεί’ να λυπούνται («θα αποστάξουμε τη λύπη μας») ανοιχτά και αληθινά. Χωρίς να προσποιούνται. Δεύτερον, στους ‘ευαίσθητους’ εκείνους που σιωπούν (μείγμα συστολής και ‘ευαισθησίας’) διότι αισθάνονται πως πολύ δύσκολα θα βρεθεί κάποιος την σημερινή εποχή να τους καταλάβει. Να αντιληφθεί γιατί είναι ‘ευαίσθητοι’ ή γιατί επιδεικνύουν ‘ευαισθησία’. Αυτοί οι ‘ευαίσθητοι’ δεν θα λάβουν το «πτυχίο της σιωπής» στο απώτερο μέλλον: Αντιθέτως, το έχουν λάβει ήδη. Τρίτον, σε εκείνους τους ‘ευαίσθητους’ που ό,τι λένε αποτελεί ‘προϊόν’ βαθιάς περίσκεψης, και δεν εκφράζει παρά μόνο την ‘ευαισθησία’ τους. Το συγκεκριμένο ποίημα φέρει ένα έντονο χρονικό πρόσημο, στο εγκάρσιο σημείο όπου το πρόθημα ‘Θα’ με το οποίο εκκινούν οι τρεις πρώτες στροφές παραπέμπει σε μία ‘άλλη’ και προφανώς ‘καλύτερη ζωή,’ εκεί όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ‘θα’ τον έχει η γλώσσα, η οποία δεν θα αποτελεί μόνο ένα πρωταρχικό ‘μέσο’ επικοινωνίας, αλλά, και ένα ‘μέσο’ διάπλασης χαρακτήρων. Λαμβάνοντας υπόψιν την πολύ κατατοπιστική και τεκμηριωμένη ανάλυση του Μίλτου Πεχλιβάνου για το έργο της Τζίνας Πολίτη, μία εκ των πρώτων κριτικών λογοτεχνίας που ήσαν τόσο εξωστρεφής και με το βλέμμα διαρκώς στραμμένο στα λογοτεχνικά ‘ρεύματα’ του εξωτερικού, θα πούμε πως στο ποίημα ‘Το πτυχίο της σιωπής’ δεν υπάρχει (να πως διεισδύουμε δια της γλώσσας και μόνο δια της γλώσσας στον ποιητικό λόγο του Σπύρου Ζαχαράτου: Στον μελλοντικό κόσμο που σκιαγραφεί με τρόπο ποιητικό και μία σπάνια ευαισθησία, δεν θα υπάρχουν το ‘δεν’ και το ‘θα’/Το αρνητικό ‘δεν’ θα έχει υποκατασταθεί από την προτροπή ‘νιώσει’ και το ‘θα’ στο οποίο ομνύει, από το διαρκές ‘τώρα’), το «τώρα του αφηγητή». Και δεν είναι λίγες οι φορές που οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές (στην περίπτωση του Σπύρου Ζαχαράτου συγχωνεύονται οι ιδιότητες του ποιητή και του στιχουργού), παραπέμπουν στο μέλλον, θεωρώντας πολύ ‘στενό’ για τους ίδιους και για τις προσδοκίες τους, το παρόν. Βλέπε και, Ζαχαράτος, Σπύρος., ‘Το πτυχίο της σιωπής,’ Ποιητική Συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων,’ Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, 2015, σελ. 12. Βλέπε σχετικά, Τσιριμώκου, Λίζυ., ‘Τζίνα Πολίτη, μια ακάματη αναγνώστρια,’ Εφημερίδα ‘Το Βήμα της Κυριακής,’ 28/05/2023. Επίσης, Πεχλιβάνος, Μίλτος., ‘Τζίνα Πολίτη (1930-2023). Aσέβεια και γνώση: για την προάσπιση της λογοτεχνίας,’ The Book’s Journal, 06/01/2024, Τζίνα Πολίτη (1930-2023). Aσέβεια και γνώση: για την προάσπιση της λογοτεχνίας* (booksjournal.gr)

[3] Οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε θεωρητικό επίπεδο: Η προσέγγιση της Τσιριμώκου δεν συνιστά μία απλή ‘συνέχεια’ αυτής του Iser, ο οποίος διακρίνει (τυπολογική προσέγγιση) μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών αναγνωστών. Αρχικά διότι δεν την ενδιαφέρει μία αυστηρά τυπολογική προσέγγιση, και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο εμπλουτισμός της τυπολογικής προσέγγισης του Iser με νέες κατηγορίες. Η Λίζυ Τσιριμώκου εστιάζει αποκλειστικά στην Τζίνα Πολίτη, επιχειρώντας να εντοπίσει αφενός μεν τα πολλά λογοτεχνικά και μη, κείμενα από τα οποία ‘άρδευσε’ προκειμένου να καταστεί μία επιμελής αναγνώστρια (ο όρος ‘επιμελής’ είναι συνώνυμο ή αλλιώς, γλωσσικό ισοδύναμο του όρου ‘ακάματη’ τον οποίο χρησιμοποιεί η Λίζυ Τσιριμώκου για την Τζίνα Πολίτη) και, αφετέρου δε, ‘πως’ τα διάβασε και τα προσέγγισε, προκειμένου να καταστεί μία ικανή και επιδραστική κριτικός λογοτεχνίας που συνέβαλλε καταλυτικά στη δημιουργία μίας κριτικής ‘σχολής’ από την οποία προήλθαν γυναίκες κριτικοί όπως η Λίζυ Τσιριμώκου και η Τιτίκα Δημητρούλια. Βλέπε σχετικά, Iser, W., ‘H αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη,’ στο: Λεοντσίνη, Μ., (επιμ.), ‘Όψεις της ανάγνωσης,’ Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 1990.

[4] Βλέπε σχετικά, Ζαχαράτος, Σπύρος., ‘Τις Κυριακές των Γιασεμιών,’ Ποιητική Συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων…ό.π., σελ. 13. Ο Σπύρος Ζαχαράτος δεν ομνύει στην έννοια της «μετα-ποίησης», όρο τον οποίο χρησιμοποιούν τόσο ο ποιητής Αθανάσιος Οικονόμου όσο και ο κριτικός και μεταφραστής Ντέιβιντ Κόννολλυ. Και αυτό διότι, πρώτον, δεν τροποποιεί (δεν ‘μεταποιεί’) το περιεχόμενο του ποιήματος ενός άλλου ποιητή ή δημιουργού, όπως πράττει ενίοτε ο Αθανάσιος Οικονόμου. Δεύτερον, επιλέγει την αυθεντικότητα, πασχίζοντας στη μέχρι τώρα ποιητική του πορεία να βρει το κατάλληλο εκφραστικό ύφος. Η συστηματική χρήση του ελεύθερου στίχου που δεν είναι στίχος «μειωμένης ποιητικότητας», όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Νάσος Βαγενάς, έχει συμβάλλει στο να βρει ή να αποκτήσει το δικό του εκφραστικό ύφος. Βλέπε σχετικά, Βαγενάς, Νάσος., ‘Ποίηση και μετα-ποίηση,’ Εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ 24/11/2008, Διαθέσιμο στο: Ποίηση και μετα-ποίηση – ΤΟ ΒΗΜΑ (tovima.gr) Βλέπε και, Οικονόμου, Αθανάσιος., ‘Μετα-ποίηση. Διατριβή αισθητικής μικρογνωσίας,’ Εκδόσεις Άπαρσις, Αθήνα, 1991. Ο Ντέιβιντ Κόννολλυ μας έχει παραδώσει μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη σχετικά με την σχέση μεταξύ μετάφρασης και ποίησης, θέτοντας στο επίκεντρο (μήπως ο μεταφραστής μετατρέπεται έστω και λίγο σε ποιητή; Να ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα από επιστημονική σκοπιά), το τι οφείλει να προσέξει ο ποιητής ώστε να μεταφέρει ένα ποίημα στη δική του γλώσσα δίχως να παραποιήσει το νόημα του. Βλέπε σχετικά, Connolly, David., ‘Ο Μεταφραστής και ο Ποιητής. Μια εκλεκτική συγγένεια,’ Εκδόσεις Ύψιλον, Βιβλία, 2012. Ας σκεφτούμε μόνο το τι δημιουργικότητα έπρεπε να επιδείξει η Δέσπω Καρούσου όταν μετέφραζε από τα Γαλλικά στα Ελληνικά τα ‘Άνθη του Κακού’ του Γάλλου ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ. Μία μεταφραστική ευελιξία προκειμένου και ο Έλληνας αναγνώστης ενός τόσο πολύσημου ποιητικού κειμένου να βιώσει τα ίδια συναισθήματα που νιώθει και ο Γάλλος αναγνώστης όταν διαβάζει τα ‘Άνθη του Κακού’ στο πρωτότυπο. Η χρήση σημείων στίξης βοηθά πολύ σε μία τέτοια περίπτωση. Βλέπε και, Μπωντλαίρ, Σαρλ., ‘Τα Άνθη του Κακού,’ Μετάφραση: Καρούσου, Δέσπω,’ Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 1992. Κάτι παρόμοιο όμως δεν μπορεί να ειπωθεί και όσον αφορά το μεταφραστικό εγχείρημα της Δανάης Στρατηγοπούλου η οποία μετέφερε στην Ελληνική Γλώσσα το ‘Canto General’ του Χιλιανού ποιητή Pablo Neruda; Στην περίπτωση της Δανάης Στρατηγοπούλου, υπήρχε ένα στοιχείο που διευκόλυνε κατά πολύ το μεταφραστικό της έργο. Και ποιο ήσαν αυτό; Ήσαν το γεγονός πως κάποια γράμματα της Ελληνικής και Ισπανικής Γλώσσας ( ‘δ’) είναι ομόηχα.

[5] Στην ‘ονοματολογία’ του Σπύρου Ζαχαράτου χωρούν πολλοί παλαιοί ποιητές, οι αποκαλούμενοι από ουκ ολίγους και μείζονες. Τι κρατά από τον καθέναν; Από τον Γιάννη Ρίτσο την στοχαστική και εκφραστική ακρίβεια. Από τον Ανδρέα Κάλβο τις λέξεις εκείνες που φανερώνουν πάθος για την ποίηση. Από τον Άγγελο Σικελιανό την επιθυμία του να υπερβεί διαρκώς τα όρια. Τον τρόπο με τον αφομοιώνει δημιουργικά τις αρχαιοελληνικές αναφορές, τον υπαρξισμό, σημαντικά πρόσωπα της χριστιανικής θρησκείας. Και από τον Σκιαθίτη Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Την ‘Φόνισσα’, αυτό το «δαρβινικό κείμενο», όπως πολύ εύστοχα το αποκάλεσε η Τζίνα Πολίτη. Βλέπε σχετικά, Πολίτη, Τζίνα., ‘Δαρβινικό κείμενο και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη,’ Περιοδικό Αυτόθι, χ.χ., σελ. 155-181. «Ανεβαίνω σκάλες απλώνω τα χέρια μα όσο ανεβαίνω τόσο μακραίνει ο ουρανός. Από έφηβοι ψάχνουμε αυτό το λίγο που λάμπει. Ένα βότσαλο σμιλεμένο απ’ τους αιώνες ή τις παλάμες της μνήμης. Μια πέτρα σκαλισμένη απ’ τον Γιάννη Ρίτσο. Μια λέξη καρφωμένη στο τέμπλο του σύμπαντος απ’ τον Ανδρέα Κάλβο το Διονύσιο Σολωμό ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τον Άγγελο τον ψάχνω στους Δελφούς. Από ουτοπία μεθύσαμε βυζάξαμε ελπίδα ανδρωθήκαμε και πάμε. Τίποτα πιο δυνατό απ’ αυτούς που διεκδικούν το ακατόρθωτο». Βλέπε και, Ζαχαράτος, Σπύρος., ‘Επιμύθιο,’ Ποιητική Συλλογή ‘ Φύλακας Φυλακτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων…ό.π., σελ. 45. Και από τον κόντε Διονύσιο Σολωμό τι μπορεί να κρατά; Τον τρόπο με τον οποίο διαλέγεται με τον θάνατο.

[6] Βλέπε σχετικά, Ζαχαράτος, Σπύρος., ‘Άφησε με να ρθω-πάλι-μαζί σου,’ Ποιητική Συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων…ό.π., σελ. 27.

[7] Χρήζει θεωρητικής επισήμανσης το γεγονός πως η ‘Σονάτα του Σεληνόφωτος’ του Γιάννη Ρίτσου, από την αρχή έως το τέλος της, έχει μία εσάνς μυστηρίου. Και αυτή η πλευρά δεν έχει ‘φωτιστεί’ ιδιαίτερα, με τις περισσότερες εκ των μελετών που έχουν προκύψει και την αξία των οποίων δεν αμφισβητούμε, να εστιάζουν κατά κύριο λόγο στον οιονεί θεατρικό του χαρακτήρα. Σαφώς, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η ‘Σονάτα του Σεληνόφωτος’ έχει πλοκή που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα (ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του Graham Greene, για παράδειγμα). Όμως, το γεγονός αυτός δεν αναιρεί πως εντός της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής υπάρχει μία ισχυρή δόση μυστηρίου: Ποια είναι η μυστηριώδη γυναίκα και τι ακριβώς θέλει από τον νέο που εν προκειμένω την ακούει υπομονετικά; Ποιος είναι ο επίσης μυστηριώδης νέος και πως βρέθηκε στο σπίτι της; Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στην ανάγνωση δύο κλασικών κειμένων του Graham Greene: Στον ‘Τρίτο Άνθρωπο’ και στην ‘Πτώση ενός Ειδώλου’ τα οποία αποτέλεσαν το υλικό για την δημιουργία κινηματογραφικών ταινιών. Βλέπε σχετικά, Greene, Graham., ‘Ο Τρίτος Άνθρωπος’ & ‘Η Πτώση ενός Ειδώλου,’ Πρόλογος: Τόμσον, Ίαν. Μετάφραση: Παπασταύρου, Άννα. Επιμέλεια: Βασιλείου, Ματίνα & Πετρόπουλος, Σταύρος. Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2011.

[8] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης μας και λαμβάνοντας υπόψιν την χρονολογία έκδοσης της ποιητικής συλλογής (2015/Η κορύφωση της περιόδου της βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής κρίσης), θα διατυπώσουμε την ακόλουθη υπόθεση εργασίας. Ο Σπύρος Ζαχαράτος εμπίπτει σε εκείνη την κατηγορία των ποιητών που δεν δίστασαν να μας δώσουν σύντομες έστω περιγραφές (ποιητικά δοσμένες), των επιπτώσεων που είχε η κοινωνικοοικονομική κρίση στο αστικό τοπίο, σε περιοχές πέριξ του ιστορικού κέντρου της Αθήνας και στα εκεί καταστήματα. Γιατί, τι άλλο μπορεί να είναι ο στίχος «σπασμένες άδειες ή ψεύτικες οι βιτρίνες», παρά μία υπόμνηση και των συνεπειών που είχε η κρίση η οποία συνετέλεσε στο να αδειάσουν οι βιτρίνες, ήτοι να κλείσουν καταστήματα; Ως προς αυτό μάλιστα, διαμορφώνεται και μία αλληλουχία γλωσσικών παραλληλισμών; Όπως είναι ‘άδειες’ οι «βιτρίνες» των καταστημάτων, έτσι ‘άδεια’ καθίσταται και η ψυχή του. Ή αλλιώς, η ζωή του. Όπως είναι ‘σπασμένες’ οι «βιτρίνες» των καταστημάτων, έτσι ‘έσπασε’ και ο ίδιος ο ποιητής, χάνοντας την πίστη, την αποφασιστικότητα και την αυτοπεποίθηση του. Συν τοις άλλοις, η περίοδος της κρίσης που εξακολουθεί να επηρεάζει αρκετούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, παρά το γεγονός πως έχει παρέλθει, μας ‘κληροδότησε’ τον όρο ή αλλιώς, τον νεολογισμό ‘ποίηση της κρίσης’. Με αυτόν τον όρο, διάφοροι κριτικοί ποίησης, Έλληνες και ξένοι, περιγράφουν την επίδραση που άσκησαν η κρίση και οι επιπτώσεις της στο ύφος του ποιητικού του λόγου καθώς και στο περιεχόμενο αυτού. Δεύτερον, διαχωρίζουν ρητά μεταξύ της περιόδου ‘προ της κρίσης’ και της περιόδου ‘κρίσης’, επιτυγχάνοντας να εντοπίσουν όλες τις ποιητικές φωνές που έγραψαν ποίηση για την κρίση (κατηγοριοποίηση). Ο κριτικός ποίησης και λογοτεχνίας Κωνσταντίνος Μπούρας έχει καταγράψει, παρακινούμενος από το πάθος του ‘ακάματου’ ερευνητή, ποιήματα για την κρίση, διαχωρίζοντας εμφανώς και πολύ ορθά, σε επιστημονικό επίπεδο, μεταξύ της ‘ποίησης της κρίσης’ και της ‘γενιάς της κρίσης’. Και αυτό διότι οι δύο κατηγορίες δεν ταυτίζονται: Ποίηση για την κρίση έχει γράψει για παράδειγμα και ο Σπύρος Ζαχαράτος (ή ο Ηλίας Τσέχος) που δεν ανήκει ηλικιακά στην ‘γενιά της κρίσης’. Η κρίση ως τομή αποτέλεσε περίοδο που ήρε στεγανά μεταξύ ποιητών διαφορετικών βιωμάτων και ηλικιών, φέροντας τους εγγύτερα με αποτέλεσμα να προκύψει ένα πολύ ενδιαφέρον όσο και ιδιαίτερο αποτέλεσμα: Παλαιότεροι ποιητές να γράφουν ως οργισμένοι ‘νέοι’ προκρίνοντας το περιεχόμενο έναντι της μορφής ή της φόρμας (το ‘τι θα πουν έχει σημασία’), και νεότεροι ως ώριμοι και κατασταλαγμένοι, προσπαθώντας να ισορροπήσουν μεταξύ περιεχομένου και μορφής. Αυτήν ακριβώς την περίοδο κέρδισε έδαφος η αντίληψη ‘’εν αρχή ην η γλώσσα στην ποίηση’ η οποία έκτοτε εξακολουθεί να επηρεάζει πολλούς ποιητές. Βλέπε σχετικά, Μπούρας, Κωνσταντίνος., ‘Ποιήματα της κρίσης 2008-2018. Ανθολογία,’ Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα, 2020. Διατηρούμε βέβαια αμφιβολίες ως προς την χρονολόγηση στην οποία προβαίνει ο Κωνσταντίνος Μπούρας ο οποίος ξεκινά την καταγραφή του από το 2008, χρονιά όπου εκδηλώθηκαν μεγάλα ‘επεισόδια’ διαμαρτυρίας στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, μετά την φόνευση του νεαρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα. Σε αυτές τις κινητοποιήσεις που ήσαν και βίαιες, συμμετείχαν ως επί το πλείστον άτομα νεαρής ηλικίας. Άρα, ασυναίσθητα ίσως, πέφτει στην ‘παγίδα’ της αντίφασης: Πως, ενώ δεν κάνει λόγο και πολύ ορθά, για την ‘γενιά της κρίσης’, ξεκινά την ανθολόγηση του από το 2008, έτος που έλαβαν χώρα κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας μαθητών και φοιτητών; Η περιοδολόγηση του δεν παύει όμως να είναι σαφής: Το 2008, με τα ‘Δεκεμβριανά’, εισερχόμαστε τυπικά στην περίοδο της κρίσης (η ανθολόγηση θα μπορούσε να είναι πιο αυστηρή και να ξεκινήσει από το 2010), και το 2018, εξερχόμαστε από αυτή, όπως είχε διακηρύξει πομπωδώς ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας.

[9] Βλέπε σχετικά, Καλογήρου, Τζίνα., ‘Η Ποίηση ως «όραμα» και «άκουσμα»: Διακαλλιτεχνικές προσεγγίσεις και δραστηριότητες στη διδασκαλία της ποίησης,’ Διαθέσιμο στο: 02-kalogirou.pdf

[10] Οπότε, συγκροτείται θεωρητικά, ένα πολύ ενδιαφέρον τρίπτυχο: Ο ποιητής ‘διαβάζει’, ‘ακούει’ και επίσης ‘γράφει’, φροντίζοντας να ενσωματώνει εντός του ποιητικού του λόγου ‘φωνές’ τρίτων. Διαφορετικά ειπωμένο, να αναφέρεται σε αυτές.

[11] Βλέπε σχετικά, Ζαχαράτος, Σπύρος., ‘Γυρολόγος της ζωής,’ Ποιητική Συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων…ό.π., σελ. 28. Σε αυτό το ποίημα, ο τόνος γίνεται περισσότερο αισιόδοξος, σε ένα πολύ λεπτό σημείο όπου ο ποιητής δηλώνει πως ‘αγαπά’. Πως εξακολουθεί να ‘αγαπά’. Άλλωστε, ο Σπύρος Ζαχαράτος, όπως έχει διαφανεί και σε άλλες ποιητικές συλλογές του, προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ κοινωνικής-πολιτικής κριτικής και αγάπης. Αγάπης για ένα πρόσωπο (θα μπορούσε να είναι και η μητέρα του αυτό το πρόσωπο; ) αλλά και για τον κόσμο. Τον τόπο του, την Κεφαλλονιά. Τι εκλείπει από την ποιητική συλλογή ‘Φύλακας Φυλαχτών’; Μία άμεση αναφορά στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.

[12] Βλέπε σχετικά, Γιατρομανωλάκης, Γιώργης., ‘Ιστορική επιφάνεια και βάθος,’ Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1981, σελ. 195-229. Από την ποιητική συλλογή του Σπύρου Ζαχαράτου απουσιάζουν και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος. Την κατά Γιώργη Γιατρομανωλάκη «ιστορική επιφάνεια» ‘σκαλίζει’ διαρκώς ο ποιητής Θανάσης Χατζόπουλος, ένας εκ των θιασωτών της αντίληψης πως η ποίηση και η λογοτεχνία μπορούν να συμβάλλουν στην πληρέστερη κατανόηση σημαντικών ιστορικών γεγονότων του παρελθόντος.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 18 – 19 Ιουλίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 18 – 19 Ιουλίου 2026

Real News https://youtu.be/dPDmeCKrFgYΚαθημερινή https://youtu.be/K0ri5qpD7XQ Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη...

Έρως ανίκατε μάσαν, του Αύγουστου Κορτώ

Έρως ανίκατε μάσαν, του Αύγουστου Κορτώ

γράφει ο Πάνος Τουρλής Πώς επηρεάζει το σουβλάκι τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων; Πόσα κωμικοτραγικά γεγονότα μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια των πασχαλινών διακοπών στο Καραμπουρνάκι; Πόσο σκληρή είναι η δουλειά του ελεύθερου επαγγελματία και πώς...

Μ’ αγαπούν, φυσικά μ’ αγαπούν – Χαράλαμπος Δημητρίου

Μ’ αγαπούν, φυσικά μ’ αγαπούν – Χαράλαμπος Δημητρίου

γράφει ο Κατερίνα Σιδέρη Αγαπημένοι μου φίλοι, Το σημερινό μας βιβλίο, είναι ξέχειλο συναισθήματα και θα βρει πρόσφορο έδαφος στις καρδιές παιδιών χωρισμένων γονιών, και όχι μόνο. Ένα μικρό κοριτσάκι σαν εσάς, θα μας διηγηθεί την ιστορία του και θα μας περιγράψει...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

ΒιβλιοκριτικέςΠαιδική λογοτεχνία
Μην τρως μέλισσες – Μαθήματα ζωής από τον σκύλο Τσιπ – Ντεβ Πέτι
Μην τρως μέλισσες – Μαθήματα ζωής από τον σκύλο Τσιπ – Ντεβ Πέτι

Μην τρως μέλισσες – Μαθήματα ζωής από τον σκύλο Τσιπ – Ντεβ Πέτι

Γράφει η Κατερίνα Σιδέρη

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *