Στις στάχτες, της Rosamund Lupton

Στις στάχτες, της Rosamund Lupton

stis staxtesΠρωτότυπο; Ναι, πρωτότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα! Πρωτότυπο στην πλοκή, στην ανάπτυξη του μύθου, στους χαρακτήρες, στην κεντρική ιδέα, στην ταυτότητα των αφηγητών, σε όλα. Και είναι το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως! Αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα ΠΡΕΠΕΙ να το διαβάσετε! Δεν είναι απλά η εξιχνίαση του εμπρησμού σε ένα ιδιωτικό σχολείο της Αγγλίας αλλά και η σύγκρουση μιας μητέρας που έρχεται αντιμέτωπη με τις πραγματικές διαστάσεις της ζωής της, βλέπει πως έκανε λάθος για πολλούς ανθρώπους από το γύρω της περιβάλλον και τώρα πρέπει να ζητήσει συγχώρεση και ταυτόχρονα να διασώσει τα παιδιά της από έναν επίδοξο φονιά που σίγουρα θα ξαναχτυπήσει!!!!

SPOILERS (ΜΗ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ)

Η Γκρέις και η Τζένιφερ είναι τα μόνα θύματα από την τρομακτική πυρκαγιά που κατέστρεψε το ιδιωτικό σχολείο. Κι ενώ τα σώματά τους χαροπαλεύουν, οι ίδιες ως άυλα πνεύματα, προσπαθούν να βρουν τη λύση του μυστηρίου κομματάκι-κομματάκι. Η έφηβη Τζένιφερ και η ενήλικη Γκρέις. Το κορίτσι που κατ? επίφασιν δεν τη νοιάζει τίποτα παρά μόνο να περνάει καλά κι ας λειτουργεί εις βάρος του μέλλοντός της και των σπουδών της η νοοτροπία αυτή. Και η γυναίκα που μεγάλωσε δυο παιδιά, την Τζένιφερ και τον οκτάχρονο Άνταμ, σύζυγος του Μάικ, ενός διάσημου παρουσιαστή εκπομπών στο BBC, σχεδόν μόνιμα απόντα σε σοβαρές και κρίσιμες στιγμές της οικογένειάς τους.

Θα σταθώ περισσότερο στην Γκρέις, άλλωστε αυτή είναι και η πρωταγωνίστρια, αυτή έχει χτίσει έναν κόσμο γεμάτο με φοβίες, ανασφάλειες, ερωτηματικά αλλά και πεποίθηση, ικανότητες και δεξιότητες. Στο κείμενο η Γκρέις αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τα γεγονότα περιγράφοντας όλων τις πράξεις σε τρίτο πρόσωπο πλην του συζύγου της, στον οποίο απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, λες και του γράφει ένα γράμμα ή του απευθύνει τον λόγο, μια κουβέντα χωρίς συνομιλητή, μιας και κανείς δεν μπορεί να την ακούσει.

Όσο εκτυλίσσεται η ιστορία και αυξάνονται οι ένοχοι και η κουνιάδα της, η Σάρα, αδερφή του Μάικ και αστυνομικός, που δεν διστάζει να παρατυπήσει για να βρει την άκρη, ανακρίνει, ψάχνει και ερευνά, η Γκρέις δεν παύει να είναι μάνα και να ανησυχεί για τα παιδιά της και για τον άντρα της, να αναπολεί τις ευτυχισμένες τους στιγμές σε μιαν άλλη πλέον ζωή (έτσι τη χαρακτηρίζει τη ζωή της πριν την πυρκαγιά του σχολείου), να εκθέτει τις χαζές σκέψεις της για το πώς θα μεγαλώσει ένα παιδί όταν έφερε στον κόσμο την Τζένι, σκέψεις που αντικαταστάθηκαν από ωριμότητα και σοβαρότητα στην περίπτωση του Άνταμ. Και με τη σκέψη της και τη θέλησή της προσπαθεί να μεταδώσει έμπνευση και θετική ενέργεια στους αγαπημένους της ανθρώπους για να βρεθεί επιτέλους ο ένοχος. Παράλληλα τα εφηβικά μικροκαβγαδάκια με την κόρη της δίνουν και παίρνουν, ακόμη και σε αυτήν τη διάσταση!

Παράλληλα με την αστυνομική ιστορία εκτυλίσσονται ένα σωρό ανθρώπινες στιγμές, αδυναμίες, μελαγχολίες, αγωνίες, αισθήματα τόσο ζωντανά και ανάγλυφα που δεν μένεις αμέτοχος: αγωνιάς, σκέφτεσαι, συγκινείσαι. Το σώμα της Γκρέις έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και οι γιατροί προτείνουν να την καταστείλουν, ώστε με την καρδιά της να σώσουν τη ζωή της Τζένιφερ. Πώς απαντά η Γκρέις στην απόφαση του Μάικ να συμφωνήσει; Με μια πολύ απλή πρόταση: «Σ? αγαπώ». Και είναι έτοιμη. Θα θυσιαστεί για το παιδί της, ειδικά από τη στιγμή που η ιστορία φτάνει στο τέλος της και αποκαλύπτεται ο αληθινός ένοχος, οπότε η Τζένιφερ πρέπει να επιστρέψει στη ζωή της για να αποκαλύψει όλες τις πλευρές της αλήθειας. Η Γκρέις μετακινείται κι έξω από το νοσοκομείο, αγνοώντας τους αφόρητους πόνους που της προκαλεί η απομάκρυνση από το σώμα της, αρκεί να μάθει τι πραγματικά συμβαίνει και ποια είναι η πορεία των ερευνών.

Αναλύοντας τη μια πλευρά του βιβλίου, αυτό δεν σημαίνει ότι η αστυνομική πλευρά υστερεί, απλά δε θέλω να αποκαλύψω πολλά. Ποιος έβαλε τη φωτιά στο σχολείο; Γιατί ενοχοποίησαν αρχικά τον Άνταμ και γιατί; Τι πραγματικά συμβαίνει στην οικογένεια της καλύτερης φίλης της Γκρέις, της Μέιζι, και τι πραγματικά συμβαίνει με τον βίαιο και σαδιστή σύζυγο Ντόναλντ; Ο οποίος Ντόναλντ είναι μέτοχος της εταιρείας που έχει στην ιδιοκτησία της το ιδιωτικό σχολείο. Η κόρη του Ντόναλντ, Ροουίνα, η τόσο σοβαρή και σεμνή αλλά όχι όμορφη φίλη της Τζένι γιατί ξαναμπήκε στο σχολείο μόλις ξέσπασε η πυρκαγιά; Ποιος παρακολουθούσε την Τζένιφερ και της έστελνε απειλητικά μηνύματα και τι σχέση έχουν αυτές οι απειλές με τη φωτιά; Την είχε βάλει κάποιος στο μάτι και βρήκε την ευκαιρία να την εξοντώσει μαι και καλή; Ο τόσο γλυκομίλητος και πράος καθηγητής γιατί διώχτηκε από το σχολείο και πόσο κακό θα μπορούσε να κάνει; Θα έφτανε στο σημείο να βλάψει άνθρωπο ή να καταστρέψει ένα κτήριο; Μήπως όλα αυτά γίνονταν πίσω από την πλάτη του από έναν άνθρωπο που ζήλευε τη γοητεία του; Και κατά πόσο συνδέεται με τη φωτιά στο σχολείο; Όλα τα γεγονότα εκτυλίσσονται αργά αργά (όχι όμως και κουραστικά), οι ανατροπές και οι εκπλήξεις δεν σταματούν μέχρι και κυριολεκτικά την τελευταία σελίδα, όπου παίρνεις μια βαθιά ανάσα.

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας αντιμέτωποι με καταστάσεις που δεν τις ζει κανείς συχνά. Τι θα κάνουν, πώς θα αντιδράσουν, ποιοι προκάλεσαν αυτές τις συνθήκες και γιατί; Ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα, ένας δύσκολος αστυνομικός γρίφος, που πιστέψτε με, θα τον θυμάστε για πολύ καιρό.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Ποτέ δεν καβγαδίσαμε μπροστά στα παιδιά, έτσι δεν είναι; Τουλάχιστον όχι για σοβαρά θεματα. Τα παιδιά πάντοτε αντιπροσώπευαν για εμάς μια συνθήκη ειρήνης. Ξεχάστε τα Ηνωμένα Έθνη, είχες πει κάποτε. Οι χώρες που είναι σε πόλεμο θα έπρεπε απλώς να έχουν μια έφηβη κόρη που μπαίνει ξαφνικά στο δωμάτιο» (σελ. 118).

«Ναι, θα ευχόμουν να ήταν η Ανέτ αντι για την Τζένι. Οποιοσδήποτε άλλος εκτός από την Τζένι, με μοναδική εξαίρεση τον Άνταμ. Η μητρότητα δεν είναι ήπια και ζεστή και γλυκειά, είναι μια εγωιστική θηριωδία με αιματοβαμμένα δόντια και νύχια αρπακτικού» (σελ. 321).

«Αλλά εγώ δεν μπορώ να αφήσω να κοπεί το προστατευτικό σκοινί που έχω περασμένο γύρω της. Όχι ακόμη. Το ξετύλιγα όλο και περισσότερο καθώς τα πόδια της γίνονταν πιο μακριά και το σώμα της αποκτούσε καμπύλες, όμως θα εξακολουθήσεω να το κρατώ γερά στα χέρια μου μέχρι να μπορέσει να κολυμπήσει με ασφάλεια στα βαθιά, χωρίς τον κίνδυνο να πνιγεί και να περάσει από την όχθη της παιδικής ηλικίας σε αυτήν της ενηλικίωσης. Μέχρι τότε δεν θα την αφήσω να πετάξει μακριά μου» (σελ. 350).

«…προσπάθησα να μη σκεφτώ πόσο μου έλειπε ο τρόπος που με κοιτούσες εσύ άλλοτε: -Δέσμες φωτός από τα μάτια μας πλέχτηκαν μαζί κι έφτιαξαν ένα νήμα / Τα μάτια μας πάνω στη διπλή αυτήν κλωστή. Όμως με κάποιον τρόπο-πριν από πόσο καιρό και, άραγε, έγινε σταδιακά ή μέσα σε μια στιγμή;- το διπλό νήμα μετατράπηκε στο σκοινί της καθημερινής μας μπουγάδας.» (σελ. 448).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος